Διεθνή
Ιράν και ΗΠΑ: Χαραμάδα ειρήνης στην Μέση Ανατολή
Barack Obama (R), standing with US Vice President Joe Biden, delivers
remarks in the East Room of the White House in Washington, 14 July 2015.
EPA/ANDREW HARNIK / POOL
Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ
Το έχω υποστηρίξει και παλαιότερα μέσω της στήλης αλλά και αλλού. Ο
Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα θα κερδίσει με το σπαθί την τιμή του ειρηνοποιού
που του απενεμήθη προκαταβολικά, αδικαιολόγητα και σχεδόν αυθαίρετα
στην αρχή της προεδρικής του θητείας (Οκτώβριο 2009) από την Επιτροπή
Νόμπελ, εφόσον τερματίσει την δαιμονοποίηση του Ιράν, της πιο
σημαντικής χώρας της Μέσης Ανατολής. Υπενθυμίζω πως η Επιτροπή βράβευσε
τον Αμερικανό Πρόεδρο “για τις εκκλήσεις του να μειωθούν τα αποθέματα
πυρηνικών όπλων, για το έργο του υπέρ της προώθησης της συνεργασίας μεταξύ λαών και για την ελπίδα σε ένα καλύτερο μέλλον”.
Αυτό που επειγόντως χρειάζεται η Μέση Ανατολή (και μαζί ο κόσμος όλος) είναι “ελπίδα σε ένα καλύτερο μέλλον”. Και η καθόλα ιστορική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που συνομολογήθηκε αυτή την βδομάδα στην Βιέννη μεταξύ των έξι δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία Κίνα, Βρετανία, Γαλλία Γερμανία) και των Ιρανών, δημιουργεί μια τέτοια προοπτική. Δημιουργεί προσδοκίες … ανοίγοντας μια χαραμάδα για ειρήνευση στην εδώ και δεκαετίες αιμάσσουσα Μέση Ανατολή. Χωρίς την ενεργή συμμετοχή του Ιράν, ως νόμιμου και ισότιμου διακρατικού δρώντα στο διεθνές σύστημα, οι όποιες διαδικασίες ειρήνευσης στην ευρύτερη περιοχή, είτε αυτές αφορούν στο μέτωπο Ισραήλ-Αράβων, στις λοιπές διακρατικές, ενδοκρατικές και σεχταριστικές συγκρούσεις, ή στο μείζων ζήτημα των όπλων μαζικής καταστροφής,είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Είναι στη βάση της διαπίστωσης αυτής που η κυβέρνηση Ομπάμα ανέτρεψε την στρατηγική της για την απομόνωση της Τεχεράνης, αλλά ταυτόχρονα και της δαιμονοποιήσης του Ιράν, που χρονολογείται από το 1980 και η οποία ανατροπή έκανε δυνατή την παραπάνω συμφωνία. Καλώς εχόντων των πραγμάτων θα έχουν, μέχρι τον Δεκέμβριο, ολοκληρωθεί οι τεχνικές λεπτομέρειες της συμφωνίας και θα ύπαρξει και η επικύρωσή της από το αμερικανικό Κογκρέσο και το Ιρανικό Μασλίς. Συνοπτικά η συμφωνία θέτει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν υπό θεσμική διεθνή εποπτεία, αποκλείοντας την πιθανότητα κατασκευής πυρηνικών όπλων για τουλάχιστον μια δεκαετία με, αντάλλαγμα, την άρση των πλείστων αμερικανικών και διεθνών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στην Τεχεράνη τα τελευταία 35 χρόνια. Ταυτόχρονα το Ιράν θα παύσει να θεωρείται ως κράτος “παρίας” και ως κράτος που υποθάλπτει την “διεθνή τρομοκρατία”.
Για το ιστορικό της συμφωνίας της Βιέννης σημείωνω πως οι συνομιλίες άρχισαν το 2006 με πρώτο σημαντικό σταθμό τον Νοέμβριο του 2013, όταν υπεγράφει μια ενδιάμεση συμφωνία καθοδόν προς την τελική της Βιέννης. Κατά την ενδιάμεση συμφωνία η Τεχεράνη δεσμεύτηκε να “παγώσει” το τρέχων πυρηνικό της πρόγραμμα με αντάλλαγμα την ελάφρυνση των υφιστάμενων διεθνών κυρώσεων και την υπόσχεση πως δεν θα της επιβληθούν επιπρόσθετες.
Υπογραμμίζεται εδώ πως το Ιράν ήταν υπό καθεστώς κυρώσεων από τις ΗΠΑ και των στενών της συμμάχων από το 1980. Από τότε είχαν διακοπεί και οι διπλωματικές σχέσεις Ουάσιγκτον-Τεχεράνης. Τα τελευταία χρόνια το καθεστώς κυρώσεων διευρύνθηκε και με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, λόγω άρνησης του Ιράν να αποδεχτεί διεθνή έλεγχο για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η ηγεσία του Ιράν πάντοτε υποστήριζε πως το πυρηνικό του πρόγραμμα ήταν νόμιμο, αφορούσε στην χρήση πυρηνικής ενέργειας για “ειρηνικούς σκοπούς” και όχι για την κατασκευή όπλων. Και επί τούτου υπάρχει και η σχετική έκθεση της CIA του 2007 (National Intelligence Estimate) που υποστήριζε πως από το 2003 το Ιράν τερμάτισε κάθε προσπάθεια του προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο σημαντικές πολιτικές δυνάμεις στις ΗΠΑ με μεγάλη επιρροή στο Κονκρέσο και το Ισραήλ, διαφωνούσαν. Και μέχρι την Προεδρία Ομπάμα είχαν το πάνω χέρι στο ζήτημα αυτό. Όμως όχι πλέον, όπως αποδεικνύει η συμφωνία της Βιέννης.
Το Ιράν δεν ήταν πάντοτε κράτος “παρίας”. Αντίθετα. Μεταπολεμικά και από το 1978-79, το Ιράν, υπό το αυταρχικό καθεστώς του Σάχη, υπήρξε ο πιο σημαντικός σύμμαχος των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή- πολύ πιο σημαντικός από την Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Ισραήλ. Το Ιράν αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στον Περσικό Κόλπο και λειτουργούσε, κυριολεκτικά, ως χωροφύλακάς των Αμερικανών. Με τον Σάχη, η Αμερική δεν είχε ανάγκη να ανάπτυξει τις δικές της δυνάμεις στη περιοχή. Το Ιράν του Σάχη υπήρξε, επιπλέον, ο πιο σημαντικός σύμμαχος του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή .
Τα πράγματα στην Μέση Ανατολή άλλαξαν ριζικά την περίοδο 1978-79. Είχαμε τότε την ανατροπή του Σάχη και την εγκατάσταση στον Περσικό Κόλπο του επαναστατικού θεοκρατικού καθεστώτος των Μουλλάδων, καθώς επίσης και την Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, τον Δεκέμβριο του 1979. Εάν σήμερα γράφεται το τελευταίο κεφάλαιο της “αποικιακής” Μέσης Ανατολής με την κατάρρευση καθεστώτων και κρατών, η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει με την κατάρρευση του Σάχη.
Ως συνέπεια της κατάρρευσης του Σάχη, οι αμερικάνοι διακύρηξαν το Δόγμα Κάρτερ (1980) που ανακύρηττε τον Περσικό Κόλπο ως περιοχή “ζωτικής σημασίας” για την ασφάλεια τους και, άρχισαν, την οργανωμένη στρατιωτική τους παρουσία στην Μέση Ανατολή. Ως στρατηγικό εγχείρημα, η παρουσία αυτή κορυφώθηκε με τη τελική ανατροπή του Σαντάμ Χουσέιν το 2003. Σήμερα η περιοχή βιώνει τις αιματηρές και φρικειώδεις συνέπειες του γεγονότος αυτού.
Όλα όσα ακολούθησαν από τότε μέχρι σήμερα έρχονται να επιβεβαίωσουν την Αριστοτελική αρχή της ετερογονίας των σκοπών. Άλλα προγραμματίζονται και άλλα προκύπτουν. Ή όπως αλλοιώς λένε οι Γάλλοι, όταν θέλεις κάτι πρέπει να θέλεις και τις συνέπειές του. Υπάρχει βεβαια και η “θεωρία του χάους”. Ότι δηλαδή όλα όσα συμβαίνουν στη περιοχή, αυτή η βιβλική καταστροφή σε ζώες και περιουσίες, γίνεται βάσει στρατηγικών σχεδιασμών κυρίως μεταξύ Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ. Η επιδίωξη, κατά την θεώρηση αυτή, είναι μια “Νέα Μέση Ανατολή” εκδημοκρατισμένη και χωρίς τα βαρίδια του οπισθοδρομικού και σκοταδιστικού ισλαμικού φονταμενταλισμού. Έπρεπε όμως πρώτα να καταστραφεί η παλιά. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, ίσως να βρισκόμαστε ακόμη στα μισά του δρόμου. Ίσως να μεσολαβήσει και ένας Αρμαγεδώνας. Δέν γνωρίζω.
Όμως από πλευράς επιρροής και ισχύος το Ιράν, παρά τις δοκιμασίες και τον αιματηρό και καταστροφικό οκταετή πόλεμο Ιράκ-Ιράν (1980-1988), έναν πόλεμο που είχε την στήριξη και ευλογίες της Δύσης και στόχο την ανατροπή των Μουλλάδων, είναι σήμερα το πιο ισχυρό και με τη μεγαλύτερη επιρροή κράτος της περιοχής. Είναι επιπλέον ένα κράτος που, εάν το θελήσει, μπορεί να γίνει και πυρηνική δύναμη.
Είναι αυτή η πραγματικότητα που έφερε την συμφωνία της Βιέννης. Είναι οι συνέπειες μιας μη συμφωνίας που λειτούργησαν ως καταλύτης για τον Αμερικανό Πρόεδρο. Ο πληθυσμός του Ιράν ξεπερνά τα 80 εκ. Γεωγραφικά το Ιράν ελέγχει όλες τις θαλάσσιες εξόδους της Μέσης Ανατολής προς τις διεθνείς αγορές, αν δεχτούμε και την επιρροή του στην Υεμένη από όπου μπορεί να ελέγχει τα Στενά του Τζιπουτί. Ενεργειακά το Ιράν κατέχει τα 10 τοις εκατό των παγκόσμιων αποθεμάτων (157.8 δις βαρέλια). Αυτό σημαίνει πως μπορεί να θεραπεύει τις ενεργειακές ανάγκες της Κίνας για τα επόμενα 40 χρόνια!
Ο άγνωστος Χ στην συμφωνία της Βιέννης και την επανένταξη του Ιράν στο διακρατικό σύστημα ως νόμιμου παίκτη, είναι το Ισραήλ. Όμως το βαθύ κράτος του Ισραήλ δεν συμμερίζεται την κρατική προπαγάνδα της κυβέρνησης πως το Ιράν αποτελεί “υπαρξιακό” κίνδυνο για το Εβραϊκό κράτος. Ο πρώην Πρωθυπουργός ´Εχουντ Μπαράκ μόλις πρόσφατα δήλωσε πως το Ισραήλ μπορεί να ζήσει ακόμη και με ένα “πυρηνικό Ιράν”. ´Οταν είσαι πυρηνική δύναμη, και το Ισραήλ είναι, δεν φοβάσαι κανένα διότι έχεις στο οπλοστάσιό σου το απόλυτο όπλο της αποτροπής κάθε μορφής κινδύνου. Το πρόβλημα του Ισραήλ είναι άλλο, σε περίπτωση που το Ιράν γίνει πυρηνική δύναμη. Θα χάσει το μονοπώλιο της κατοχής πυρηνικών όπλων στην περιοχή. Και αυτό θα έχει αρνητικές πολιτικές συνέπειες στις διαπραγματευτικές του στρατηγικές.
Το Ιράν διαθέτει ερείσματα και προσβάσεις σε όλα τα ανοικτά μέτωπα τις Μέσης Ανατολής. Τα ερείσματα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν αμφίδρομα, υπέρ της ειρήνης ή για να συνεχιστεί το μακελειό. Κανένα άλλο κράτος δεν διαθέτει τα δικά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Εάν, για παράδειγμα, υπάρχει μια δύναμη στην περιοχή που μπορεί να εξουδετερώσει το Χαλιφάτο των ισλαμιστών αποκεφαλιστών, αυτή η δύναμη είναι το Ιράν.
Εάν όλα πάνε κατ´ ευχή με την συμφωνία της Βιέννης και εάν αυτό συνοδευτεί και με μια ευρυματική πολιτική της Δύσης στη περιοχή και ειδικά έναντι του Ιράν, ίσως το 2016 να αρχίσει και η αντίστροφη μέτρηση για την ειρήνευση στην πολύπαθη Μέση Ανατολή. Εάν πράγματι το 2016 αποδειχτεί έτος ειρήνης στην περιοχή, τότε χαλάλι του Ομπάμα το Νόμπελ Ειρήνης που εισέπραξε προκαταβολικά το 2009. Οψόμεθα.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

