Διεθνή
Οι εκβιασμοί της ΕΚΤ
Το 2010 η ΕΚΤ υποχρέωσε τους
Ιρλανδούς να αναλάβουν τα χρέη των τραπεζών τους απέναντι στις
γερμανικές – το 2013 δολοφόνησε την Κύπρο, ενώ πρόσφατα επιτέθηκε στην
Ελλάδα, διακόπτοντας παράνομα τον ELA και κλείνοντας τις τράπεζες της
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
«Αυτό που μας στενοχωρεί ιδιαίτερα δεν είναι τόσο η συμπεριφορά των
Γερμανών, οι οποίοι αναμφίβολα έχουν τοποθετήσει τους δικούς τους
ανθρώπους σε όλους τους σημαντικούς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς για να
εξυπηρετούν τις ηγετικές φιλοδοξίες, καθώς επίσης τα εθνικά συμφέροντα
τους, αλλά, κυρίως, η συμπεριφορά ορισμένων Ελλήνων – οι οποίοι δικαιολογούν νομοτελειακά και θεοποιούν όλους τους ξένους, ενώ κατηγορούν όλους όσους Έλληνες τολμήσουν να τοποθετηθούν υπέρ της πατρίδας τους.
Χωρίς να ισχυριζόμαστε λοιπόν πως η Ελλάδα δεν έχει μεγάλες ευθύνες για τα προβλήματα της, δεν είναι η μοναδική ένοχος στον πλανήτη – ενώ η αντιμετώπιση της εκ μέρους των εταίρων της είναι το λιγότερο άθλια.
Οφείλουμε επομένως κάποια στιγμή να την υπερασπίσουμε, από όποια θέση
μπορεί κανείς – σταματώντας την εξτρεμιστική αυτοκριτική στα λόγια, η
οποία ποτέ δεν συνοδεύεται από ανιδιοτελείς ή άλλες πράξεις, ενώ δεν
ωφελεί κανέναν Έλληνα».
Ανάλυση
Κατηγορούν συνεχώς τις κυβερνήσεις μας για αναξιοπιστία –
χειραγωγώντας ακόμη και εμάς τους ίδιους, οι οποίοι κατανοούμε πως εάν
υποχρεωθεί κάποιος να υπογράψει μία συμφωνία «με το πιστόλι στον
κρόταφο», η οποία είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτο να τηρηθεί (όπως τα περιοριστικά μνημόνια σε εποχές αποπληθωρισμού ή οι μεταρρυθμίσεις σε περιόδους ύφεσης), δεν είναι δυνατόν να την τηρήσει.
Καταδικάζεται επομένως «de facto» ως αναξιόπιστος κανείς, ακόμη και
αν οι συνομιλητές του δεν τηρούν εμφανέστατα τις υποσχέσεις τους – όπως η
Ευρωζώνη το 2012, όπου δεσμεύθηκε για διαγραφή του χρέους, εάν η τότε κυβέρνηση μας επιτύγχανε πλεονάσματα, χωρίς όμως να το τηρήσει. Δυστυχώς,
κανένας δεν το τόνισε, παρά το ότι κυριολεκτικά «τραβήχτηκε το χαλί»
κάτω από τα πόδια του πρωθυπουργού – με αποτέλεσμα να ανέλθει στην
εξουσία μία εντελώς άπειρη κυβέρνηση, την οποία ουσιαστικά δεν επέλεξαν
οι Έλληνες αλλά έμμεσα η Τρόικα, μέσω της αναξιόπιστης, εγκληματικής
συμπεριφοράς της.
Η ανάλυση μας τώρα επικεντρώνεται στο εάν η ΕΚΤ, η οποία είναι η πραγματική κεντρική τράπεζα rης Ελλάδας, απόλυτα υπεύθυνη για την παροχή ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε περιόδους τραπεζικών επιθέσεων,
ενήργησε νόμιμα σταματώντας τον εφοδιασμό των ελληνικών τραπεζών με
μετρητά χρήματα – όπου, στην αντίθετη περίπτωση, θα είχε κάθε δικαίωμα
να τη χαρακτηρίσει κανείς ως αναξιόπιστη.
Έχοντας ήδη αναφερθεί στο θέμα (άρθρο), θεωρώντας πως η ΕΚΤ συμπεριφέρθηκε με πολιτικά κριτήρια συμμετέχοντας στον εκβιασμό της Ελλάδας,
μη σεβόμενη το ρόλο της οπότε είναι αναξιόπιστη, νομίζουμε πως ωφελεί η
άποψη ενός Γερμανού συναδέλφου μας (M. Hellwig), με βάση ένα πρόσφατο
κείμενο του. Ειδικότερα τα εξής:
Το 2010 η ΕΚΤ εκβίασε τους Ιρλανδούς φορολογουμένους (άρθρο μας),
υποχρεώνοντας τους να αναλάβουν τα χρέη των ιδιωτικών τραπεζών τους
απέναντι στις γερμανικές. Ο τρόπος, με την οποίο άσκησε τον επαίσχυντο
εκβιασμό της η ΕΚΤ δεν ήταν άλλος, από αυτόν που υιοθέτησε αργότερα στην
Κύπρο και σήμερα στην Ελλάδα: η απειλή να σταματήσει την παροχή της έκτακτης ρευστότητας (ELA), καταδικάζοντας τις τράπεζες στο κλείσιμο τους, με αποτέλεσμα την κατάρρευση ολόκληρης της πραγματικής οικονομίας.
Η συμπεριφορά της ΕΚΤ θεωρήθηκε τότε από τους Ιρλανδούς, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης τους, παράνομη – ως ένας απαράδεκτος εκβιασμός λοιπόν της Γερμανίας, με στόχο να μην ζημιωθούν οι γερμανικές τράπεζες, οι οποίες είχαν τοποθετήσει στις ιρλανδικές αρκετά χρήματα.
Πρόσφατα τώρα, η ΕΚΤ πάγωσε τον ELA, όσον αφορά τις ελληνικές τράπεζες, επιβάλλοντας επί πλέον ένα κούρεμα των εγγυήσεων τους της τάξης του 10%
– από το 60% προηγουμένως, στο 50% (έναντι εγγυήσεων 150 δις € παρείχε
ρευστότητα 90 δις €). Η αιτία ήταν το σταμάτημα των διαπραγματεύσεων της
ελληνικής κυβέρνησης με το «Euro Group», όσον αφορά την πολιτική
λιτότητας και το χρέος – όπου η Ελλάδα δεν παρέτεινε το μνημόνιο,
ευρισκόμενη εκτός του προγράμματος της Τρόικας.
Ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης ενέργειας της ΕΚΤ, οι τράπεζες στην
Ελλάδα έκλεισαν, επιβλήθηκαν έλεγχοι στην ελεύθερη διακίνηση των
κεφαλαίων, οι αναλήψεις μειώθηκαν δραστικά στα 60 € ημερησίως, η πραγματική οικονομία αποκόπηκε από το κυκλοφοριακό της σύστημα καταρρέοντας, ενώ ουσιαστικά αποσυνδέθηκε ολόκληρη η χώρα από τον υπόλοιπο πλανήτη (βγήκε η «χρηματοπιστωτική πρίζα»).
Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, με βάση τις ευρωπαϊκές συνθήκες, η
ΕΚΤ είναι αρμόδια, υπεύθυνη καλύτερα για την προμήθεια με χρήματα, καθώς
επίσης για τη λειτουργικότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων διακανονισμού
πληρωμών – οπότε και για την Ελλάδα. Επομένως, δεν επιτρέπεται και δεν μπορεί να συμφωνηθεί ή/και να δρομολογηθεί το πάγωμα του ELA – όπως δεν έπρεπε να απειληθεί με κάτι αντίστοιχο το 2010 η Ιρλανδία.
.
Η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας
Σύμφωνα τώρα με τους ισχυρισμούς του διοικητή της κεντρικής τράπεζας
της Γερμανίας ο οποίος, όπως η καγκελάριος, καθώς επίσης ο υπουργός
οικονομικών, νομίζει ότι είναι ο απολυταρχικός ηγεμόνας της Ευρώπης, η παροχή έκτακτης ρευστότητας προς τις ελληνικές τράπεζες θα έπρεπε να είχε σταματήσει πολύ πιο πριν – στα τέλη Μαΐου το αργότερο.
Όπως δήλωσε επίσημα, «Δεν βρίσκω σωστή, με κριτήριο τη νομισματική απαγόρευση της μονεταριστικής χρηματοδότησης των κρατών,
την παροχή πιστώσεων (χρημάτων, ELA) σε τράπεζες που δεν έχουν πρόσβαση
στις αγορές και οι οποίες αγοράζουν τα ομόλογα των χωρών τους«. Προφανώς η τοποθέτηση του αυτή οδηγεί σε ένα τριπλό λάθος:
(α) Πρότεινε τη μη πρόσβαση σε κεντρικά τραπεζικά χρήματα εκείνων των τραπεζών, οι οποίες δεν μπορούν να δανεισθούν από τις αγορές.
Ανεξάρτητα τώρα από το γεγονός ότι, οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν
καθόλου προβλήματα χρηματοδότησης έως τα τέλη του 2014, η υποχρέωση μίας
κεντρικής τράπεζας, ως ο δανειστής ύστατης ανάγκης ενός
χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν είναι άλλη από το να εφοδιάζει με ρευστότητα έκτακτης ανάγκης τις εμπορικές τράπεζες, ακριβώς όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα – με στόχο να αποφευχθεί η κατάρρευση του συστήματος.
(β) Ο Γερμανός ισχυρίσθηκε πως οι ελληνικές τράπεζες χρησιμοποιούν τον ELA για την παροχή δανείων (αγορά ομολόγων) στο κράτος – γεγονός που φυσικά δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Αντίθετα, οι ελληνικές τράπεζες έχουν αποσυρθεί από την αγορά
ομολόγων του δημοσίου μετά το 2012, όπου διαγράφηκε ένα μέρος τους στα
πλαίσια του PSI. Η ρευστότητα από τον ELA το 2015 έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου για την κάλυψη των αναλήψεων των καταθετών τους
– ενώ η ίδια η ΕΚΤ, ως η Αρχή Εποπτείας του τραπεζικού συστήματος, έχει
απαγορεύσει στις ελληνικές τράπεζες τη διεύρυνση των δανείων τους προς
το δημόσιο.
(γ) Τέλος, ο Γερμανός ισχυρίσθηκε
πως απαγορεύεται από το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο να χρησιμοποιούν οι τράπεζες
τα χρήματα, τα οποία δανείζονται από την ΕΚΤ, για τη χρηματοδότηση των
κρατών τους.
Πρόκειται επίσης για ένα λάθος, αφού το
Σύμφωνο δεν εμπεριέχει καμία οδηγία ή/και υποχρέωση, σε σχέση με το πώς
θα διαθέτουν οι εμπορικές τράπεζες τα χρήματα που δανείζονται από την
κεντρική. Μέσα στα πλαίσια του νόμου, καθώς επίσης των
ορίων της εποπτείας τους, οι αποφάσεις των εμπορικών τραπεζών, όσον
αφορά τα δάνεια που παρέχουν, είναι απολύτως ελεύθερες.
Περαιτέρω, το Σύμφωνο ασφαλώς δεν επιτρέπει στην ΕΚΤ να χρησιμοποιεί
την ισχύ της μέσω του νομισματικού συστήματος εναντίον των μελών της
Ευρωζώνης, με στόχο τον εκβιασμό τους
από την κεντρική τράπεζα για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των
πιστωτών των τραπεζών τους ή/και ορισμένων κρατών, απέναντι σε άλλα – όπως συνέβη το 2010 με την Ελλάδα και την Ιρλανδία, για να διασωθούν οι γερμανικές τράπεζες.
Άλλωστε, στη διαδικασία που έλαβε χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ο γενικός εισαγγελέας προειδοποίησε ολοκάθαρα την ΕΚΤ, απαιτώντας να διατηρεί μεγαλύτερες αποστάσεις από τις διαπραγματεύσεις των κρατών, σχετικά τα χρέη ή με την πολιτική λιτότητας που έχει επιβληθεί στις χώρες του Νότου.
Το ρίσκο των Ευρωπαίων φορολογουμένων
Σύμφωνα τώρα με το διευθυντή του οικονομικού ινστιτούτου του Μονάχου,
ο οποίος δεν έχει σταματήσει ποτέ να προτείνει στην Ελλάδα την επιστροφή στη δραχμή, ως το μοναδικό (δηλητηριώδες) φάρμακο για την ασθένεια της, η Τράπεζα της Ελλάδας θα μπορούσε να επιβαρυνθεί το ανώτατο με ζημίες ύψους 41 δις € – λόγω της απώλειας του ELA, σε μία ενδεχόμενη χρεοκοπία των τραπεζών.
Επομένως, η ΕΚΤ έχει δώσει πάνω από τα διπλάσια, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν δήθεν από την επιπλέον απώλεια (90 – 41 = 49 δις €) οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες – οπότε οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι.
Προφανώς, ο συμπαθής Γερμανός δεν έχει διαβάσει καθόλου το Σύμφωνο –
αφού δεν γράφεται πουθενά πως η Τράπεζα της Ελλάδας ή οι άλλες κεντρικές
τράπεζες είναι εγγυήτριες των δανείων του ELA. Αναγράφεται μόνο πως τα
πλεονάσματα (κέρδη, αφού παρέχονται με αυξημένο επιτόκιο 1,55% έναντι 0,05% του βασικού) ή οι ζημίες από τον ELA δεν επιτρέπεται να «κοινοτικοποιηθούν».
Ειδικότερα, όταν οι εθνικές τράπεζες δανείζουν τις εμπορικές, δεν δημιουργούνται οφειλές απέναντι στις άλλες κεντρικές τράπεζες.
Εν τούτοις κάθε χρόνο, τα κέρδη ή οι ζημίες από τα δάνεια στα πλαίσια
της νομισματικής πολιτικής συγκεντρώνονται σε ένα κοινό ταμείο, από το
οποίο στη συνέχεια διαμοιράζονται σε όλους.
Από τον κανόνα όμως αυτόν εξαιρούνται τα δάνεια του ELA – τα κέρδη
από τον οποίο παραμένουν στις εθνικές κεντρικές τράπεζες, όπως και οι
ζημίες τους. Με απλά λόγια, το 1,55% επιτόκιο κερδίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδας και όχι από την ΕΚΤ –
ενώ τυχόν ζημίες επιβαρύνουν την ίδια. Οι ζημίες όμως αυτές δεν είναι
ποτέ υψηλότερες από τα κέρδη που προέρχονται από τη δημιουργία χρημάτων
από το πουθενά.
Περαιτέρω, υποχρεώσεις μίας εθνικής κεντρικής τράπεζας δημιουργούνται
απέναντι στις άλλες κεντρικές, μόνο όταν εμβάζονται χρήματα στο
εξωτερικό ή όταν λαμβάνονται μετρητά – όπου αυτές οι
υποχρεώσεις της Τράπεζας της Ελλάδας το 2011 ήταν υψηλότερες από τις
σημερινές, έχοντας μειωθεί στο μισό έως τις εκλογές του 2015, όπου άρχισαν ξανά να αυξάνονται (γράφημα).
.

.
Εν τούτοις, οι διακυμάνσεις αυτού του είδους είναι φυσιολογικές εντός μίας νομισματικής ένωσης – ενώ το μοναδικό ρίσκο για τους φορολογουμένους είναι η τυχόν έξοδος μίας χώρας από την Ευρωζώνη.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την ανευθυνότητα της καγκελαρίου, επίσης
του ινστιτούτου του Μονάχου, όταν αναφέρονται στην απομάκρυνση της
Ελλάδας από το κοινό νόμισμα – με αποτέλεσμα να ζημιωθούν τότε τόσο οι Γερμανοί όσο και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι, χωρίς να είναι ένοχη η χώρα μας αφού την εκβιάζουν.
.
Η απαγόρευση του ELA από την ΕΚΤ
Το ΔΣ της ΕΚΤ μπορεί να απαγορεύσει την έκτακτη ρευστότητα του ELA, όταν διαπιστώσει πως «δεν είναι σύμφωνη με τους στόχους και τις υποχρεώσεις (εργασίες) του συστήματος της Ευρωζώνης«. Ο κανόνας αυτός έχει θεσπισθεί για να εμποδίζει την ανεξέλεγκτη δημιουργία νέων χρημάτων από τις εθνικές τράπεζες.
Εν τούτοις, σήμερα η ίδια η ΕΚΤ αυξάνει μαζικά τη δημιουργία νέων
χρημάτων από το πουθενά, μέσω της υιοθέτησης του προγράμματος ποσοτικής
διευκόλυνσης ύψους άνω του 1,1 τρις € – επειδή φοβάται τον
αποπληθωρισμό. Επομένως, δεν συγκρούεται η παροχή του ELA στην Ελλάδα με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ.
Αντίθετα, επιβεβαιώνει πως η χώρα μας, η οποία έχει πληγεί από έναν
καταστροφικό αποπληθωρισμό, χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ρευστότητα από
αυτήν που της παρέχεται με τον ELA – σε καμία περίπτωση το πάγωμα του.
Η τυφλή υπακοή λοιπόν της ΕΚΤ σε ορισμένες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, οι οποίες εξυπηρετούν τα εθνικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για το σύνολο, δεν ανήκει στις υποχρεώσεις της – ούτε στους στόχους του ευρωσυστήματος.
Συνεχίζοντας, οι αναφορές στην αφερεγγυότητα των ελληνικών τραπεζών,
με στόχο να αιτιολογηθεί η παράνομη συμπεριφορά της ΕΚΤ, παρά το ότι
έχουν αυξήσει σε μεγάλο βαθμό τα ίδια κεφάλαια τους από το 2012, ενώ δεν
είχαν κανένα πρόβλημα με τα «τεστ αντοχής» που διεξάχθηκαν το 2014 (σε πλήρη αντίθεση με τις ιταλικές, με ορισμένες γερμανικές και με άλλες τράπεζες της Ευρωζώνης), είναι σκόπιμα λανθασμένες.
Το πρόβλημα τους προέρχεται κυρίως από την
έλλειψη εμπιστοσύνης των πελατών τους απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση
και στην Ευρώπη, καθώς επίσης από τους φόβους επιστροφής της χώρας στη
δραχμή – ενώ είχαν αναμφίβολα ένα πρόβλημα ρευστότητας
και όχι φερεγγυότητας, τουλάχιστον έως εκείνη τη στιγμή που δολοφονήθηκε
η Ελλάδα από την ΕΚΤ (κλείσιμο τραπεζών).
Ήταν όμως αλήθεια ένας επαρκής λόγος, για να σταματήσει η ΕΚΤ να τις
ενισχύει με τον ELA, προκαλώντας την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού
συστήματος, καθώς επίσης ολόκληρης της Οικονομίας; Δικαιολογείται ποτέ η δολοφονία, με στόχο να αποδειχθεί πως το θύμα έχει πραγματικά πεθάνει;
Η επόμενη ερώτηση είναι εάν δικαιολογείται η συμπεριφορά της ΕΚΤ από το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη – όπου οι υποχρεώσεις της χώρας μας από το Target II, καθώς επίσης από την έκδοση μετρητών θα χαθούν.
Εάν δηλαδή το πάγωμα του ELA μπορεί να θεωρηθεί ως μία αμυντική κίνηση
της ΕΚΤ, ως ένα μέτρο εκτάκτου ανάγκης, το οποίο δεν προβλέπεται στο
Σύμφωνο.
Προφανώς όχι, αφού η ελληνική κυβέρνηση αρνείται πως έχει μία τέτοια πρόθεση, ενώ η Ευρώπη την εκβιάζει ουσιαστικά να το επιχειρήσει,
διακόπτοντας η ίδια τη ρευστότητα και απομονώνοντας την από το
χρηματοπιστωτικό σύστημα – ενώ χωρίς τραπεζικό σύστημα η χώρα δεν μπορεί
να επιβιώσει.
Είναι λοιπόν δυνατόν να ισχυρισθεί κανείς βάσιμα και τεκμηριωμένα πως κάτι τέτοιο είναι δίκαιο, νόμιμο και επιτρεπτό; Πως το έγκλημα δικαιολογείται, επειδή το θύμα έπρεπε να υιοθετήσει τη μοναδική δυνατότητα επιβίωσης που του άφησε ο θήτης του,
για να τον κατηγορήσει αργότερα ότι ο ίδιος (το θύμα) έσφαλε; Δεν
κατανοούν οι Ευρωπαίοι πως τέτοιου είδους παράνομες, εάν όχι εγκληματικά
«ναζιστικές» συμπεριφορές δεν βοηθούν καθόλου την ευρωπαϊκή ιδέα;
.
Επίλογος
Αυτό που μας στενοχωρεί ιδιαίτερα δεν είναι τόσο η συμπεριφορά των
Γερμανών, οι οποίοι αναμφίβολα έχουν τοποθετήσει τους δικούς τους
ανθρώπους σε όλους τους σημαντικούς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς για να
εξυπηρετούν τις ηγετικές φιλοδοξίες, καθώς επίσης τα εθνικά συμφέροντα
τους, αλλά, κυρίως, η συμπεριφορά ορισμένων Ελλήνων – οι οποίοι δικαιολογούν νομοτελειακά και θεοποιούν όλους τους ξένους, ενώ κατηγορούν όλους όσους Έλληνες τολμήσουν να τοποθετηθούν υπέρ της πατρίδας τους.
Οφείλουμε επομένως κάποια στιγμή να την υπερασπίσουμε, από όποια θέση
μπορεί κανείς – σταματώντας την εξτρεμιστική αυτοκριτική στα λόγια, η
οποία ποτέ δεν συνοδεύεται από ανιδιοτελείς ή άλλες πράξεις, ενώ δεν
ωφελεί κανέναν Έλληνα.
Βιβλιογραφία: Weidmann, Sinn, Hellwig
.
© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


