Διεθνή
Το δόγμα του χάους (Ι)
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ
Η Γερμανία έχει επιβάλλει με αφορμή
την Ελλάδα την πολιτική λιτότητας, η οποία υπόσχεται ελάχιστη επιτυχία,
μεγάλο ρίσκο και σίγουρη οδύνη – έχοντας οδηγήσει τον πλανήτη στην
καταστροφική ύφεση του 1930 και στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο
«Ότι και να συμβεί με την Ελλάδα στο
μέλλον, το αποτέλεσμα είναι καθαρό: η λιτότητα ως δόγμα είναι ισχυρότερη
από ποτέ. Είναι αδιάφορο εάν οι συνέπειες της είναι καταστροφικές, ενώ
οι μέθοδοι επιβολής της μοιάζουν όλο και περισσότερο με σοβιετικές, εάν
όχι με εθνικοσοσιαλιστικές.Επίσης φαίνεται πως είναι αδιάφορο το
ότι, κανένας δεν την υπηρετεί πλέον με ευχαρίστηση – γεγονός που ισχύει
και για την ενωμένη Ευρώπη ή το ευρώ. Είναι δυστυχώς η μοναδική ιδέα που
έχει απομείνει στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή – δεν υπάρχει πλέον καμία
άλλη και οδηγεί στην οικονομική κατοχή».
Ανάλυση
Χωρίς καμία αμφιβολία, η λιτότητα είναι η σημαντικότερη πολιτική ιδέα
της εποχής μας – παρά το ότι πρόκειται για μία ιδέα που δεν στηρίζεται
από καμία οικονομική θεωρία, δεν έχει καμία τεκμηριωμένη επιτυχία στο ενεργητικό της, ενώ η εφαρμογή της οδήγησε στη μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική καταστροφή του τελευταίου αιώνα.
Ουσιαστικά βέβαια πρόκειται για μία απλούστατη ιδέα η οποία, στην καθημερινή ζωή, δεν είναι καθόλου ασαφής – ενώ αποτελεί την παλαιότερη συνταγή αντιμετώπισης κρίσεων στον πλανήτη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη «συνταγή», όταν δεν έχει κανείς αρκετά χρήματα, είναι υποχρεωμένος να περιορίζει τα έξοδα του
(δημοσιονομική πειθαρχία) – όταν μία επιχείρηση δεν παράγει κέρδος
πρέπει να αλλάζει τη δομή της (μεταρρυθμίσεις), να απολύει μέρος του
προσωπικού της, να μειώνει τις αμοιβές των εργαζομένων της κοκ.
Δεν εντυπωσιάζει λοιπόν το γεγονός ότι, η ιδέα μεταφέρθηκε από την
καθημερινή ζωή στη δημόσια – στην οικονομική πολιτική των κρατών. Εν
τούτοις, αυτό συνέβη για πρώτη φορά, σε συνθήκες Δημοκρατίας, τη δεκαετία του τριάντα
– αφού δεν ήταν γνωστή στους οικονομολόγους των προηγουμένων αιώνων,
επειδή τότε δεν υπήρχαν κοινωνικά συστήματα ασφάλισης και προστασίας των
εργαζομένων.
Τα προβλήματα των κρατών επικεντρώνονταν σε ορισμένους σπάταλους
βασιλείς ή άλλου είδους ηγεμόνες, οι οποίοι χρηματοδοτούσαν τις σπατάλες
τους επιβάλλοντας φόρους – οπότε ήταν εύλογος ο υποχρεωτικός περιορισμός των δαπανών τους, εάν και όταν οι λαοί εξεγείρονταν εναντίον τους (κάτι που θυμόμαστε από τη γαλλική επανάσταση).
Στη δεκαετία του τριάντα όμως, μετά το κραχ των χρηματιστηρίων, οι δημοκρατικές πλέον βιομηχανικές χώρες αποφάσισαν τη μείωση των δαπανών του προϋπολογισμού τους –
στις Η.Π.Α. ο τότε πρόεδρος, στη Γερμανία ο καγκελάριος, στη Γαλλία η
κεντρική τράπεζα και στην Ιαπωνία ο πρωθυπουργός, ο οποίος ουσιαστικά
μιμήθηκε με ενθουσιασμό τις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες, θέλοντας να
ανήκει σε αυτές.
Οι τυπικές ηθικές εκφράσεις της εποχής ήταν αυτή του αμερικανού προέδρου, σύμφωνα με την οποία «Δεν μπορούμε να επιτύχουμε την ευημερία του Έθνους μας μέσω της σπατάλης«, καθώς επίσης του γερμανού καγκελαρίου, ο οποίος είπε: «Χωρίς πόνο δεν θεραπεύεται κανείς«.
Η λιτότητα όμως δεν είχε μόνο «ηθικές ρίζες» αλλά, επίσης, καταναγκαστικές, προερχόμενες από τον κανόνα του χρυσού
– όπου εκείνες οι χώρες, οι οποίες κάλυπταν τα νομίσματα τους με τα
αποθέματα χρυσού που διατηρούσαν, δεν είχαν άλλη δυνατότητα από τον
περιορισμό των δαπανών τους, όταν λόγω της ύφεσης μειώνονταν τα
φορολογικά τους έσοδα. Δεν μπορούσαν δηλαδή να αυξήσουν την ποσότητα
χρήματος, τυπώνοντας πληθωριστικά χαρτονομίσματα, οπότε περιόριζαν
αναγκαστικά τα έξοδα τους.
Τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής ήταν καταστροφικά.
Στις Η.Π.Α. αυξήθηκε η ανεργία από το 8% στο 30% μέσα σε δύο μόλις έτη,
στη Γερμανία χάνονταν καθημερινά χιλιάδες θέσεις εργασίας, στη Γαλλία η
βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 25%, ενώ η Ιαπωνία, η οποία εφάρμοσε
πολύ πιο αυστηρά τη λιτότητα, βυθίστηκε στη μεγαλύτερη ύφεση της ιστορίας της σε περιόδους ειρήνης – βιώνοντας μία τρομακτική οικονομική κατάρρευση.
Το ίδιο καταστροφικά ήταν και τα πολιτικά αποτελέσματα – όπου στη Γερμανία ανήλθε στην εξουσία το μοναδικό κόμμα που τοποθετήθηκε εναντίον της λιτότητας, το εθνικοσοσιαλιστικό υπό τον Χίτλερ, ενώ στην Ιαπωνία ο στρατός δολοφόνησε τον πρωθυπουργό, αναλαμβάνοντας πραξικοπηματικά τη διακυβέρνηση της χώρας.
Στη Γαλλία, η κεντρική τράπεζα μείωνε
κάθε χρόνο τις στρατιωτικές δαπάνες, οπότε δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει
την επίθεση του γερμανικού στρατού – ο οποίος είχε εξοπλισθεί από την τότε κυβέρνηση, για να τονωθεί η ανάπτυξη (άρθρο).
.
Οι αιτίες της αποτυχίας της πολιτικής λιτότητας
Αργότερα, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπου πέθαναν πάνω από 60 εκ. άνθρωποι, οι οικονομολόγοι ανέλυσαν το πρόβλημα – αναζητώντας τις αιτίες της καταστροφής, μέσω της νεκροψίας του οικονομικού πτώματος.
Οδηγήθηκαν λοιπόν στα κατωτέρω τέσσερα βασικά συμπεράσματα, όσον αφορά τα καταστροφικά αποτελέσματα της πολιτικής λιτότητας σε περιόδους κρίσεων – κατά τη διάρκεια των οποίων πρέπει το κράτος να αυξάνει τις δαπάνες, για να μπορέσει να κινηθεί ξανά η οικονομία:
(α) Η Μεγάλη Ύφεση (depression) μετά το χρηματιστηριακό κραχ του 1929, δημιουργήθηκε επειδή τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά προσπαθούσαν ταυτόχρονα να μειώσουν τα χρέη τους (ύφεση ισολογισμών).
Το γεγονός αυτό, το οποίο βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα, είχε σαν αποτέλεσμα να μην ξοδεύει κανείς χρήματα ούτε για κατανάλωση, ούτε για επενδύσεις
– οπότε η ζήτηση μειώθηκε σε όλους τους τομείς, οι επιχειρήσεις
έκλειναν η μία μετά την άλλη, η ανεργία κλιμακωνόταν κοκ. Όταν δε
περιόρισε τις δαπάνες του και το δημόσιο, τότε η καταστροφή ολοκληρώθηκε
– η οικονομία βυθίστηκε στο σκοτάδι, χωρίς καμία προοπτική για το
μέλλον.
(β) Η ουτοπική, λανθασμένη εντύπωση που επικράτησε τότε (όπως στην Ελλάδα μέχρι σήμερα), σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι ζούσαν πάνω από τις δυνατότητες τους στο παρελθόν ή δεν ήταν τόσο εργατικοί, όσο θα έπρεπε,
οπότε ήταν ηθική και δίκαιη η «τιμωρία» τους, ενέτεινε την κρίση –
επειδή όταν οι επιχειρήσεις δεν έχουν πελάτες ή οι άνθρωποι εργασία, δεν
υπάρχει καμία απολύτως διέξοδος από το τούνελ, είτε είναι ηθική και
δίκαιη μία κοινωνία, είτε όχι.
(γ) Ο κανόνας του χρυσού είχε υιοθετηθεί για να δημιουργήσει σταθερότητα – αφαιρώντας
από τους δημαγωγούς πολιτικούς τη δυνατότητα να τυπώνουν απεριόριστες
ποσότητες χρημάτων, για να «δωροδοκούν» την εκλογική τους πελατεία. Στην
περίοδο όμως της ύφεσης, οδήγησε την οικονομία στο χάος – αφού δεν
επέτρεπε την ενεργή ώθηση της, για να μπορέσει να λειτουργήσει ξανά.
(δ) Σε καθεστώς δικτατορίας, μπορεί κανείς να εξαθλιώσει τους
ανθρώπους, εμποδίζοντας τους να εξεγερθούν – κάτι που όμως δεν συμβαίνει
στα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, στα οποία η συνεχής λιτότητα οδηγεί σε μαζικές διαμαρτυρίες, σε κοινωνικές αναταραχές, στην πολιτική αστάθεια και στον εξτρεμισμό.
Συνεχίζοντας, με βάση τα παραπάνω οι οικονομολόγοι, υπό τον Keynes,
θεώρησαν πως μετά τη σωστή διάγνωση είχαν βρει την κατάλληλη θεραπεία –
τεκμηριώνοντας πως ένα κράτος που σε εποχές κρίσεων μειώνει τις δαπάνες του, λειτουργεί ανεύθυνα. Απλούστατα,
θα πρέπει το δημόσιο να ξοδεύει πολύ περισσότερα χρήματα, για να
κινηθεί ξανά η οικονομία – ξεφεύγοντας από τον καθοδικό σπειροειδή κύκλο του διαβόλου.
Αυτό ακριβώς εφάρμοσαν πάρα πολλά κράτη, μετά τη χρηματοπιστωτική
κρίση του 2008, όπως οι Η.Π.Α., η Μ. Βρετανία, η Ιαπωνία, η Ελβετία κοκ.
– διογκώνοντας τους ισολογισμούς των κεντρικών τραπεζών τους (γράφημα), καθώς επίσης διασώζοντας τις τράπεζες, με την επένδυση μεγάλων ποσών χρημάτων.
.

.
Εν τούτοις, αυτό συνέβη σε ολόκληρο τον πλανήτη μόλις για ένα έτος – αφού ξαφνικά η Ευρώπη, στα τέλη του 2009 με εντολή της Γερμανίας και με αφορμή την Ελλάδα, άλλαξε κατεύθυνση εντελώς (υπενθυμίζουμε
πως ακριβώς τότε η Ελλάδα οδηγήθηκε στο ικρίωμα). Έτσι ξεκίνησε το
μεγαλύτερο οικονομικό πείραμα στην παγκόσμια ιστορία – η πολιτική
λιτότητας εκ μέρους μίας ολόκληρης ηπείρου.
.
Ο συλλογικός παραλογισμός
Επρόκειτο αναμφίβολα για μία δραματική συλλογική απόφαση, συνοδευόμενη από έναν περίεργο ενθουσιασμό όλων των συμμετεχόντων – οι οποίοι τοποθετήθηκαν από κοινού, υποκινούμενοι από τη γερμανική κυβέρνηση, εναντίον μίας απολύτως επιτυχημένης στρατηγικής, από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν.
Οι Ευρωπαίοι τάθηκαν δηλαδή υπέρ μίας οικονομικής πολιτικής, η οποία υποσχόταν μικρή έως μηδενική επιτυχία, μεγάλο ρίσκο και σίγουρη οδύνη –
ενώ ήταν σε πλήρη αντίθεση με όλα τα οικονομικά εγχειρίδια, έχοντας
οδηγήσει τον πλανήτη στην καταστροφή του 1930 και στον αιματηρό δεύτερο
παγκόσμιο πόλεμο. Οι δήθεν και οι πραγματικές αιτίες ήταν οι εξής:
(α) Η πρώτη αιτία της αλλαγής αυτής, ενάντια στα συμφέροντα του υπόλοιπου πλανήτη, καθώς επίσης ενάντια στο συλλογικό συντονισμό κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών που απαιτούσε η έξοδος από την κρίση,
φαίνεται πως ήταν μία πρόσφατη οικονομική μελέτη – σύμφωνα με την οποία
οι στοχευμένες περικοπές στους εθνικούς προϋπολογισμούς, θα οδηγούσαν
σε ανάπτυξη.
Ο λόγος που θα προκαλούταν ανάπτυξη ήταν το ότι, αυτού του είδους οι
περικοπές θα δημιουργούσαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους επενδυτές – οι
οποίοι στη συνέχεια θα δάνειζαν πιο εύκολα τα κράτη, ενώ θα εξαγόραζαν τις υγιείς πλέον επιχειρήσεις του δημοσίου, στα πλαίσια της γερμανικής νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί της ιδιωτικοποίησης των πάντων.
(β) Η δεύτερη αιτία ήταν επίσης μία οικονομική μελέτη – σύμφωνα με την οποία όταν το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ υπερβαίνει το 90%, τότε η οικονομία δεν έχει καμία δυνατότητα επιστροφής στην ανάπτυξη.
Βέβαια, η μελέτη αυτή τεκμηριώθηκε αργότερα πως στηριζόταν σε
λανθασμένους υπολογισμούς – οπότε δεν ήταν εύλογο να την εμπιστευθεί
κανείς.
Εν τούτοις, η λογική της θα μπορούσε να μην είναι εσφαλμένη – ενώ, σε
συνδυασμό με την πρώτη μελέτη, δημιούργησε την εντύπωση πως η πολιτική
της δημοσιονομικής επέκτασης (αύξηση της ποσότητας χρήματος, των
δημοσίων δαπανών κλπ.), ήταν μεν σωστή, αλλά μόνο εάν τα κράτη δεν είχαν συσσωρεύσει μεγάλα χρέη (με βασικό κριτήριο την Ιαπωνία, το δημόσιο χρέος της οποίας συνεχίζει να αυξάνεται ακατάπαυστα, πλησιάζοντας το 250% του ΑΕΠ).
(γ) Η τρίτη αιτία τώρα, η οποία δεν αναφέρεται πουθενά, ήταν και
είναι η κρυφή διαπίστωση της Γερμανίας, σύμφωνα με την οποία η πολιτική
του μερκαντιλισμού που υιοθέτησε από το 2000 μαζί με το μισθολογικό dumping, της εξασφάλιζε τεράστια πλεονάσματα στον προϋπολογισμό της, εν μέσω κρίσεων και εις βάρος των εταίρων της
– κάτι που φυσικά δεν αποκάλυψε, όταν υποκίνησε ολόκληρη την Ευρώπη να
αλλάξει πολιτική ξαφνικά, στα τέλη του 2009, σχεδιάζοντας μυστικά την οικονομική κατοχή της.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται πόσο
αυξάνονταν τα πλεονάσματα της Γερμανίας διαχρονικά (μαύρη καμπύλη,
αριστερή στήλη), ενώ μειώνονταν παράλληλα τα αντίστοιχα της Γαλλίας (ανοιχτή
καμπύλη, δεξιά στήλη) – με αποτέλεσμα ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της
Γερμανίας στην Ευρωζώνη, η Γαλλία, να βυθιστεί στα ελλείμματα, παρά το
ότι η παραγωγικότητα των εργαζομένων της είναι υψηλότερη από την
αντίστοιχη της Γερμανίας.
.

.
Ολοκληρώνοντας, εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή, όπου η Γερμανία προσπαθούσε να βρει τρόπο να εκμεταλλευθεί τη διαπίστωση της, η οποία θα της έδινε τη δυνατότητα να ανεξαρτητοποιηθεί σταδιακά από τις Η.Π.Α. αναλαμβάνοντας την ηγεσία της Ευρώπης, μέσω της πολιτικής λιτότητας και σε πλήρη αντίθεση με ολόκληρο τον υπόλοιπο πλανήτη, εμφανίσθηκε στο προσκήνιο η Ελλάδα
Η νέα ελληνική κυβέρνηση ισχυρίσθηκε πως η προκάτοχος της είχε παραποιήσει τις στατιστικές, οπότε το έλλειμμα ήταν πολύ υψηλότερο
– ενώ το δημόσιο χρέος είχε εκτοξευθεί στα ύψη, με αποτέλεσμα να
κινδυνεύει η χώρα να χρεοκοπήσει. Η Γερμανία, ως εκ θαύματος, είχε βρει
τον «από μηχανής Θεό» της στο πρόσωπο της Ελλάδας – ο πρωθυπουργός της
οποίας αφενός μεν δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως οξυδερκής αφετέρου
μάλλον εξυπηρετούσε άλλου είδους σχεδιασμούς.
Στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης μας θα αναφερθούμε στην απίστευτη αυτή αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής κατά 180 μοίρες,
με την υιοθέτηση της καταστροφικής λιτότητας – η οποία οδήγησε, μεταξύ
άλλων, την Ελλάδα στο χάος και τη Γερμανία στο θρόνο της Ευρώπης.
Βιβλιογραφία: C. Seibt, T.A.
.
© Copyright 2015 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας



