Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Μετά τις τεκτονικές αλλαγές στη Συρία, τι; – Γιατί οι Τούρκοι έχουν κατεβάσει από τα ράφια τους χάρτες της Συνθήκης των Σεβρών!

Δημοσιεύτηκε στις

του Σάββα Καλεντερίδη 

Στο άρθρο της Παρασκευής αναφερθήκαμε στις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται στη Μέση Ανατολή-Ιράκ-Συρία και καταλήγοντας σημειώσαμε ότι Τούρκοι πολιτικοί και επιτελείς έχουν κατεβάσει τους τόμους και τους χάρτες της Συνθήκης των Σεβρών, γιατί οι εξελίξεις μπορεί να οδηγήσουν την Τουρκία σε μια κατάσταση, που θα την υποχρεώσουν –στην καλύτερη γι’ αυτήν περίπτωση– να αναγνωρίσει αυτονομία στους Κούρδους του τουρκοκρατούμενου Κουρδιστάν. Kάτι που πιθανόν να ανοίξει το δρόμο και για άλλες αυτονομίες!
Τις προηγούμενες ημέρες έγιναν κάποια πολύ σημαντικά πράγματα στη Συρία και το Ιράκ, που αποδεικνύουν ότι ΗΠΑ και Ρωσία έχουν συμφωνήσει επί της αρχής να αποκλείσουν την Τουρκία από αυτά που θα αποφασιστούν το επόμενο διάστημα για τη Συρία (και για το Ιράκ).

Εξέλιξη που προμηνύει ότι η επόμενη χώρα η οποία θα κληθεί να αντιμετωπίσει ανάλογες καταστάσεις, είναι η ίδια η Τουρκία.
Για να κατανοήσουμε τις γεωπολιτικές ισορροπίες, το συσχετισμό δυνάμεων και τη στάση ΗΠΑ και Ρωσίας απέναντι στην Τουρκία, θα πρέπει κατ’ αρχάς να σημειώσουμε την ανακοίνωση που έγινε πριν από μερικά 24ωρα από το γραφείο του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζον Μπάιντεν, με την οποία ο δεύτερος τη τάξει της υπερδύναμης ζητεί από την Τουρκία να αποσύρει τα στρατεύματά της από την περιοχή της Μοσούλης και από την επικράτεια του Ιράκ.

Η συνέχεια του άρθρου στο Pontos-news

GEOPOLITICO

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.

Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.

Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.

Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.

Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.

Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.

Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.

Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.

Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.

Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας

Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.

Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.

Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.

Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.

Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.

Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα

Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.

Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.

Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.

Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.

Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι

Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.

Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.

Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.

Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.

Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.

Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.

Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις

Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.

Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.

Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.

Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης

Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.

Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.

Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.

Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.

Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.

Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.

Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.

Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.

Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των θρησκευτικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό και την αντίδρασή της στους χρηματοδότες της Χαμάς στο εσωτερικό ως άσχετες με τη στρατηγική συνεργασία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά έλεγχο των ισλαμιστικών δικτύων, ενώ η Κομισιόν ενισχύει τη συνεργασία με την Άγκυρα. Η Diyanet, οι αμερικανικές κυρώσεις για χρηματοδότηση της Χαμάς και οι τουρκικές φιλοδοξίες για SAFE και SEPA αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής».

Η κεντρική διάκριση που αξίζει να διατηρηθεί είναι ότι το άρθρο δεν ταυτίζει τη θρησκευτική δραστηριότητα με την τρομοκρατία, αλλά θέτει ζητήματα κρατικής επιρροής, διαφάνειας και εφαρμογής των νόμων.

Του Σάι Γκαλ, Το Βήμα

Στις 8 Οκτωβρίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαίτησε έλεγχο της χρηματοδότησης που συνδέεται με την Τουρκία και το Κατάρ. Στις 9 Οκτωβρίου, η Επίτροπος Διεύρυνσης της ΕΕ, Μάρτα Κος, στάθηκε δίπλα στον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να εγκαινιάσει μια σιδηροδρομική γραμμή που χρηματοδοτείται από 275 εκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις της ΕΕ.

Η ψηφοφορία ήταν 381 υπέρ έναντι 167 κατά. Στοχοποίησε τα δίκτυα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και τον ισλαμιστικό εισοδισμό: την πολιτική επιρροή που καλλιεργείται εντός των καθιερωμένων θεσμών. Η Κος επέκρινε την δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε την αυξανόμενη στρατηγική της σημασία. Η Άγκυρα επιδιώκει βαθύτερη πρόσβαση στα οικονομικά και αμυντικά συστήματα της Ευρώπης.

Η επιχορήγηση προηγείται της ψηφοφορίας. Το ίδιο ισχύει και για τα αποδεικτικά στοιχεία. Κανένα κοινό κριτήριο κρατικής λογοδοσίας δεν συνδέει τις απαιτήσεις του Κοινοβουλίου με τη συνεργασία της Επιτροπής με την Άγκυρα.

Το μη δεσμευτικό ψήφισμα συνδέει το Συμβούλιο των Ευρωπαίων Μουσουλμάνων, ένα πανευρωπαϊκό όργανο-ομπρέλα, και το Europe Trust, ένα βρετανικό φιλανθρωπικό ίδρυμα με σημαντικές επενδύσεις σε ακίνητα, με το ευρωπαϊκό δίκτυο της Αδελφότητας Μουσουλμάνων. Απαιτεί τον εντοπισμό των επιχορηγήσεων της ΕΕ στους τελικούς δικαιούχους τους, τον περιορισμό της θεσμικής πρόσβασης, τον έλεγχο της ξένης χρηματοδότησης και την αξιολόγηση των συνδεδεμένων οντοτήτων βάσει των κριτηρίων ένταξης της ΕΕ στον κατάλογο τρομοκρατών. Ο τίτλος του υπόσχεται μια στρατηγική· οι λειτουργικές του διατάξεις δεν απαιτούν καμία.

Η πολιτική επιρροή δεν συνιστά απαραίτητα τρομοκρατία. Η ξένη χρηματοδότηση από μόνη της δεν συνιστά παρέμβαση. Το νομικό καθεστώς δεν θεμελιώνει αυτονομία. Οι ενώσεις, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και τα θρησκευτικά ιδρύματα μπορούν να είναι νόμιμα και να διοικούνται από το εξωτερικό, ακόμη και όταν ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν ολόκληρες κοινότητες. Το κριτήριο είναι ποιος τα διευθύνει, ποιος τα χρηματοδοτεί και ποιος ωφελείται.

Μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι στην Αίγυπτο το 2013, η Τουρκία φιλοξένησε εξόριστους της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Μια μελέτη του 2025 από το Κέντρο Τεκμηρίωσης Πολιτικού Ισλάμ της Αυστρίας κατέγραψε ιδεολογικούς, προσωπικούς και οργανωτικούς δεσμούς μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν, του Millî Görüş, ενός τουρκικού ισλαμιστικού κινήματος, και των δικτύων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Ευρώπη.

Η μελέτη κατέγραψε επίσης πρόσωπα που συνδέονται με την Αδελφότητα και συμμετείχαν στη Συνάντηση Ευρωπαίων Μουσουλμάνων του 2019, η οποία διοργανώθηκε στη Γερμανία από την Τουρκική Ισλαμική Ένωση Θρησκευτικών Υποθέσεων (DITIB), μια θρησκευτική οργάνωση-ομπρέλα που είναι εγγεγραμμένη στη Γερμανία και συνδέεται θεσμικά με την Diyanet, την κρατική θρησκευτική αρχή της Τουρκίας. Η Diyanet και η Αδελφότητα παραμένουν θεσμικά διακριτές.
Μέσω οργανισμών όπως η DITIB, η οποία περιλαμβάνει σχεδόν 900 κοινότητες στη Γερμανία, η Diyanet διορίζει και επιβλέπει ιμάμηδες στο εξωτερικό. Το τουρκικό κράτος πληρώνει πολλούς από αυτούς. Οι διορισμοί, τα καθήκοντα αναφοράς, οι οδηγίες και η οικονομική εξάρτηση δημιουργούν μια αλυσίδα εξουσίας που εκτείνεται στην Άγκυρα.

Το 2017, ιμάμηδες που συνδέονται με την DITIB διαβίβασαν πληροφορίες σχετικά με οπαδούς του Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο η Άγκυρα κατηγόρησε για το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, αφού έλαβαν οδηγίες από την Diyanet. Η DITIB παραδέχτηκε τις διαβιβάσεις, αλλά αρνήθηκε την θεσμική ευθύνη για κατασκοπεία. Γερμανοί εισαγγελείς έκλεισαν τις έρευνες τον Δεκέμβριο του 2017 χωρίς να απαγγελθούν κατηγορίες.

Στις 7 Ιουνίου 2022, το Κοινοβούλιο προειδοποίησε ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί την Προεδρία για τους Τούρκους του Εξωτερικού και τις Συναφείς Κοινότητες και την DITIB για να επηρεάσει τη διασπορά της, διακινδυνεύοντας να παρέμβει στις δημοκρατικές διαδικασίες των κρατών μελών.

Ένα κράτος δεν παύει να ασκεί κρατική εξουσία επειδή την ασκεί μέσω της θρησκείας.

Η ευρωπαϊκή συνταγματική προστασία επεκτείνεται στους πιστούς, τις κοινότητες και τα θρησκευτικά ιδρύματα. Δεν παρέχει ούτε πολιτική εξουσία επί των Ευρωπαίων πολιτών σε ξένες κυβερνήσεις ούτε ασυλία από τους νόμους κατά της κατασκοπείας, των παράνομων παρεμβάσεων και της παράνομης χρηματοδότησης.

Ένα από τα πέντε σχέδια προτάσεων κατονόμαζε την Diyanet, ενώ το ψήφισμα που εγκρίθηκε δεν το έκανε. Οι διατάξεις του αφορούν τη χρηματοδότηση που συνδέεται με την Τουρκία και την πρόσβαση σε ιδρύματα, όχι την ιεραρχία των κληρικών στην Άγκυρα.

Το Μητρώο Διαφάνειας της ΕΕ γενικά εξαιρεί τις θρησκευτικές ενώσεις, αν και όχι τα γραφεία που έχουν συσταθεί για την εκπροσώπησή τους ενώπιον των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Η προτεινόμενη οδηγία της Ένωσης σχετικά με την εκπροσώπηση ξένων συμφερόντων καλύπτει δραστηριότητες που αποσκοπούν στην επιρροή δημόσιων αποφάσεων εκ μέρους τρίτων χωρών. Καμία από τις δύο δεν αντιμετωπίζει την εξουσία της ξένης κυβέρνησης επί του κλήρου, από μόνη της, ως καλυπτόμενη εκπροσώπηση συμφερόντων. Ο έλεγχος αυτής της εξουσίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό στην αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών μελών.

Η συγχώνευση του ελέγχου των ισλαμιστικών δικτύων με την εχθρότητα προς τους Μουσουλμάνους προστατεύει τα πολιτικά κινήματα και τον ξένο θρησκευτικό έλεγχο από την λογοδοσία. Η αντιμετώπιση της λατρείας, της καταγωγής ή της ταυτότητας των Μουσουλμάνων ως απόδειξη απιστίας ενισχύει τον ισλαμιστικό ισχυρισμό ότι οι Μουσουλμάνοι δεν μπορούν να ανήκουν στην Ευρώπη και επιτρέπει στον Ερντογάν να ισχυρίζεται ότι τους προστατεύει. Ο ένας μπερδεύει την ελευθερία με την ασυλία. Ο άλλος μπερδεύει την ταυτότητα με την ενοχή.

Οι μουσουλμάνοι πολίτες της Ευρώπης δεν αποτελούν το πολιτικό εκλογικό σώμα της Άγκυρας.

Η αυστριακή μελέτη προσδιόρισε τη Χαμάς ως τον τελευταίο σημαντικό εταίρο του ΑΚΡ εντός του στρατοπέδου της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Στις 12 Μαρτίου 2026, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ προσδιόρισε την Hayat Yolu, με έδρα την Τουρκία, ως επιχειρησιακό αρχηγείο, τραπεζικό και χρηματοοικονομικό κόμβο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και της επέβαλε κυρώσεις για υλική υποστήριξη της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. Στις 23 Ιουλίου, το Υπουργείο Οικονομικών όρισε τον Μαχμούντ αλ-Αμπιάρι, ανώτερο αξιωματούχο της Αιγύπτιας Αδελφότητας με έδρα τη Βρετανία, για την υποστήριξη της συγκέντρωσης κεφαλαίων για την Hayat Yolu και μια άλλη οργάνωση που είχε προηγουμένως τιμωρηθεί στην Τουρκία.

Σε αντίθεση με την άμεση εξουσία της επί του κλήρου στο εξωτερικό, η ευθύνη της Άγκυρας για τους χρηματοδότες που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία έγκειται στην επιβολή του νόμου. Το οικονομικό ίχνος χρονολογείται πριν από τις 7 Οκτωβρίου 2023. Το 2019, η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις στην Redin Exchange με έδρα την Τουρκία για μια μεταφορά 10 εκατομμυρίων δολαρίων προς τη στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς. Το 2022, αποκάλυψε ένα μυστικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο της Χαμάς που ξεπερνούσε τα 500 εκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία.

Η Τουρκία ήταν επίσης ένας κύριος διάδρομος διέλευσης για τους Ευρωπαίους τζιχαντιστές που ταξίδευαν από και προς τη Συρία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των νεοσύλλεκτων του ISIS. Στις 5 Ιανουαρίου 2023, η Ουάσινγκτον και η Άγκυρα στόχευσαν από κοινού ένα δίκτυο χρηματοδότησης του ISIS. Οι αμερικανικές αρχές επέβαλαν κυρώσεις· οι τουρκικές αρχές πάγωσαν περιουσιακά στοιχεία.

Τον Ιούνιο του 2024, η Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force), η παγκόσμια αρχή κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αφαίρεσε την Τουρκία από τη γκρίζα λίστα της, αφού αναγνώρισε αυστηρότερες οικονομικές έρευνες, εποπτεία και επιβολή του νόμου.

Οι χαρακτηρισμοί ως τρομοκρατικοί διαμορφώνουν την επιβολή του νόμου, τις οικονομικές έρευνες και τη συνεργασία στις υπηρεσίες πληροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, ο Ερντογάν νομιμοποιεί τη Χαμάς ως αντίσταση, παρά τον χαρακτηρισμό της ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η άρνηση της Άγκυρας να αναγνωρίσει τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση είναι πολιτική επιλογή και όχι περιορισμός στην επιβολή του νόμου.

Η απειλή της Χαμάς στην Ευρώπη επεκτάθηκε πέρα ​​από τη χρηματοδότηση. Τον Δεκέμβριο του 2023, η γερμανική και η ολλανδική αστυνομία συνέλαβαν ύποπτους για τη συμμετοχή της Χαμάς στο Βερολίνο και το Ρότερνταμ, κατηγορούμενους για προετοιμασία επιθέσεων εναντίον εβραϊκών ιδρυμάτων. Οι ερευνητές αποκάλυψαν επίσης μια κρυψώνα όπλων που συνδέεται με τη Χαμάς στη Βιέννη. Τον Νοέμβριο του 2025, η Μοσάντ αποκάλυψε ευρωπαϊκές έρευνες για ύποπτη εμπλοκή…

Μέλη της Χαμάς με έδρα την Τουρκία σχεδιάζουν επιθέσεις.

Από τις 7 Οκτωβρίου 2023, η Μοσάντ, η Σιν Μπετ και οι ισραηλινές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν εντείνει τη συλλογή πληροφοριών για την Τουρκία και τη Χαμάς, ξεχωριστά και όπου διασταυρώνονται τα δίκτυά τους. Οι ισραηλινές πληροφορίες σχετικά με τη διοίκηση, τη χρηματοδότηση, τους μεσάζοντες και τους επιχειρησιακούς δεσμούς της Χαμάς στο εξωτερικό έχουν συμβάλει σε έρευνες που αφορούν την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος (BfV) της Γερμανίας και τη Διεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας και Πληροφοριών (DSN) της Αυστρίας. Η Υπηρεσία Ασφάλειας και Πληροφοριών (PET) της Δανίας έχει διερευνήσει ξεχωριστά διασυνοριακές απειλές. Μια συμφωνία του 2018 προβλέπει στρατηγική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ισραηλινών αρχών επιβολής του νόμου και της Europol.

Η Ευρώπη έχει το ιστορικό της θεσμικής επιρροής της Άγκυρας, των οικονομικών στοιχείων της Ουάσιγκτον και των επιχειρησιακών πληροφοριών του Ισραήλ.

Το ΝΑΤΟ δεσμεύει την Άγκυρα με τη συλλογική άμυνα, όχι με τον χαρακτηρισμό της Χαμάς από τους συμμάχους της ή τις αντιτρομοκρατικές τους πολιτικές.

Η Ευρώπη έχει ήδη νόμους κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, εξουσίες δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, ειδικές κυρώσεις κατά της Χαμάς και κανόνες κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι αμερικανικές ονομασίες δεν ενεργοποιούν αυτόματα τις ευρωπαϊκές κυρώσεις. Οι ευρωπαϊκές αρχές μπορούν να αξιολογήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία και να επιβάλουν κυρώσεις όπου το επιτρέπει η νομοθεσία της ΕΕ.

Η Τουρκία επιδιώκει πρόσβαση στο SAFE, το πλαίσιο χρηματοδότησης και προμηθειών της ΕΕ για την άμυνα, και ένταξη στον SEPA, τον Ενιαίο Χώρο Πληρωμών σε Ευρώ για τυποποιημένες μεταφορές σε ευρώ. Το SAFE θέτει όρους για τη συμμετοχή τρίτων χωρών σε ισχύουσες συμφωνίες και διασφαλίσεις σχετικά με τον ξένο έλεγχο, τις ευαίσθητες πληροφορίες και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Ο SEPA εφαρμόζει ξεχωριστά κριτήρια συστήματος πληρωμών και συμμόρφωσης. Κανένα από τα δύο δεν προσφέρει αυτόματη ένταξη.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεις, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των θρησκευτικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό και την αντίδρασή της στους χρηματοδότες της Χαμάς στο εσωτερικό ως άσχετες με τη στρατηγική συνεργασία.

Η Ευρώπη γνωρίζει. Επιλέγει να μην συνδέει αυτά που γνωρίζει με αυτά που κάνει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών παρεμβάσεων στην ενημέρωση. Η εικόνα με 26 μέσα ενημέρωσης που έκλεισαν ή τέθηκαν υπό κρατικό έλεγχο αποτυπώνει μόνο μέρος της πραγματικότητας. Την ίδια ώρα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταγγέλλει το Ισραήλ και δυτικές κυβερνήσεις για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του Τύπου, δημιουργώντας έντονη αντίφαση ανάμεσα στη διεθνή ρητορική της Άγκυρας και στην κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη

Μια εικόνα που κυκλοφορεί στην Τουρκία παρουσιάζει τα τηλεοπτικά κανάλια, τις εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των τουρκικών αρχών από το 2015 μέχρι και τις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τα ονόματα είναι χαρακτηριστικά: Kanaltürk, Bugün TV, Zaman, Today’s Zaman, Cihan, Samanyolu, TELE1 και, πλέον, Halk TV.

Συνολικά, η συγκεκριμένη καταγραφή περιλαμβάνει 26 ονομασίες. Δεν πρόκειται, όμως, αποκλειστικά για οριστικά κλεισμένα μέσα ενημέρωσης. Ο κατάλογος συνδυάζει επιχειρήσεις που έκλεισαν με κυβερνητικά διατάγματα, σταθμούς που καταλήφθηκαν από διορισμένους διαχειριστές και περιπτώσεις στις οποίες διεκόπη η ανεξάρτητη ειδησεογραφική λειτουργία.

Η πραγματική έκταση των παρεμβάσεων είναι μεγαλύτερη.

Μόνο τον Ιούλιο του 2016, μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, η τουρκική κυβέρνηση διέταξε το κλείσιμο 45 εφημερίδων, 16 τηλεοπτικών σταθμών, 23 ραδιοφώνων, 15 περιοδικών και 29 εκδοτικών οίκων και εταιρειών διανομής. Το Committee to Protect Journalists (CPJ) κατήγγειλε τότε το πρωτοφανές εύρος των εκκαθαρίσεων στον χώρο της ενημέρωσης.

Από τη Zaman στη Samanyolu: Η μεγάλη εκκαθάριση του 2016

Η πρώτη μεγάλη φάση των παρεμβάσεων άρχισε πριν από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016.

Ήδη από το 2015, οι τουρκικές αρχές είχαν παρέμβει στη λειτουργία τηλεοπτικών και δημοσιογραφικών οργανισμών που θεωρούνταν συνδεδεμένοι με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

Ακολούθησε, τον Μάρτιο του 2016, η επιβολή δικαστικά διορισμένων διαχειριστών στην εφημερίδα Zaman και στην αγγλόφωνη έκδοσή της, Today’s Zaman. Αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν στις εγκαταστάσεις, ενώ δημοσιογράφοι απομακρύνθηκαν ή παραιτήθηκαν.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις έκτακτες εξουσίες της για να κλείσει μεγάλο αριθμό μέσων, επικαλούμενη δεσμούς τους με οργανώσεις τις οποίες κατηγορούσε για τρομοκρατική δράση.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν τα Kanaltürk, Bugün, Millet, Samanyolu TV, Samanyolu Haber, Can Erzincan TV και Cihan News Agency.

Το ίδιο μοτίβο επεκτάθηκε και σε κουρδικά μέσα ενημέρωσης. Τον Οκτώβριο του 2016, νέες αποφάσεις οδήγησαν στο κλείσιμο τουλάχιστον 15 ακόμη ειδησεογραφικών οργανισμών, μεταξύ των οποίων κουρδικά πρακτορεία και εφημερίδες.

Η τουρκική κυβέρνηση υποστήριζε ότι ενεργούσε για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και την αντιμετώπιση οργανώσεων που θεωρούσε υπεύθυνες για την απόπειρα ανατροπής της.

Ανθρωπιστικές οργανώσεις και διεθνείς ενώσεις δημοσιογράφων επισήμαιναν, ωστόσο, ότι οι μαζικές αποφάσεις, η περιορισμένη δικαστική προστασία και η γενικευμένη επίκληση της τρομοκρατίας δημιουργούσαν σοβαρούς κινδύνους για την ελευθερία της ενημέρωσης.

Οκτώβριος 2026: Το Halk TV εκτός ζωντανής μετάδοσης

Η υπόθεση επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση στις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τουρκικές αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν τα ξημερώματα στις εγκαταστάσεις του Halk TV στην Κωνσταντινούπολη. Ο τηλεοπτικός σταθμός, γνωστός για την αντιπολιτευτική του γραμμή, τέθηκε υπό τη διοίκηση διορισμένου διαχειριστή και οι ζωντανές μεταδόσεις του διακόπηκαν.

Οι εισαγγελικές αρχές συνέδεσαν την επιχείρηση με έρευνα για οικονομικά αδικήματα που αφορούσαν τον ιδιοκτήτη του σταθμού, Καφέρ Μαχίρογλου. Εκείνος αρνήθηκε τις κατηγορίες και απέδωσε την επέμβαση σε πολιτικά κίνητρα.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε ενώ το Halk TV κάλυπτε συστηματικά την υπόθεση του φυλακισμένου δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου και τις εξελίξεις στην τουρκική αντιπολίτευση.

Η Human Rights Watch χαρακτήρισε την ανάληψη ελέγχου του σταθμού ακόμη μία παρέμβαση εις βάρος ανεξάρτητης δημοσιογραφικής φωνής.

Δεν είναι η μοναδική πρόσφατη περίπτωση.

Σύμφωνα με την ανεξάρτητη τουρκική δημοσιογραφική πλατφόρμα Bianet, από τον Μάρτιο του 2025 μέχρι τον Οκτώβριο του 2026, συνολικά δέκα τηλεοπτικοί σταθμοί πέρασαν σε καθεστώς διοίκησης από κρατικά διορισμένους διαχειριστές.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα Flash Haber TV, Ekotürk TV, Habertürk TV, Show TV, Bloomberg HT, HT Spor, Show Türk, Show Max, TELE1 και Halk TV.

Εδώ υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά: αρκετοί από τους σταθμούς συνέχισαν να μεταδίδουν πρόγραμμα υπό τη νέα διοίκηση. Στο TELE1, όμως, ανεστάλησαν οι ζωντανές ειδησεογραφικές μεταδόσεις, ενώ στο Halk TV διακόπηκε η ζωντανή εκπομπή μετά την αστυνομική επέμβαση.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ένας σταθμός εξακολουθεί να εκπέμπει. Είναι ποιος αποφασίζει για τη διοίκησή του, ποιος ελέγχει τη δημοσιογραφική γραμμή και κατά πόσον οι δημοσιογράφοι έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται χωρίς κρατική πίεση.

Η φίμωση περνά και στο διαδίκτυο

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στις τηλεοπτικές συχνότητες και στον έντυπο Τύπο.

Τον Οκτώβριο του 2026, η Τουρκία βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο διεθνών αντιδράσεων για περιορισμούς στην πρόσβαση σε ανεξάρτητες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων.

Περισσότερες από 20 οργανώσεις υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων η Human Rights Watch και η ARTICLE 19, κάλεσαν τις ψηφιακές πλατφόρμες να αντισταθούν σε δικαστικές εντολές αποκλεισμού περισσότερων από 1.200 λογαριασμών.

Οι λογαριασμοί αφορούσαν δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον αποκλεισμό της ανεξάρτητης ειδησεογραφικής ιστοσελίδας T24.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη διεθνή αξιολόγηση της χώρας.

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

163η / 180

Τουρκία, 2026 – Reporters Without Borders

Η Freedom House αναφέρει επίσης ότι μεγάλο μέρος των τουρκικών μέσων ανήκει σε επιχειρηματικούς ομίλους με κυβερνητικές διασυνδέσεις, ενώ οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν διώξεις, πρόστιμα, περιορισμούς και συλλήψεις.

Ο Ερντογάν καταγγέλλει το Ισραήλ και τη Δύση για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα όταν εξετάσει κανείς τη διεθνή ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης.

Ο Ερντογάν εμφανίζεται συστηματικά ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταγγέλλοντας άλλες χώρες για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και για περιορισμούς των ελευθεριών.

Πρώτος στόχος των κατηγοριών του είναι το Ισραήλ.

Στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, κατηγόρησε την ισραηλινή κυβέρνηση για εγκλήματα στη Γάζα, επικρίνοντας παράλληλα την αδυναμία των διεθνών οργανισμών να προστατεύσουν τους Παλαιστινίους.

Το Ισραήλ απορρίπτει τις τουρκικές κατηγορίες περί γενοκτονίας.

Η τουρκική προεδρία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου.

Τον Δεκέμβριο του 2025, η Διεύθυνση Επικοινωνίας της Προεδρίας εξέδωσε βιβλίο με τίτλο Murdering the Truth: Israel’s Campaign Against Journalism, με πρόλογο του Ερντογάν, κατηγορώντας το Ισραήλ για στοχοποίηση δημοσιογράφων και καταστροφή δημοσιογραφικών υποδομών στη Γάζα.

Η τουρκική πλευρά ασκεί επίσης κριτική σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα για τη στάση τους απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα, την ισλαμοφοβία, τον ρατσισμό και την προστασία των μειονοτήτων.

Σε επίσημες δηλώσεις του, ο Ερντογάν έχει κατηγορήσει δυτικές χώρες για επιλεκτική εφαρμογή της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταλογίζοντάς τους υποκρισία. Έχει επίσης επικρίνει τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες για ανεπαρκή αντίδραση στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Οι καταγγελίες αυτές πρέπει ασφαλώς να εξετάζονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά. Η κατάσταση των δημοσιογράφων στη Γάζα, οι περιορισμοί πρόσβασης ξένων ανταποκριτών και οι καταγγελίες παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν σοβαρά ζητήματα που έχουν τεθεί και από διεθνείς δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

Υπάρχει, όμως, ένα ουσιώδες ζήτημα συνέπειας: οι αρχές της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας των δημοσιογράφων οφείλουν να εφαρμόζονται και στο εσωτερικό μιας χώρας που επικαλείται αυτές τις αξίες στη διεθνή σκηνή.

Η Ευρώπη επικρίνει, αλλά συνεργάζεται με την Άγκυρα

Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος, στις 9 Οκτωβρίου 2026, επισήμανε ότι οι τελευταίες παρεμβάσεις της Άγκυρας στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και στα ατομικά δικαιώματα απομακρύνουν τη χώρα από τις απαιτούμενες ευρωπαϊκές δημοκρατικές προδιαγραφές.

Παράλληλα, αναγνώρισε την αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη, ιδιαίτερα σε θέματα άμυνας, περιφερειακής ασφάλειας και οικονομικής συνεργασίας.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το ευρωπαϊκό δίλημμα.

Η Άγκυρα επιδιώκει συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά και χρηματοπιστωτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων τα SAFE και SEPA, την ώρα που η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας προκαλεί αντιδράσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη μεταχείριση της αντιπολίτευσης και την ελευθερία της δημοσιογραφίας.

Το Reuters κατέγραψε τον Ιούλιο του 2026 ότι αρκετοί δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας έχουν περιορίσει τη δημόσια κριτική τους για τις παραβιάσεις δικαιωμάτων, δίνοντας μεγαλύτερη προτεραιότητα στη στρατηγική και αμυντική συνεργασία με την Άγκυρα.

Το ερώτημα που παραμένει

Η εικόνα με τα 26 μέσα ενημέρωσης δεν αποτυπώνει το σύνολο των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στον τουρκικό Τύπο από το 2015.

Πίσω από τις ονομασίες βρίσκονται δημοσιογράφοι που έχασαν τη δουλειά τους, επιχειρήσεις που πέρασαν σε κρατικό έλεγχο, ειδησεογραφικά προγράμματα που διακόπηκαν και πολίτες που είδαν τις δυνατότητες ανεξάρτητης ενημέρωσης να περιορίζονται.

Η κυβέρνηση Ερντογάν επικαλείται την εθνική ασφάλεια, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη διερεύνηση οικονομικών αδικημάτων για τις ενέργειές της. Οι διεθνείς οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου, αντιθέτως, καταγράφουν ένα διαρκές πρόβλημα πολιτικής πίεσης και περιστολής της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Τουρκία. Αγγίζει και την αξιοπιστία της διεθνούς συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Όταν ο Ερντογάν επικρίνει το Ισραήλ και τη Δύση για την ελευθερία της έκφρασης, οι ίδιες αρχές επιβάλλουν να εξετάζεται και η μεταχείριση των δημοσιογράφων στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα και στην υπόλοιπη τουρκική επικράτεια.

Η ελευθερία του Τύπου δεν κρίνεται από τις δηλώσεις ενός ηγέτη για τις παραβιάσεις άλλων κρατών, αλλά από το εάν οι δημοσιογράφοι στη δική του χώρα μπορούν να ελέγχουν την εξουσία χωρίς να κινδυνεύουν με διώξεις ή απώλεια της ανεξαρτησίας τους.

Και αυτή είναι η αντίφαση που αναδεικνύεται από τη δεκαετή καταγραφή των παρεμβάσεων στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO34 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή