Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Γερμανία προσπαθεί να βγει από τη συριακή σύγκρουση

Δημοσιεύτηκε στις

Η Άνγκελα Μέρκελ προσπαθεί να αλλάξει πολιτική στη συριακή σύγκρουση.

Η
Γερμανία προσπαθεί να βγει από το ρόλο που της έχουν αναθέσει κατά τη
διάρκεια της συριακής σύγκρουσης. Ο υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Walter
Steinmeier, επιδιώκει να οργανώσει μια συνάντηση κορυφής μεταξύ μεγάλων
δυνάμεων για να διαπραγματευτεί η ειρήνη. Αλλά αυτό το σχέδιο θα είναι
πολύ δύσκολο να επιτευχθεί, τόσο επειδή η Γερμανία έχει βαριά ευθύνη για
τον πόλεμο όσο και επειδή η Γαλλία εξακολουθεί να θέλει να καταστρέψει την
Αραβική Δημοκρατία της Συρίας.

Δίκτυο Βολταίρος
| Βερολίνο (Γερμανία)
| 29 octobre 2015

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν στην επίθεση στη
Συρία το 2003, επικοινώνησαν με τη Γερμανία και το Ισραήλ πριν να
παραδώσουν την επιχείρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία.

Εκείνη την εποχή, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες συμμετείχαν μαζί
με τη Μοσάντ στη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι παρέχοντας ένα όπλο που
ήταν οι μόνοι που το διέθεταν [1].
Η ιδέα ήταν να προκαλέσειουν μια αντι-συριακή λαϊκή αντίδραση και μετά να
αποβιβαστούν οι πεζοναύτες για να αποκρούσουν τον «κατακτητή», σύμφωνα
με το σχέδιο του US Committee for a Free Lebanon και του Middle East
Forum του Daniel Pipes με το τίτλο «Να τεθεί τέρμα στη συριακή
κατοχή του Λιβάνου: ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών» (Ending Syria’s
Occupation of Lebanon : The U.S. Role) [2].
Αλλά η επιχείρηση απέτυχε, επειδή η Συρία, τονίζοντας ότι ήταν
στρατιωτικά παρούσα στο Λίβανο κατόπιν αιτήματος της διεθνούς κοινότητας
(Συμφωνίες της Ταϊφ [3]), εκκένωσε τη χώρα όταν ο δρόμος της το ζήτησε.

Η Γερμανία έπαιξε πάλι καθοριστικό ρόλο με το Ισραήλ, όταν ο
πρεσβευτής των ΗΠΑ, Jeffrey Feltman, διοργάνωσε τη Διεθνή Εξεταστική
Επιτροπή διορισμένη από τον Ban Ki-moon προκειμένου να βρεθεί η αλήθεια. Το
Βερολίνο απέσπασε τον πρώην εισαγγελέα Detlev Mehlis, ο οποίος είχε ήδη
προσφέρει απίθανες υπηρεσίες στη CIA καταλογίζοντας μια επίθεση της Μοσάντ
στο Βερολίνο στον Μουαμάρ αλ Καντάφι και τον πρώην αστυνόμο της
αστυνομίας Gerhard Lehmann και πράκτορα της BND, ο οποίος εμπλάκηκε στην
συνέχεια στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τη CIA στις μυστικές
φυλακές [4].
Αλλά, και πάλι, η επιχείρηση απέτυχε, αφού, μετά τη κατηγόρια ενάντια
στους προέδρους Εμίλ Λαχούντ και Μπασάρ Άσαντ ότι διέταξαν τη δολοφονία
του Ραφίκ Χαρίρι, η επιτροπή Mehlis κατέρρευσε με το σκάνδαλο των
ψευδομαρτύρων [5].

Η Γερμανία επίσης εμπλάκηκε στο παρόν πόλεμο, αυτή τη φορά στο πλευρό
του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, αναθέτοντας την προεδρία της
συνεδρίασης της «Ομάδας Εργασίας για την οικονομική ανάκαμψη και την
ανάπτυξη» των «Φίλων της Συρίας», σε έναν ανώτερο διπλωμάτη, τον Clemens
von Goetze.Τον Ιούνιο του 2012, μοίρασε, σε μια συνάντηση στο Άμπου
Ντάμπι, το πλούτο της Συρίας, μεταξύ των κρατών που θα συμφωνούσαν να
σαμποτάρουν τη διάσκεψη της Γενεύης. Πριν ακόμη να ανατραπεί η Αραβική
Δημοκρατία της Συρίας, οι σύμμαχοι είχαν κατανεμηθεί τις παραχωρήσεις
για την εκμετάλλευση του φυσικού της αερίου. Ο υπουργός Οικονομικών,
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δημιούργησε μια μόνιμη γραμματεία, με προϋπολογισμό €
600.000, για να διαχειριστεί τη λεηλασία των υδρογονανθράκων που
εμπιστεύτηκε στον Gunnar Wälzholz ο οποίος είχε ήδη υπηρετήσει με τον
ίδιο τρόπο εναντίον του Αφγανιστάν [6].

JPEG - 39.3 ko
Τον
Ιανουάριο του 2015, μια πορεία υπέρ της ανοχής συγκέντρωνε στο Βερολίνο
Γερμανούς πολιτικούς και μουσουλμάνoυς ηγέτες ως απάντηση στην επίθεση
εναντίον του Charlie Hebdo στο Παρίσι. Η Κυρία Μέρκελ διαδήλωνε αγκαζέ
με τον Αϊμάν Mazyek, γενικό γραμματέα του Κεντρικού Συμβουλίου των
Μουσουλμάνων. Παρότι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έχει κόψει τους δεσμούς του
με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και κρατά ανοικτό λόγο, ο κ Mazyek
προστατεύει στο πλαίσιο της οργάνωσής του τη Milli Görüs (η ρατσιστική
οργάνωση του Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν) και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους (η
μήτρα των τζιχαντιστικών οργανώσεων, υπό την προεδρία του Μαχμούντ
Ezzat, πρώην δεξί χέρι του Σαγιέντ Qutob).

Όταν η Γαλλία σαμποτάρισε τη διάσκεψη της Γενεύης, η Γερμανία όπως
πάντα βοήθησε να πραγματοποιήσει το σχέδιο -σχεδιασμένο από το 2007 από
τον John Negroponte, τότε διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών
ΗΠΑ- ενός πολέμου τύπου Νικαράγουα. Επρόκειτο να πολλαπλασιαστούν οι
τρομοκρατικές ομάδες για να «αιμορραγήσουν» τη χώρα. Έθεσε σε διάθεση
τον διεθνή συντονισμό των Αδελφών Μουσουλμάνων, πάντα παρόντων στην
επικράτεια της, στο Άαχεν, από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Από εκεί
σήμερα, οργανώνεται η αποχώρηση της Ahrar αλ-Σαμ, της αλ Κάιντα, του ΙΚ/Daesh και άλλων.

Ωστόσο, σήμερα, η κυβέρνηση Μέρκελ παρατηρεί την αποτελεσματικότητα
των ρωσικών βομβαρδισμών, την αναβλητικότητα των ΗΠΑ, και την σύγχυση
της διεθνούς στρατηγικής ισορροπίας. Επιζητεί λοιπόν να αποσυρθεί από
αυτή τη χαμένη μάχη και να κάνει ειρήνη με τη Συρία. Αυτή η αλλαγή
πλεύσης αντιστοιχεί προφανώς στη πολυαναμενόμενη προσέγγιση -και τόσο
επίφοβη για τη Ουάσινγκτον- μεταξύ του Βερολίνου και της Μόσχας.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να εξηγηθεί στο κοινό με την ευκαιρία της κρίσης των μεταναστών.

Η κρίση αυτή, προετοιμασμένη ένα χρόνο πριν, κατόπιν αίτησης του αφεντικού της βαριάς
βιομηχανίας Ulrich Grillo και υλοποιημένη από τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ
Ερντογάν, την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες του Αντόνιο Γκουτέρες, και
τον κερδοσκόπο George Soros, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διέσχισαν τα
Βαλκάνια για να πάνε να εργαστούν με χαμηλότερες αμοιβές στη Γερμανία [7].
Ωστόσο, η επιχείρηση διακόπηκε με την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής
επέμβασης, φοβούμενοι οι Γερμανοί ότι τζιχαντιστές που διαφεύγουν από
τους βομβαρδισμούς σμίξουν με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Ήδη, ο
πληθυσμός της Γερμανίας αντιστέκεται κατά των αλλοδαπών επειδή οι
εργοδότες εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να καταργήσουν το κατώτατο
μισθό σε πολλά ομόσπονδα κρατίδια. Ξαφνικά, η «κρίση των προσφύγων»
παρέχει ένα πιθανό άλλοθι για μια αλλαγή πολιτικής ενώπιον της Συρίας.

Εν πάση περιπτώσει, η συμφιλίωση μεταξύ της Γερμανίας και της Συρίας
θα είναι δύσκολη να διαπραγματευτεί. Ο υπουργός Εξωτερικών και πρώην
επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών, Frank-Walter Steinmeier ελπίζει να
μπορέσει να διοργανώσει μια συνεδρίαση του τύπου 5 + 1 (φόρμουλα της
Βιέννης για το Ιράν) για την επίλυση της συριακής σύγκρουσης. Αλλά η
Ρωσία τον ωθεί να είναι πιο φιλόδοξος και να συγκεντρώσει γύρω από το
τραπέζι τον πρόεδρο Πούτιν, την καγκελάριο Μέρκελ, τον Πρόεδρο Ολάντ και
τον Πρόεδρο αλ-Άσαντ (φόρμουλα της Νορμανδίας, όπως για την Ουκρανία).

Μετάφραση  Κριστιάν Άκκυριά
[1] « Révélations sur l’assassinat de Rafiq Hariri » (« Αποκαλύψεις για τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι»), από τον Thierry Meyssan, Оdnako (Russie), Réseau Voltaire, 29 Νοέμβρη 2010.
[2] « Les plans de l’US Committee for a Free Lebanon », par Thierry Meyssan, Réseau Voltaire, 8 mars 2005.
[3] « Accord de Taëf (23 octobre 1989) » («Συμφωνίες της Ταΐφ (23 Οκτωβρίου 1989»), Réseau Voltaire, 23 octobre 1989.
[4] « Attentat contre Rafic Hariri : Une enquête biaisée ?
»(«Επίθεση εναντίον του Ραφίκ Χαρίρι: μια προκατειλημμένη έρευνα;»),
συνέντευξη με τον Jürgen Κάιν Külbel τη Silvia Καττόρι, Μετάφραση Εύα
Hirschmugl, JPH, Voltaire Network, 15 Σεπτεμβρίου 2006.
[5] « La commission Mehlis discréditée » («Αναξιόπιστη η Επιτροπή Mehlis»), από τον Talaat Ramih, Voltaire Network, 9 Δεκεμβρίου 2005.
[6] „Die “Freunde von Syrien” teilen sich die syrische Wirtschaft bevor sie sie erobert haben“ («Οι “Φίλοι της Συρίας” μοιράζονται τη συριακή οικονομία πριν να την έχουν κατακτήσει»), von German Foreign Policy, Voltaire Netzwerk, 14. Juni 2012.
[7] “Η ψεύτικη «προσφυγική κρίση»”, του Τιερί Μεϊσάν, Μετάφραση Κριστιάν Άκκυριά, Δίκτυο Βολταίρος, 7 septembre 2015.

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom10 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις49 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή