Διεθνή
Ξύπνησε και ο Φίσερ… Η επιστροφή της άσχημης Γερμανίας

Angela Merkel (L) and German Finance Minister Wolfgang Schaeuble during
a special session of the German Bundestag over the proposed bailout
package for Greece, in Berlin, Germany, 17 July 2015. EPA/BERND VON
JUTRCZENKA
Του Γιόσκα Φίσερ*
Στη διάρκεια της μεγάλης νύχτας των διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα
στις 12-13 Ιουλίου, κάτι θεμελιώδες σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση,
ράγισε. Από τότε, οι Ευρωπαίοι ζουν σ’ ένα διαφορετικό είδος Ευρωπαϊκή
Ένωσης.
Αυτό που άλλαξε εκείνη την νύχτα, ήταν η ίδια η Γερμανία έτσι όπως
την γνώριζαν οι Ευρωπαίοι από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κι
έπειτα.
Στην επιφάνεια βρίσκονταν οι διαπραγματεύσεις για την αποτροπή μιας εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη (ή Grexit) και την αποφυγή των ολέθριων συνεπειών που θα ακολουθούσαν τόσο για την Ελλάδα όσο και για την νομισματική ένωση. Σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο ωστόσο, αυτό που βρίσκονταν επί τάπητος ήταν ο ρόλος που διαδραματίζει στην Ευρώπη η πιο πολυπληθής και η πλέον οικονομικά ισχυρή χώρα της.
Η αναγέννηση της Γερμανίας μετά τον Β’ΠΠ και η αποκατάσταση της παγκόσμιας εμπιστοσύνης προς αυτήν (με αποκορύφωμα την συναίνεση για την γερμανική ενοποίηση τέσσερις δεκαετίες αργότερα) οικοδομήθηκε πάνω σε ανθεκτικούς πυλώνες εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό, μια σταθερή δημοκρατία εδραιωμένη στο κράτος δικαίου, αναδύθηκε γρήγορα. Η οικονομική επιτυχία του κράτους πρόνοιας της Γερμανίας λειτούργησε ως μοντέλο για την Ευρώπη. Και η προθυμία των Γερμανών να αντιμετωπίσουν τα ναζιστικά εγκλήματα δίχως επιφύλαξη, οδήγησε σε μια βαθιά ριζωμένη δυσπιστία τους απέναντι σε κάθε τι μιλιταριστικό.
“Ευρω-ρομαντικοί”…
Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, η Γερμανία οικοδόμησε την εμπιστοσύνη της με την αποδοχή της Δυτικής ολοκλήρωσης και του εξευρωπαϊσμού (Europeanization). Η χώρα-δύναμη στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα έπρεπε ποτέ ξανά να καταστεί απειλή για την ήπειρο ή το εαυτό της. Έτσι, ο στόχος των Δυτικών Συμμάχων μετά το 1945-σε αντίθεση με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο-δεν ήταν να απομονώσουν την Γερμανία και να την αποδυναμώσουν οικονομικά, αλλά να την προστατεύσουν στρατιωτικά και να την ενσωματώσουν πολιτικά με ακλόνητο τρόπο στη Δύση. Πράγματι, η συμφιλίωση της Γερμανίας με τον κορυφαίο εχθρό της, τη Γαλλία, παραμένει το θεμέλιο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, βοηθώντας στην ενσωμάτωση της Γερμανίας στην κοινή Ευρωπαϊκή αγορά, με το βλέμμα στραμμένο στην
δυνητική πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.
Αλλά στην σημερινή Γερμανία, αυτές οι ιδέες θεωρούνται αθεράπευτα “Ευρω-ρομαντικές”, ο χρόνος τους έχει παρέλθει. Αυτό που ανησυχεί την Ευρώπη, είναι το ότι από τώρα και στο εξής, η Γερμανία θα ακολουθεί πρωτίστως τα εθνικά της συμφέροντα, όπως κι όλοι οι άλλοι.
Αυτό το σκεπτικό όμως βασίζεται σε μια εσφαλμένη παραδοχή. Το μονοπάτι που η Γερμανία θα βαδίσει στον 21ο αιώνα-προς μια “Ευρωπαϊκή Γερμανία” ή μια “Γερμανική Ευρώπη”- αποτελούσε το θεμελιώδες, ιστορικό ερώτημα που παρέμενε στην καρδιά της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής επί δύο αιώνες. Και απαντήθηκε στη διάρκεια της μεγάλης νύχτας στις Βρυξέλλες, με την Γερμανική Ευρώπη να επικρατεί έναντι της Ευρωπαϊκής Γερμανίας.
Η μοιραία απόφαση
Ήταν μια μοιραία απόφαση τόσο για την Γερμανία όσο και για την Ευρώπη. Αναρωτιέται κανείς αν η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήξεραν τι ακριβώς έκαναν. Για να απορρίψουν τις σφοδρές επικρίσεις κατά της Γερμανίας και των κορυφαίων παικτών της οι οποίες ξέσπασαν μετά το τελεσίγραφο προς την Ελλάδα, απλά φόρεσαν ροζ γυαλιά, όπως έκαναν και οι περισσότεροι Γερμανοί. Βέβαια, υπήρξε και όλη αυτή η παράλογη προπαγάνδα για το Τέταρτο Ράιχ και οι ανόητες αναφορές στον Φύρερ. Όμως, στον πυρήνα της, η κριτική αυτή αρθρώνει μια οξυδερκή συνειδητοποίηση της ρήξης της Γερμανίας με όλη την μεταπολεμική ευρωπαϊκή πολιτική της.
Για πρώτη φορά η Γερμανία δεν ήθελε περισσότερη Ευρώπη, ήθελε λιγότερη. Η στάση της Γερμανίας τη νύχτα της 12ης προς 13η Ιουλίου διατράνωνε την επιθυμία της να μετατρέψει την ευρωζώνη από ένα ευρωπαϊκό σχέδιο σε ένα είδος σφαίρας επιρροής. Η Μέρκελ υποχρεώθηκε να διαλέξει ανάμεσα στον Σόιμπλε και την Γαλλία (και την Ιταλία). Το θέμα ήταν θεμελιώδες: ο υπουργός των Οικονομικών της ήθελε να εξαναγκάσει ένα μέλος της ευρωζώνης να την εγκαταλείψει “οικιωθελώς” ασκώντας αφόρητη πίεση. Η Ελλάδα θα έπρεπε είτε να φύγει (με πλήρη επίγνωση των καταστροφικών συνεπειών αυτής της πράξης για την ίδια και την Ευρώπη) ή να αποδεχθεί ένα πρόγραμμα που την καθιστά ουσιαστικά ευρωπαϊκό προτεκτοράτο χωρίς καμία ελπίδα ανάκαμψης της οικονομίας της. Η Ελλάδα υπόκειται τώρα σε μια θεραπεία περαιτέρω λιτότητας η οποία ούτε στο παρελθόν είχε αποδώσει, και η οποία είχε συνταγογραφηθεί αποκλειστικά για να ανταποκριθεί στις εσωτερικές πολιτικές ανάγκες της Γερμανίας.
Αλλά η κατά μέτωπο σύγκρουσή της με την Γαλλία και την Ιταλία, την δεύτερη και τρίτη αντίστοιχα μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης, δεν έχει τελειώσει, διότι, για τον Σόιμπλε, το Grexit παραμένει μια επιλογή. Ισχυριζόμενος ότι η ελάφρυνση χρέους είναι “νομικά” δυνατή μόνον εκτός της ευρωζώνης, θέλει να μετατρέψει την υπόθεση σε μοχλό για να πετύχει ένα “εθελοντικό” Grexit.
Στο “αναμορφωτήριο” του ευρώ
Η στάση του Σόιμπλε κατέστησε ιδιαίτερα εμφανή με μια έντονα ανάγλυφη εικόνα, το θεμελιώδες ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον βορά και τον νότο της Ευρώπης, η προσέγγισή του απειλεί να δοκιμάσει την αντοχή της ευρωζώνης σε σημείο θραύσης. Η πεποίθηση ότι το ευρώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη της οικονομικής “αναμόρφωσης” της νότιας Ευρώπης θα αποδειχθεί μια επικίνδυνη πλάνη-και όχι μόνον σ’ ότι αφορά την Ελλάδα. Όπως γνωρίζουν πολύ καλά οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, μια τέτοια άποψη θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το ευρωπαϊκό σχέδιο το οποίο έχει χτιστεί πάνω στην διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη.
Η Γερμανία ήταν ο μεγάλος νικητής της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική άποψη. Απλά συγκρίνετε την ιστορία της Γερμανίας στο πρώτο και το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Η ενοποίηση της Γερμανίας κατά τον 19ο αιώνα από τον Βίσμαρκ συνετελέσθη στο αποκορύφωμα του Ευρωπαϊκού εθνικισμού. Κατά τον γερμανικό τρόπο σκέψης, η ισχύς συνδέθηκε με μια περίπλοκη σχέση με τον εθνικισμό και τον μιλιταρισμό. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με την Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες νομιμοποιούν την εξωτερική πολιτική τους με όρους “εκπολιτιστικής αποστολής”, η Γερμανία αντιλαμβάνεται στην δύναμή της σε όρους ωμής στρατιωτικής ισχύος.
Η ίδρυση του δεύτερου, ενοποιημένου γερμανικού έθνους-κράτους το 1989 βασίστηκε στον αμετάκλητο Δυτικό προσανατολισμό και τον Εξευρωπαϊσμό (Europeanization) της Γερμανίας. Και ο εξευρωπαϊσμός της πολιτικής της Γερμανίας συμπλήρωσε -και εξακολουθεί να συμπληρώνει- το χάσμα πολιτισμού που είναι εμποτισμένο στην γερμανική κρατική υπόσταση. Το να επιτρέψουμε να διαβρώσουν αυτόν τον πυλώνα- ή ακόμα χειρότερα, να τον γκρεμίσουν- είναι μια τρέλα του ύψιστου βαθμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στην Ευρώπη που προέκυψε το πρωί της 13ης Ιουλίου, τόσο η Γερμανία όσο και η Ευρώπη κινδυνεύουν να χάσουν.
* Ο Γιόσκα Φίσερ ήταν υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας και
αντικαγκελάριος την περίοδο 1998-2005. Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε
στο Project Syndicate.
Την μετάφραση και την επιμέλεια έκανε ο Νίκος Κυριακίδης της Αυγής
mignatiou
**Γιόσκα Φίσερ, Γερμανία, Γερμανικό ζήτημα και Ευρώπη.
Εισαγωγικό σημείωμα Π. Ήφαιστος.
Ο Γιόσκα Φίσερ υπήρξε επί μακρόν
σημαντικό πολιτικό στέλεχος και πολύ δημοφιλής πολιτικός. Ηγετικό
στέλεχος των «Πρασίνων» σε μια κρίσιμη περίοδο υπηρέτησε την κυβέρνηση
του Gerhard Schroder (1998-2005) ως υπουργός εξωτερικών και
αντί-Καγκελάριος. Συνεχίζει να έχει μεγάλη επιρροή στην Γερμανία. Η
τοποθέτησή του δείχνει την δυναμική που θα είχε αποκτήσει η
διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους εταίρους της εάν έγκαιρα από την αρχή
της δεκαετίας του 2010 αλλά και το 2015 είχε αναπτυχθεί μια σοβαρή
διαπραγματευτική προσέγγιση που θα διαχειριζόταν έξυπνα τα συγκλίνοντα
και αποκλίνοντα κύματα της μεταψυχροπολεμικής Ευρώπης. Όπως συχνά έχει
επισημανθεί μια μελετημένη και σταθμισμένη ευρωπαϊκή πολιτική προς αυτή
την κατεύθυνση θα μπορούσε να συγκροτήσει συσπειρωτικούς άξονες κατά
κάθε ηγεμονικής τάσης στο Βερολίνο με τις περισσότερες φωνές να
προέρχονται από το εσωτερικό της Γερμανίας και στην συνέχεια από την
υπόλοιπη Ευρώπη. Αντί αυτού μετά το 2010 υιοθετήθηκε είτε μια
απονευρωμένη διαπραγματευτική στάση που υπάκουε στις επιταγές της
τεχνόσφαιρας (και όσων κρύβονταν πίσω από αυτή) είτε το 2015 σε μια
αιθεροβάμονα και σπασμωδική διαπραγμάτευση που δεν λάμβανε υπόψη τα
προαναφερθέντα κύματα του ρευστού ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού. Τα
θέματα αυτά τα έχουμε μελετήσει εκτενώς. Για δύο σύντομες παρεμβάσεις
βλ. ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2009-14
ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΊΑ ΤΗΣ ΕΕ http://wp.me/p3OlPy-Q7 και ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΣΥΓΚΥΡΙΑ. «Πελατειακές σχέσεις» («patron-clientrelations»)… http://wp.me/p3OlPy-Oa).
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

