Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τελείωσαν τα ψέματα… Ήρθε η ώρα για την ΑΟΖ της Ευρώπης

Δημοσιεύτηκε στις

WWW.MIGNATIOU.COM

Γράφει ο Θεόδωρος Καρυώτης
Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτουν, αναμφίβολα, θαλάσσια σύνορα. Αλλά τα θαλάσσια σύνορα της Ευρώπης δεν είναι μόνο τα χωρικά της ύδατα αλλά είναι και οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) των κρατών-μελών της! Έτσι η ΑΟΖ αποκτά ταυτόχρονα και μια σημαντική  γεωπολιτική έννοια που έχει διαφύγει, μέχρι σήμερα, από το στόχαστρο των Βρυξελλών. 

Στις 7 Μαρτίου 2013, ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς μιλώντας σε στελέχη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος αναφέρθηκε στην ΑΟΖ της Ευρώπης τασσόμενος σαφώς υπέρ μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για τα θέματα των εξωτερικών συνόρων και της ΑΟΖ. Στην ομιλία του επεσήμανε

«Το ελληνικό ή το κυπριακό πετρέλαιο ή φυσικό αέριο είναι “ευρωπαϊκό” φυσικό αέριο και “ευρωπαϊκό” πετρέλαιο. Πότε, λοιπόν, θα μιλήσει η Ευρώπη για τις ΑΟΖ; Γιατί θα πρέπει να είναι πρόβλημα μόνο για μένα, για τη χώρα μου;».
Μάλιστα, ο τότε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Σταθάκης σχολίασε πολύ θετικά την κίνηση του Αντώνη Σαμαρά να θέσει θέμα ευρωπαϊκής ΑΟΖ. Συγκεκριμένα είπε «Όπως ξέρετε, εγώ αποφεύγω την εύκολη κριτική. Θεωρώ ότι μπορεί να αποδειχθεί καλή η κίνηση και η επιλογή αυτή. Λέω λοιπόν ότι μπορεί να αποδειχθεί μια ευφυής κίνηση, διότι απεμπλέκει την αξιοποίηση των πηγών, που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, από το εθνικό επίπεδο -και σε γεωπολιτικό επίπεδο μπορεί να αποδειχθείευφυής αυτή η κίνηση».
Όταν τότε ο Έλληνας πρωθυπουργός μίλησε για μια ΑΟΖ της Ευρώπης οι ειδήμονες για την υφαλοκρηπίδα έκαναν ειρωνικές δηλώσεις λέγοντας ότι δεν υπάρχει ΑΟΖ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δυστυχώς, η προηγούμενη κυβέρνηση, μέσα στα βάσανα της εποχής, είτε αγνόησε είτε παρίστανε ότι ξέχασε να ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα και να το προχωρήσει. Βέβαια η σημερινή κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί του μια και, τώρα, έχει προτεραιότητα να διώξει το ΔΝΤ από την Ελλάδα.  Ο καθένας κρίνεται από τις πράξεις του, αλλά καλό θα είναι ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Κοτζιάς (σίγουρα ο κ. Σταθάκης έχει ξεχάσει εντελώς τις τότε δηλώσεις του) να ασχοληθούν πάλι με αυτό το κρίσιμο θέμα και να πουν στους ευρωπαίους εταίρους ότι πρέπει να έχουν στόχο την αξιοποίηση της ΑΟΖ που είναι τα πραγματικά θαλάσσια σύνορα της Ευρώπης.
Όταν η Ε.Ε. αντιλήφθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ότι μια ΑΟΖ 200 ν.μ. σύντομα θα εξαπλωθεί σε όλες τις ηπείρους αποφάσισε να μελετήσει το θέμα για να διαπιστώσει αν πρέπει και η Ε.Ε. να αποκτήσει μια τέτοια ζώνη. Έτσι έχοντας αναλύσει τις απώλειες και τα κέρδη της Ε.Ε. κάτω από μια ΑΟΖ 200 ν.μ. η Ε.Ε. πήρε ένα σημαντικό βήμα τον Νοέμβριο του 1976, συμφωνώντας σε τρεις βασικές αρχές:
  1. Την προέκταση των αλιευτικών ζωνών όλων των μελών της σε 200 ν.μ.
  2. Την μεταβίβαση στην Κοινότητα της αποκλειστικής αρμοδιότητας για τις διαπραγματεύσεις για αλιευτικές συμφωνίες της ΕΚ με κράτη μη-μέλη της Κοινότητας.
  3. Η Κοινότητα συμφώνησε σε ορισμένες αρχές για την μελλοντική της πολιτική σε θέματα διαχείρισης και διατήρησης των αλιευτικών πόρων.
Έτσι από το τέλος του 1976 η τότε ΕΟΚ προσπάθησε να δημιουργήσει μια κοινή αλιευτική πολιτική που θα είναι αποδεκτή σε όλα τα μέλη της και θα έχει μακροπρόθεσμους στόχους. Στη συνέχεια, το 1983, η Κοινότητα ζήτησε από όλα τα κράτη-μέλη της να δημιουργήσουν μια αλιευτική ζώνη 12 ν.μ. ανεξάρτητα από το μήκος των χωρικών τους υδάτων.
Η Ελλάδα δεν έκανε τότε καμία ενέργεια για να δημιουργήσει μια αλιευτική ζώνη 12 ν.μ. Αργότερα, η Τουρκία βλέποντας πολλές χώρες της ΕΕ να επεκτείνουν την αλιευτική τους ζώνη στα 12 ν.μ. και φοβούμενη ότι και η Ελλάδα θα έκανε το ίδιο πράγμα αντέδρασε και κάλεσε στην Άγκυρα, την 25ηΟκτωβρίου 1990 όλους τους τότε πρεσβευτές της ΕΕ, εκτός του Έλληνα πρέσβη και τους ζήτησε να μην επεκτείνουν την αλιευτική ζώνη τους στα 12 ν.μ. στη Μεσόγειο. Δυστυχώς η ΕΕ αποδέχτηκε αυτό το Τουρκικό διάβημα αλλά, ακόμα χειρότερα, το δέχθηκε και η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Όταν η ΕΕ αποφάσισε να δημιουργήσει ΑΟΖ 200 ν.μ. για όλα τα κράτη-μέλη της, η Τουρκία ζήτησε να μη δημιουργηθεί μια τέτοια ζώνη στη Μεσόγειο που πάλι αποδέχθηκε και η ΕΕ και η Ελλάδα. Η εξήγηση που δόθηκε από την ΕΕ ήταν ότι τα ψάρια σε αυτή τη θάλασσα έχουν υψηλή μεταναστευτική τάση και έτσι δεν κρίθηκε χρήσιμο να επεκταθούν τα 200 ν.μ. και σε αυτή την θάλασσα. Πάντως σήμερα η εικόνα έχει αλλάξει, αρχής γενομένης, από το μαρτυρικό νησί που με ηγέτη τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο, ανακήρυξε την πρώτη ΑΟΖ της Ε.Ε. στη Μεσόγειο Θάλασσα το 1984, χωρίς να φέρει καμία αντίρρηση η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Γαλλία και η Ισπανία είχαν δημιουργήσει ΑΟΖ αλλά όχι στη Μεσόγειο. Σήμερα και τα δύο κράτη προσπαθούν να δημιουργήσουν ΑΟΖ και στην Μεσόγειο αλλά διαφωνούν στην οριοθέτησή της.
Αυτή η κατάσταση, δηλαδή η εξαίρεση της Μεσογείου από την ζώνη των 200 ν.μ., δεν εξυπηρετούσε τα συνολικά συμφέροντα της ΕΕ και, ουσιαστικά, έχει πλέον αδρανήσει, ιδιαίτερα τώρα που η Κύπρος διαθέτει μια τέτοια ΑΟΖ. Μόνο ένα 4% του αλιεύματος στην Μεσόγειο προέρχεται από τα ύδατα άλλων κρατών και η ύπαρξη μιας ΑΟΖ στην Μεσόγειο δεν θα επιδράσει αρνητικά στην Ελλάδα, στην Ισπανία και την Ιταλία που αλιεύουν έξω από τις ακτές της Αλγερίας, του Μαρόκου και της Τυνησίας. Για αυτό το λόγο ήταν πολύ σημαντική η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά που ουσιαστικά ζήτησε να δημιουργηθεί μια Ευρωπαϊκή ΑΟΖ στην νοτιοανατολική Μεσόγειο ανάμεσα στην Ιταλία, την Ελλάδα, την Κύπρο και την Μάλτα, αλλά αργότερα το ξέχασε.
Ο "πατέρας της ΑΟΖ", κ. Θεόδωρος Καρυώτης

Ο “πατέρας της ΑΟΖ”, κ. Θεόδωρος Καρυώτης
Η ιστορία της ΑΟΖ
Η Σύμβαση του Δίκαιου της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS III), στο Μέρος XVIΙ και στο Παράρτημα IX δίνει τη δυνατότητα συμμετοχής Διεθνών Οργανισμών αμέσως μετά τη συμμετοχή της απολύτου πλειοψηφίας των κρατών-μελών της.  Ήδη όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ καθώς και η ίδια η ΕΕ έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση του Δίκαιου της Θάλασσας. Με βάση τα άρθρα 309 και 310 δεν επιτρέπεται να διατυπωθούν επιφυλάξεις ή εξαιρέσεις όταν τα διάφορα κράτη καταθέτουν την επικύρωση της Σύμβασης. Έτσι, τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να έχουν επιφυλάξεις σχετικά με τις αρμοδιότητες που έχουν μεταβιβάσει σε αυτή. Πιο συγκεκριμένα, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε την Τελική Πράξη της Σύμβασης του Δίκαιου της Θάλασσας τον Δεκέμβρη του 1982 στο Montego Bay της Τζαμάικας έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Η Κοινότητα σημειώνει ότι τα Κράτη-Μέλη της έχουν μεταβιβάσει σ’ αυτήν τις αρμοδιότητες  που αφορούν στην διατήρηση και διαχείριση των αλιευτικών τους πόρων. Επομένως, στα θέματα αλιείας μόνο η Κοινότητα μπορεί να υιοθετήσει τους σχετικούς κανόνες και κανονισμούς (οι οποίοι εκτελούνται από τα Κράτη-Μέλη) και έχει την δυνατότητα να προβαίνει σε συμφωνίες με τρίτα Κράτη ή με διεθνείς οργανισμούς.»
Σήμερα το μήκος των ακτών της ΕΕ των 28 ξεπερνάει τα 66.000 χλμ. και η Ελλάδα διαθέτει τη μεγαλύτερη ακτή από όλα τη κράτη-μέλη που φτάνει τα 16,465 χλμ. καθώς επίσης και τα περισσότερα νησιά και νησίδες που είναι 3.100 και 2.463 από αυτά βρίσκονται στο Αιγαίο Πέλαγος. Βέβαια αν υπολογισθούν και οι βραχονησίδες, τότε ξεπερνούν τις 10.000. Συγκριτικά, οι ακτές των ΗΠΑ είναι 20.000 χλμ., της Λατινικής Αμερικής 25.000 χλμ., της Αφρικής 30.000 χλμ. και της Αυστραλίας 26.000 χλμ.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τις θαλάσσιες και χερσαίες εκτάσεις της Ε.Ε.
Χερσαία Έκταση: 5.259.416 χλμ2
ΑΟΖ: 7.044.342 χλμ2
Υφαλοκρηπίδα: 1.923.935 χλμ2
Χωρικά Ύδατα: 1.152.126 χλμ2
Το 2013 ήταν μια σημαντική και κρίσιμη χρονιά για τα θέματα της ΑΟΖ, γιατί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια νέα μελέτη με τίτλο «Βελτιώνοντας τη διακυβέρνηση του θαλάσσιου χώρου: Μια ευκαιρία για Γαλάζια Ανάπτυξη στη Μεσόγειο Θάλασσα».
Αυτή η μελέτη αναφέρει ότι η δημιουργία Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών στη Μεσόγειο Θάλασσα θα ωφελήσει την Γαλάζια Ανάπτυξη της Ε.Ε. Η μελέτη παρουσιάζει μια οικονομική ανάλυση για την αξία δημιουργίας ΑΟΖ από τα ευρωπαϊκά κράτη που θα είναι προέκταση του σχεδίου «Γαλάζια Ανάπτυξη» της Ευρώπης.
Η στρατηγική της Γαλάζιας Ανάπτυξης έχει σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και εργασίας στην θαλάσσια οικονομία ώστε να βοηθήσει την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης. Το 2013 η θαλάσσια οικονομία πρόσφερε εργασία σε 5,4 εκ. κατοίκους και η αξία της έφτανε τα 500 δις. ευρώ. Έχει υπολογιστεί ότι το μέχρι το 2020 θα υπάρχει εργασία για 7 εκ. κατοίκους και η αξία της θα φτάνει τα 5 δις. ευρώ. Αλλά αυτοί οι αριθμοί θα ωχριούν μπροστά στους αριθμούς που θα φέρουν η αξιοποίηση των υδρογονανθράκων όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και σε όλη την περιοχή της Μεσογείου που έχουν ακτές τα κράτη της Ε.Ε.
Έτσι η μελέτη αυτή προτρέπει στα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου να προβούν στην ανακήρυξη και οριοθέτηση των ΑΟΖ τους.
Συγκεκριμένα τονίζει:
«Γύρω από αυτή την στρατηγική και κρίσιμη από κάθε πλευρά θαλάσσια λεκάνη, το λίκνον του δυτικού μας πολιτισμού, ελάχιστα παράκτια κράτη έχουν ανακηρύξει ΑΟΖ. Αυτή η πρωτοβουλία της ΕΕ μπορεί να πυροδοτήσει μια σειρά από τέτοιες διεκδικήσεις με βάση τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Ο πασιφανής στόχος είναι η εξερεύνηση του πλούτου της Μεσογείου Θάλασσας, αλλά πιθανώς ακόμα περισσότερο τους υδρογονάνθρακες που βρίσκονται στα βάθος των βυθών της. Γιατί δεν πρέπει η ΕΕ να περιμένει για καλύτερες ειρηνικές περιόδους για να προβεί στην εκτέλεση αυτού του σχεδίου.
Αντιλαμβανόμαστε ότι η μελέτη γίνεται ακόμα πιο σημαντική μετά τις τελευταίες ανακαλύψεις των τεράστιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου που έχουν εντοπιστεί στην περιοχή ανάμεσα στη Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχει ήδη ένδειξη που υποστηρίζεται από επιστημονικά δεδομένα ότι υπάρχουν ακόμα και άλλα κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου στην Ανατολική Μεσόγειο.  
Μέσα στις ΑΟΖ των 200 ν.μ. των κρατών-μελών της ΕΕ, το μεγαλύτερο ποσοστό της Μεσογείου σε αλιεία και σε υδρογονάνθρακες θα είναι ευρωπαϊκή ιδιοκτησία.
Χωρίς τις ΑΟΖ να έχουν συμφωνηθεί, να έχουν ανακηρυχθεί και οριοθετηθεί, η εκμετάλλευση του ότι βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του νερού είναι αδύνατη.
Επομένως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα πρέπει, με εμμονή να ακολουθήσουν μια στρατηγική με βάση αυτά τα δεδομένα. Ο στόχος δεν είναι τίποτα λιγότερο από την πραγματοποίηση αυτάρκειας στην ενέργεια στην διψασμένη για υδρογονάνθρακες γερασμένη μας ήπειρο.»
Η μελέτη αυτή, βέβαια, δημοσιεύτηκε πριν έρθει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και είμαι σίγουρος ότι την διαβάζει τώρα για πρώτη φορά. Εμείς, βέβαια, δεν θα αρπάξουμε αυτή την ευκαιρία και να πάμε στις Βρυξέλλες και να ενημερώσουμε τους εταίρους μας ότι είμαστε έτοιμοι να ανακηρύξουμε την ελληνική ΑΟΖ όπως προτείνει η μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εμείς προτιμούμε να χορεύουμε ζεϊμπέκικο, αντιγράφοντας όλα τα κακά ελαττώματα του ΠΑΣΟΚ, που φαίνεται ότι ακόμα μας κυβερνάει, μια και όλα τα κακόφωνα στελέχη του συνυπάρχουν στην σημερινή αριστεροδεξιά κυβέρνηση.
Οι αυξανόμενες τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος, τα σενάρια μυστικής διπλωματίας μεταξύ Αθήνας- Άγκυρας και η εγκληματική αμέλεια των ελληνικών κυβερνήσεων να υιοθετήσουν μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη θέτουν σε κίνδυνο τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα σε μια περίοδο που η Ελλάδα εμφανίζεται τρωτή απέναντι σε διεθνείς πιέσεις.
Ο 59ος γύρος διερευνητικών επαφών Ελλάδας – Τουρκίας πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. στις 23 Δεκεμβρίου. Η προηγούμενη συνάντηση έλαβε χώρα στην Θεσσαλονίκη στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, αλλά ποτέ δεν μαθαίνουμε τα αποτελέσματα αυτών των συζητήσεων. Υπάρχει, όμως, και μια εξαίρεση που συνέβη στο 55ο γύρο των συνομιλιών διότι, για πρώτη φορά, ο πρέσβης Αποστολίδης, που ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας, κατόπιν εντολής του τότε υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Βενιζέλου, ανέφερε το θέμα της ΑΟΖ στον Τούρκο ομόλογό του. Από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν τόλμησαν ποτέ να αναφέρουν την ΑΟΖ στις συνομιλίες με τους Τούρκους. Όταν ο Γιώργος Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός, είχε δώσει εντολή στον πρέσβη Αποστολίδη να μην αναφέρει την ΑΟΖ στις συζητήσεις του με την τουρκική πλευρά! Υποψιάζομαι ότι την ίδια εντολή έδωσε τώρα και ο Νίκος Κοτζιάς.
Ο ρόλος της Τουρκίας
Επομένως, σύντομα, η Ελλάδα θα πρέπει να προβεί στην ίδια ενέργεια που έκαναν οι ΗΠΑ, η Ρωσία και οι περισσότερες χώρες της ΕΕ, δηλαδή να διακηρύξει την κυριαρχία της σε μια ΑΟΖ, με βάση το εθιμικό δίκαιο της θάλασσας, όπως αυτό εκφράζεται στη Σύμβαση του Δίκαιου της Θάλασσας και μετά να την οριοθετήσει με τα έξι κράτη με τα οποία έχει θαλάσσια σύνορα μια και όλα έχουν ακτές στη Μεσόγειο Θάλασσα. Η Τουρκία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν έχει απειλήσει την Ελλάδα λέγοντας ότι η δημιουργία μιας ελληνικής ΑΟΖ θα είναι και αυτό casus belli για τη Τουρκία. Αλλά σε περίπτωση που δοθεί εντολή από την ΕΕ να δημιουργηθεί μια ΑΟΖ σε όλα τα κράτη-μέλη της, ίσως η Τουρκία να αρχίσει τις απειλές της και γι’ αυτό το θέμα, αλλά τότε η Τουρκία θα είναι αναγκασμένη και υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει το casus belli και κατά της ΕΕ. Επιπλέον, η Τουρκία προσπαθεί να ξεχάσει ότι ένας από τους όρους πλήρης ένταξής της στην ΕΕ είναι η υποχρέωσή της να επικυρώσει τη νέα Σύμβαση του Δίκαιου της Θάλασσας και βέβαια το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ξεχνάει, για χρόνια τώρα, να υπενθυμίσει στη Τουρκία αυτόν τον σημαντικό όρο κάθε φορά που παραβιάζει τα δικαιώματα της Ελλάδας στο Αιγαίο.
Βέβαια οι Ευρωπαίοι πιστεύουν ότι απαιτούμαι πράγματα που δεν πρέπει να τα απαιτούμαι από τους εταίρους μας, όπως να δηλώσουν ότι το Καστελόριζο δεν είναι μόνο νησί της Ελλάδας αλλά κα νησί της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ότι δεν υπάρχει λόγος για συζητήσεις για την πλήρη ένταξη της Τουρκίας όσον παραμένει κατακτητής ενός μέρους ενός κράτους-μέλους της ΕΕ. Όταν κάποτε θα έρθει προς ψήφιση η πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, το αποτέλεσμα είναι σε όλους γνωστό. Έτσι γιατί κοροϊδεύουν και τους Τούρκους μια και όλοι γνωρίζουν ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ;
Επίλογος
Έχω την εντύπωση ότι η ΕΕ δεν θα δώσει εντολή στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη-μέλη της να ανακηρύξουν και να οριοθετήσουν ΑΟΖ στη Μεσόγειο Θάλασσα. Βέβαια η Ε.Ε. δεν κάνει τίποτα άλλο από το να δίνει συνεχώς εντολές στα κράτη-μέλη της για διάφορα οικονομικά, πολιτικά και οικονομικά θέματα. Φαίνεται ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν μόνο υποχρεώσεις και όχι δικαιώματα. Φανταστείτε τις ΗΠΑ, όταν υπάρξει μια διαφορά ανάμεσα στη Φλόριδα και στη Κούβα, να πουν ότι δεν εμπλέκονται σε αυτή τη  διένεξη γιατί δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν τη Κούβα!
Σήμερα, οι Κύπριοι αγωνίζονται να σώσουν την ΑΟΖ τους από τα σχέδια των Αμερικανών, το Ισραήλ προσπαθεί να απαγκιστρωθεί από την πίεση των Αμερικανών να τα βρει με την Τουρκία, και η Αίγυπτος βρίσκει συνεχώς μεγαλύτερα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Αλλά ο Αλέξης Τσίπρας ενθυμούμενος την επίσκεψη Αραφάτ στην Αθήνα και τον εναγκαλισμό του με τον Ανδρέα Παπανδρέου, έκανε και αυτός το ίδιο με τον Πρόεδρο της Παλαιστίνης Αμπάς. Ήταν μια σωστή απόφαση αλλά σε μια εντελώς ακατάλληλη στιγμή αποξαίνοντάς μας από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, τώρα που τους έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ.
Όταν, τελικά, όλα τα κράτη της ΕΕ που βρέχουν τη Μεσόγειο δημιουργήσουν ΑΟΖ, θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά ότι τα πραγματικά θαλάσσια σύνορά της Ευρώπης είναι αυτά της ΑΟΖ και όχι τα χωρικά μας ύδατα και να μπορέσουμε να πείσουμε τους εταίρους μας ότι θα είναι χρήσιμο η FRONTEX να ασχοληθεί με τα θέματα της έρευνας/διάσωσης και του προσφυγικού στα όρια των ΑΟΖ των κρατών-μελών.
Τώρα έφτασε η ώρα, σε αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο για το μέλλον της Ευρώπης να αναδειχτεί ο ουσιαστικός ρόλος της FRONTEX σαν ο πραγματικός φύλακας της Ε.Ε. που θα προστατεύει και την ΑΟΖ των κρατών-μελών της. Τι θα συμβεί εάν αρχίσουν και έρχονται πρόσφυγες από την Συρία κατευθείαν προς τις ακτές της Κύπρου; Δηλαδή η FRONTEX θα περιμένει τους πρόσφυγες στα 12 ν.μ. που είναι τα χωρικά ύδατα της Κύπρου; Εάν όμως η FRONTEX έχει ουσιαστική παρουσία για την φύλαξη της κυπριακής ΑΟΖ, τότε η Ευρώπη θα καταλάβει την αξία του διευρυμένου ρόλου αυτού του ευρωπαϊκού οργανισμού.
http://WWW.MIGNATIOU.COM – ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΚΛΟΠΗ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΜΑΣ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή