Διεθνή
Η σύγκρουση Γαλλίας – Γερμανίας
Οι συζητήσεις περί της ομαλής εξόδου
της Γερμανίας από την Ευρωζώνη κλιμακώνονται, αφού στην αντίθετη
περίπτωση προβλέπεται η αργή, επώδυνη κατάρρευση του ευρώ και το χάος –
ενώ φαίνεται πως ενθαρρύνονται μυστικά από τις Η.Π.Α.
Πριν από έναν περίπου χρόνο δημοσιεύσαμε μία ανάλυση, σύμφωνα με την
οποία η καλύτερη, εάν όχι η μοναδική λύση, εάν δεν θέλει κανείς να
διαλυθεί ανεξέλεγκτα η Ευρωζώνη, καθώς επίσης η ΕΕ, θα ήταν η φιλική έξοδος της Γερμανίας από το κοινό νόμισμα – παραμένοντας μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Μ. Βρετανία (άρθρο).
Η άποψη μας αυτή στηριζόταν στο γεγονός ότι, η χώρα έχει εφαρμόσει με αφετηρία το 2000 μία πολιτική (μερκαντιλισμός), η οποία ενισχύει τις φυγόκεντρες δυνάμεις στη νομισματική ένωση – αφού παράγει συνεχώς μεγαλύτερα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, εις βάρος όλων των υπολοίπων.
Στα πλαίσια αυτά, έχει επιτύχει ένα επίπεδο ανταγωνιστικότητας (ανάλυση), το οποίο είναι αδύνατον να πλησιάσουν τα άλλα κράτη – ενώ, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, μόνο η Ελλάδα έχει καταφέρει να φτάσει σε κάποιο κοντινό σημείο, μετά από τη βίαιη εσωτερική υποτίμηση που της επιβλήθηκε (γράφημα).
.

.
Περαιτέρω, φαίνεται πως η τελευταία σύσκεψη κορυφής της 13ης Ιουλίου, όπου ουσιαστικά η Ελλάδα εκβιάσθηκε να μετατραπεί σε προτεκτοράτο χρέους
(έχοντας τεθεί προ του διλήμματος της άτακτης χρεοκοπίας σε συνδυασμό
με την έξοδο της από την Ευρωζώνη ή την υπογραφή του τρίτου αποικιοκρατικού μνημονίου),
άφησε βαθιά ίχνη στη Γαλλία – με αποτέλεσμα να ακούγονται οι πρώτες
φωνές εκ μέρους της ελίτ της χώρας, οι οποίες δηλώνουν πως υπάρχουν δύο
μόνο δυνατότητες:
(α) Είτε η ομαλή έξοδος της Γερμανίας από την Ευρωζώνη, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία των υπολοίπων μελών, είτε
(β) Η κατάρρευση του κοινού νομίσματος, η οποία θα προκαλούσε ένα οικονομικό χάος,
με σοβαρές συνέπειες για ολόκληρο τον πλανήτη – κάτι που θα συνέβαινε
εάν η Γαλλία ή κάποια άλλη χώρα αναγκαζόταν, εκούσια ή ακούσια, να
εγκαταλείψει το ευρώ.
Ενώ λοιπόν οι διαπραγματεύσεις στην Ελλάδα έχουν ξεκινήσει, παράλληλα με τη συνέχιση της κατάρρευσης της οικονομίας της (άρθρο), οι γαλλικές πολιτικές ελίτ συζητούν ήδη για τα επόμενα βήματα τους – έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στη Γερμανία, όπως η καγκελάριος, ιδίως δε ο κακεντρεχής υπουργός οικονομικών της, έχασαν την εμπιστοσύνη τους στην ελληνική κυβέρνηση.
Έχουν βέβαια κατανοήσει πως η τελευταία ευκαιρία που δόθηκε στην Ελλάδα, ήταν μόνο για τη διατήρηση των προσχημάτων
– αφού είναι δεδομένο το ότι, ο σκοπός της Γερμανίας είναι είτε η
λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας της χώρας μας, σε
εξευτελιστικές τιμές, η κατοχή της δηλαδή, είτε η εκδίωξη της από την
Ευρωζώνη, είτε και τα δύο μαζί.
Προφανώς, κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, είναι αδύνατον να επιτευχθεί η δημοσιονομική και πολιτική ένωση της Ευρωζώνης, χωρίς την οποία δεν πρόκειται να επιβιώσει, με κριτήριο τα εγγενή ελαττώματα της (ανάλυση).
Είναι λοιπόν καλύτερο να απασχολείται αλήθεια κανείς με την ερώτηση
ποιός θα προηγηθεί; Η Γερμανία ή η Γαλλία, ακολουθούμενη αμέσως μετά από
την Ιταλία;
.
Η στάση της Γαλλίας
Ένας πρώην σύμβουλος πάντως του υπουργείου οικονομικών της Γαλλίας επέκρινε πολύ σοβαρά τη Γερμανία, ισχυριζόμενος πως η στάση της απέναντι στην Ελλάδα αποτελεί μόνο το πρελούδιο αυτού που θα συμβεί – μίας βίαιης σύγκρουσης των δύο ηγετικών οικονομιών της νομισματικής ένωσης, σε σχέση με το μέλλον του κοινού νομίσματος.
Υποστηρίζει δε πως η θεμελιώδης αυτή αντίθεση δεν πρόκειται να λυθεί συμβιβαστικά, όπως συνηθιζόταν μέχρι σήμερα – επειδή η Γερμανία βλέπει την Ευρωζώνη αποκλειστικά και μόνο ως μία δυνατότητα διατήρησης της χαμηλής ισοτιμίας του νομίσματος της, η οποία της εξασφαλίζει τη συνεχή διόγκωση των εμπορικών πλεονασμάτων της.
Επί πλέον, η πάγια θέση της Γερμανίας είναι πως η πολιτική
σταθερότητα της νομισματικής ένωσης μπορεί τότε μόνο να
διατηρηθεί/εξασφαλισθεί, όταν οι υφιστάμενοι κανόνες τηρούνται με ιερή ευλάβεια και κατά γράμμα
– έχοντας μάθει από την ιστορία της πως μία ομοσπονδία κρατών είναι σε
θέση να λειτουργήσει μόνο εάν διαθέτει σταθερούς κανόνες, επειδή δεν
υπάρχει καμία δημοκρατική αντιπροσώπευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Από την άλλη πλευρά, το όραμα της Γαλλίας είναι υπερβολικά ασαφές. Ειδικότερα, θεωρεί το ευρώ ως ένα στάδιο που προηγείται της υιοθέτησης μίας πολιτικής δημοσιονομικής επέκτασης
(Keynes) – σύμφωνα με την οποία, η νομισματική πολιτική αποτελεί το
σημαντικότερο όπλο για την καταπολέμηση των οικονομικών κρίσεων.
Εν τούτοις, για να λειτουργήσει μία τέτοια μέθοδος, προϋποθέτει την παράδοση σημαντικού μέρους της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών σε ευρωπαϊκό επίπεδο – κάτι που όμως δεν μπορεί να μεταφέρει στους Γάλλους εκλογείς της η πολιτική ελίτ της χώρας.
Δεν μπορεί να πείσει λοιπόν τους Πολίτες, οπότε δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει ένα αντίθετο μοντέλο σε αυτό της γερμανικής πειθαρχίας και της πολιτικής λιτότητας – μέσω του οποίου θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα συμμαχικό μέτωπο, με την Ιταλία και την Ισπανία.
Σε κάθε περίπτωση, η διαμάχη λόγω της Ελλάδας έχει προκαλέσει ήδη
μεγάλες ρωγμές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα – ενώ οι συζητήσεις περί της
ομαλής εξόδου της Γερμανίας από την Ευρωζώνη πολλαπλασιάζονται, επειδή στην αντίθετη περίπτωση θα ακολουθήσει η αργή, επώδυνη, χαώδης και πολύ πιο καταστροφική έξοδος της Γαλλίας, καθώς επίσης των υπολοίπων χωρών του Νότου.
Το γεγονός δε, σύμφωνα με το οποίο η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας της Γαλλίας είναι υψηλότερη από αυτήν της Γερμανίας, ενώ
η Γερμανία είναι ανταγωνιστικότερη μόνο επειδή έχει χαμηλότερο κόστος
εργασίας (μισθούς, επιδόματα), καθώς επίσης πολύ χαμηλότερες κοινωνικές
παροχές, αυξάνει την αντίθεση μεταξύ των δύο χωρών – με τη Γαλλία να
θεωρεί πολύ σωστά ανέντιμη τη μισθολογική πολιτική dumping που εφαρμόζει
η Γερμανία.
.

.
Περαιτέρω, το μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ, ο Γάλλος B. Coeure, δήλωσε σε συνέντευξη του πως η Ευρωζώνη, με τη σημερινή της δομή, δεν λειτουργεί –
τεκμηριώνοντας τη θέση του με τη σύσκεψη των Βρυξελών, όπου οι 19
ηγέτες κλείσθηκαν επί 17 ώρες σε μία αίθουσα, για να συζητήσουν τις
λεπτομέρειες της συμφωνίας με μία χώρα, με την Ελλάδα, το ΑΕΠ της οποίας
είναι μικρότερο του 2% του συνόλου.
Όπως πολύ σωστά τόνισε, το αξίωμα της «διακυβερνητικής ηγεσίας» απέτυχε – ενώ, εάν δεν βρεθεί μία εναλλακτική δομή διακυβέρνησης,
η ελληνική κρίση θα επαναλαμβάνεται στο διηνεκές. Με δεδομένο δε το
ότι, το τζίνι της εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη βγήκε από το
μπουκάλι, έχει προκληθεί μία τελεσίδικη διαδικασία, η οποία απειλεί να μετατραπεί σε αμετάκλητη – με σημαντικές συνέπειες για την οικονομία της Ευρώπης.
.
Η στάση των υπολοίπων
Προφανώς τις ίδιες απόψεις με το Γάλλο έχει και ο Ιταλός διοικητής της ΕΚΤ, ο οποίος υποχρεώθηκε από τη Γερμανία να λειτουργήσει παράνομα στην περίπτωση της Ελλάδας (ανάλυση), κλείνοντας ξαφνικά τις τράπεζες της – με τρομακτικά επακόλουθα για την οικονομία της χώρας μας.
Ακόμη περισσότερο, ο πρώην αναπληρωτής υπουργός οικονομικών της
Ιταλίας αναφέρεται στην ελεγχόμενη έξοδο όλων των χωρών μαζί από την
Ευρωζώνη – μία δυνατότητα που έχουμε αναλύσει και εμείς στο παρελθόν (άρθρο). Κατά τον ίδιο, μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να αποφύγουν τα κράτη-μέλη το νεοφιλελεύθερο μερκαντιλισμό της Γερμανίας – ενώ προτείνει ταυτόχρονα τη δημιουργία μίας συμμαχίας, εναντίον της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Μερικούς μήνες πριν πάντως αυτοί που πρότειναν την έξοδο της Γερμανίας από την Ευρωζώνη ήταν οι αμερικανοί οικονομολόγοι
– οι οποίοι, ως γνωστόν, λειτουργούν ως όπλα αιχμής της υπερδύναμης,
μαζί με τις εταιρείες πιστοληπτικής αξιολόγησης, με τους κερδοσκόπους
κοκ.
Φυσικά η Γερμανία έχει στα συρτάρια της ένα σχέδιο υιοθέτησης του μάρκου, για ώρα ανάγκης, γνωρίζοντας όμως τι επιδιώκουν οι Η.Π.Α. – αυτή τη φορά με τη βοήθεια του άξονα Γαλλίας και Ιταλίας. Εν τούτοις, το βασικό σχέδιο της είναι η δημιουργία ενός τέταρτου Ράιχ, με οικονομικά όπλα (άρθρο) – χρησιμοποιώντας τον αδύναμο κρίκο, την Ελλάδα, ως πολιορκητικό κριό, όπως οι Η.Π.Α. στο παρελθόν (σενάριο).
.
Επίλογος
Είναι γνωστό πως η Γερμανία κερδίζει όλες τις μάχες, υπερβάλλοντας σε όλα όσα σχεδιάζει και εφαρμόζει – χάνοντας τελικά τον πόλεμο.
Επομένως, αυτό που θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι ποιός ακριβώς είναι
ο πόλεμος και πώς πρέπει να ενεργήσουμε καλύτερα, για να συμμετέχουμε
στην νίκη – χωρίς να κάνουμε άλλα λάθη, όπως κατά τη διάρκεια όλων των
τελευταίων δεκαετιών.
Κατά την άποψη μας λοιπόν, αυτό που θα ήταν το ιδανικότερο για μία χώρα σαν τη δική μας, καθώς επίσης για την Ευρωζώνη, δεν είναι άλλο από τη φιλική έξοδο της Γερμανίας από τη νομισματική ένωση, με την παραμονή της στην ΕΕ – έτσι ώστε να μην απομονωθεί εντελώς, όπως στο παρελθόν, δρομολογώντας άλλου είδους εξελίξεις.
Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε αφενός μεν να συμμετέχουμε στον άξονα Γαλλίας-Ιταλίας, αφετέρου να μεταρρυθμίσουμε σωστά την οικονομία μας, υιοθετώντας όλα όσα πρέπει
– επιμένοντας παράλληλα στη διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους, έτσι
ώστε να διευκολυνθεί η αντίστοιχη διαγραφή του ιδιωτικού χρέους, οπότε
να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μας.
Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε το δανεισμό μας από τις αγορές, οπότε την αύξηση των επενδύσεων μέσω της δημιουργίας ζήτησης – επενδύσεις που θα έπρεπε όμως να επικεντρωθούν στον παραγωγικό τομέα, στη βιομηχανία, έτσι ώστε να πάψουμε να είμαστε απόλυτα εξαρτημένοι από τον κυκλικό τουρισμό, ο οποίος φτάνει στο τέλος μίας περιόδου του.
Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε πως υπάρχουν προοπτικές, όσον αφορά τη μεγάλη αυτή αλλαγή στη δομή της Ευρωζώνης – την οποία ασφαλώς επικροτούν οι Η.Π.Α., θέλοντας να τοποθετήσουν ένα εμπόδιο στην επικίνδυνη ενδυνάμωση της Γερμανίας.
.
Η τεράστια πτώση του δείκτη λιανικού εμπορίου στην Ευρώπη, καθώς επίσης
η εκτίναξη του εμπορικού ελλείμματος των Η.Π.Α. στο -7,1% (-43,8 δις $
μόνο τον Ιούνιο, πηγή), δείχνουν πως η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται ραγδαία – ενώ ούτε η ΕΚΤ, ούτε η Fed έχουν τη δυνατότητα να σταματήσουν την κατάρρευση, χωρίς τη λήψη μη συμβατικών, οπότε επικίνδυνων αντίμετρων.
© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

