Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Κίνα αναπτύσσεται στη Μέση Ανατολή

Δημοσιεύτηκε στις

Ο
Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping ξεκίνησε περιοδεία στη Σαουδική Αραβία, την
Αίγυπτο και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Επισήμως, δεν πρόκειται να
μιλήσει για την πολιτική, αλλά μόνο για την οικονομία. Η Κίνα προτείνει
στα Κράτη της Μέσης Ανατολής να συμμετάσχουν στην οικοδόμηση του «Νέου
Δρόμου του Μεταξιού», προκειμένου να αναπτυχθούν και να απαλλαγούν από
την δυτική αποικιοκρατία.

Δίκτυο Βολταίρος
| Δαμασκός (Συρία)
| 25 Ιανουαρίου 2016

Ο σημερινός αραβικός κόσμος κυριαρχείται από τις
Ηνωμένες Πολιτείες που προσπαθούν να τον εκμεταλλευτούν και να
εμποδίζουν την ανάπτυξη του. Ωστόσο, οι πολλαπλές εξεγέρσεις, στη
Παλαιστίνη, τη Συρία, το Ιράκ, την Υεμένη και στο Μπαχρέιν μαρτυρούν τη
βούληση για αντίσταση που έρχεται σε αντίθεση με την εθελοντική δουλεία
των Ευρωπαίων.

Αυτό το παιχνίδι, που ελέγχεται εξ ολοκλήρου από την Ουάσιγκτον, μετά
τις επιτυχίες του Χένρι Κίσινγκερ, αναστατώνεται, από τη μια πλευρά,
από τη ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία και, από την άλλη, από την
επιστροφή του σινικού εμπορίου, το οποίο κυριάρχησε στην Μεσόγειο στη
διάρκεια της Ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Σε αυτό το πλαίσιο
ότι ο πρόεδρος Xi Jinping ξεκίνησε περιοδεία στη Σαουδική Αραβία, την
Αίγυπτο και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, με στόχο να ανοίξει
τμήματα μιας νέας οδού επικοινωνίας, σύμφωνα με το σύνθημα του Αρχηγού
από το 2013: «μια ζώνη, μια οδός». Πρόκειται ταυτόχρονα για χερσαία οδό
όπως ο αρχαίος «Δρόμος του Μεταξιού» και για έναν θαλάσσιο δίαυλο όπως
εκείνος που είχε την εποχή Ming από το ναύαρχο Zheng He. Για την
εκτέλεση αυτού του σημαντικού σχεδίου το οποίο ετοιμάζει εδώ και δέκα
χρόνια, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ίδρυσε πέρυσι την Ασιατική Τράπεζα
Επενδύσεων για τις υποδομές (EBIT), από την οποία είναι μέλη τα τρία
κράτη που επισκέπτεται σήμερα ο Xi -έστω και αν το Ιράν δεν έχει ακόμη
επικυρώσει τη σύμβαση.
Παρά το γεγονός ότι ο Κινέζος πρόεδρος αποφεύγει να μιλά για πολιτική
και να ανταγωνιστεί άμεσα τα δυτικά συμφέροντα, το οικονομικό σχέδιο
του, αν εφαρμοστεί μια μέρα, θα οδηγήσει σε μια σινο-ρωσική κυριαρχία
στον κόσμο και θα σηματοδοτήσει το τέλος της θαλασσοκρατικής
αυτοκρατορίας των Βρετανών και Αμερικανών.
Θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι το Πεκίνο δεν κάνει πολιτική και
είναι, από την άποψη αυτή, απόν από την περιοχή. Η Κίνα υποστήριξε τον
αγώνα της παλαιστινιακής αντίστασης, η οποία μπορούσε και άνοιξε γραφείο
αντιπροσωπείας της στο Πεκίνο, πριν από πολύ καιρό ήδη.
Το 2006, οι κινεζικοί πύραυλοι αέρος-θάλασσας είχαν επιτρέψει στην
Χεζμπολάχ να εμποδίσει το Ισραήλ να βομβαρδίσει τις ακτές του Λιβάνου.
Και σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, οι πύραυλοι αυτοί καθοδηγήθηκαν όχι από
Άραβες, αλλά από τους Κινέζους συμβούλους. Σήμερα, η Κίνα αυτοκαλέστηκε
στις διαπραγματεύσεις γύρω από τη Συρία και δέχθηκε τους τελευταίους
μήνες τους εκπρόσωπους όλων των παρατάξεων. Εν πάση περιπτώσει, ο Ξι
περιόρισε τις πολιτικές παρεμβάσεις του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
του.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας παρήγαγε το 2015, το Dragon Blade
(λεπίδα δράκου), μια ταινία με μια πολύ μεγάλη παράσταση για το «δρόμο
του μεταξιού» κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Στόχος του είναι να δείξει ότι
οι αυτοκρατορίες δεν είναι απαραίτητα εχθροί, αλλά μπορούν να
συνεργαστούν προς αμοιβαίο όφελος τους.

Σαουδική Αραβία

Η Κίνα είναι ο κύριος πελάτης της Σαουδικής Αραβίας, από την οποία
εισάγει ετησίως πετρέλαιο αξίας 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ελπίζει ότι
οι Σαούντ θα αφήσουν τα προϊόντα τους να περάσουν από το Κράτος τους
(δηλ. την ιδιοκτησία τους). Ωστόσο, οι Κινέζοι και οι Σαουδάραβες είναι
αντίπαλοι στο Πακιστάν και διεξάγουν έναν άγριο πόλεμο στο Xinjiang. Για
τουλάχιστον μια δεκαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες στρατολογούν Κινέζους
τζιχαντιστές, μέσω των σαουδαραβικών υπηρεσιών, κατά τη διάρκεια του
προσκυνήματος στη Μέκκα. Οι περισσότεροι είναι Ουιγούροι, οι οποίοι στη
συνέχεια καθοδηγούνται από τις τουρκικές υπηρεσίες για να πραγματοποιούν
επιθέσεις, πρώτα στη δυτική Κίνα, αλλά από τώρα και στο εξής σε όλη τη
χώρα για λογαριασμό του Ισλαμικού Κράτους.
Ο βασιλιάς Σαλμάν και ο πρόεδρος Ξι εγκαινίασαν το διυλιστήριο του
Yasref-Yanbu, στη δυτική ακτή της χώρας. Είναι το πρώτο διυλιστήριο που
χτίστηκε στο εξωτερικό από τη Sinopec. Αποτιμάται σε 10 δισεκατομμύρια
δολάρια και τα δύο τρίτα ανήκουν στην Aramco ενώ το ένα τρίτο στη
κινεζική εταιρεία. Αυτό το γιγάντιο εργοστάσιο, που χτίστηκε μέσα σε δύο
χρόνια, είναι μια επένδυση που έρχεται, ενώ η αμερικανική διεθνής
συμμαχία κατά του Ντάες/Daesh βομβάρδιζε και κατέστρεφε όλες τις
ισοδύναμες επενδύσεις της Κίνας στο Ιράκ. Σε περίπτωση μελλοντικού
διαμελισμού της Αραβίας, το διυλιστήριο θα βρίσκεται στο Κρατίδιο που θα
σχηματιστεί γύρω από τα ιερά τεμένη.
Πρόεδρος Ξι συναντήθηκε επίσης με τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου
Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) για να επιταχυνθεί η δημιουργία μιας ζώνης
ελεύθερων συναλλαγών και του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας.

 

Το 2009, η κρατική τηλεόραση της Κίνας μετέδωσε μια σειρά σε 59
επεισόδια για τη ζωή και τα ταξίδια του Zheng He, του «μεγάλου ευνούχου
με τα τρία πετράδια», ο οποίος κατά τον δέκατο πέμπτο αιώνα, προσπάθησε
να αποκαταστήσει το «Δρόμου του Μεταξιού», αλλά μέσω θαλάσσιας οδού.
Συγκέντρωσε ένα στόλο 70 πλοίων και 30.000 ναυτών. Έκανε το προσκύνημα
στη Μέκκα, ανέβηκε στην Ερυθρά Θάλασσα μέχρι την Αίγυπτο και κατέβηκε
στις κάτω ακτές της Αφρικής μέχρι τη Μοζαμβίκη. Η σειρά τονίζει την
ειρηνική φύση των 7 αποστολών του. Για λόγους εσωτερικής πολιτικής, με
το θάνατό του, κάηκαν οι σημειώσεις του, ο αυτοκράτορας κατάστρεψε το
στόλο του και η Κίνα κλείστηκε στον εαυτό της για 600 χρόνια.

Αίγυπτος

Φτάνοντας στην Αίγυπτο, ο Πρόεδρος Ξι συνάντησε τον ομόλογό του,
στρατηγό αλ-Σίσι. Οι δύο άνδρες προέβησαν σε ανασκόπηση της κατασκευής
του διπλασιασμού της διώρυγας του Σουέζ. Πέρυσι, οι Δυτικοί εξεπλάγησαν
για αυτή τη φαραωνική προσπάθεια του Κάιρο, ενώ η Αίγυπτος δεν μπορεί
να θρέψει τον ίδιο το πληθυσμό της και επιβιώνει μόνο χάρη στη
σαουδαραβική οικονομική βοήθεια. Διαφαίνεται πλέον καθαρά ότι αυτό το
σχέδιο, το οποίο δεν είχε νόημα σε όρους του σημερινού παγκόσμιου
εμπορίου, γράφεται μεσοπρόθεσμα, στο πλαίσιο του εμπορικού προγράμματος
της Κίνας.
Μια τεράστια βιομηχανική περιοχή άνοιξε στο στόμιο της Διώρυγας, σε
απόσταση120 χιλιόμετρων από το Κάιρο. Προβλέπονται πρωτοφανείς
επενδύσεις εκεί που θα απασχολούν 40.000 Αιγυπτίους. Ήδη, οι Κινέζοι
έχουν επενδύσει σε λατομεία, έτσι ώστε η πέτρα έχει γίνει το κέντρο των
εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο κρατών.
Επιπλέον, η Κίνα συμμετέχει στην κατασκευή μιας νέας αιγυπτιακής πρωτεύουσας.
Το Κάιρο, το οποίο ήταν στην εποχή του Νάσερ η κύρια δύναμη αραβική
δύναμη, διαγράφτηκε σταδιακά από τη διεθνή σκηνή. Η νίκη του προέδρου
αλ-Σίσι κατά των Αδελφών Μουσουλμάνων και η σχετική σταθεροποίηση της
χώρας επιτρέπουν να επανεξεταστεί τη δυνατότητα της Αιγύπτου να
ανακτήσει αυτό το ρόλο. Η ανακάλυψη από τους Ιταλούς τεράστιων
αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της υπόσχεται να λύσει γρήγορα
τα οικονομικά της προβλήματα και της επιτρέπει, ήδη, να δανειστεί από
τις διεθνείς αγορές.
Η κινεζική αντιπροσωπεία, θυμισθείσα τις σχέσεις μεταξύ των δύο
κρατών κατά τη εποχή του Νάσερ και του Τσου Εν Λάι, συναντήθηκε με τον
πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Αλί Αμπντέλ Ααλ και καθιέρωσε μια
θεσμική συνεργασία με τη Λαϊκή Συνέλευση.
Ο Πρόεδρος Ξι και ο Αιγύπτιος ομόλογός του δήλωσαν δημόσια την
υποστήριξή τους για την πολιτική διαδικασία στη Συρία και απέρριψαν
οποιαδήποτε προσπάθεια για την ανατροπή του καθεστώτος με τη βία.
Ωστόσο, απείχαν να αναφέρουν το περιεχόμενο των ανταλλαγών τους σχετικά
με το θέμα.
Τέλος, ο πρόεδρος Ξι απευθύνθηκε στο Αραβικό Σύνδεσμο. Τόνισε το
τεράστιο εμπορικό δυναμικό της περιοχής και την ανάγκη να συνεργαστούν
ειρηνικά μεταξύ των εθνών για την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης.

Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμες, ο Πρόεδρος Ξι μόλις έφτασε στο Ιράν.
Τα δυο έθνη έχουν μια μακρά κοινή ιστορία από την αρχαιότητα, όπως
αποδεικνύεται από ορισμένα αγάλματα της Περσέπολης και από την κινεζική
επιρροή στην ιρανική ζωγραφική. Στο Μεσαίωνα, ο «δρόμος του μεταξιού»
παρέκαμπτε την Ινδία και περνούσε από την Κεντρική Ασία για να διασχίσει
το Ιράν, στη συνέχεια, το Ιράκ και τη Συρία. Από τη θητεία του πρόεδρου
Αχμαντινετζάντ, τα ιρανικά πανεπιστήμια μείωσαν τη διδασκαλία της
αγγλικής γλώσσας και αύξησαν τη πρακτική των κινεζικών.
Για το Πεκίνο, το Ιράν δεν είναι απλά ένα ιστορικό βήμα στο «Δρόμο
του Μεταξιού», είναι ένας εγγύς πολιτισμός από τον οποίον είχε αποκοπεί
για πολύ καιρό, ένας φυσικός εταίρος, ο οποίος λόγω της μουσουλμανικής
ταυτότητας του, του επιτρέπει να εισέλθει πιο εύκολα σε ένα αραβικό
κόσμο τον οποίον αντιλαμβάνεται ως καθυστερημένο και βίαιο.
Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και η Ρωσική Ομοσπονδία έχουν
ανακοινώσει την πρόθεσή τους να καλωσορίσουν την Ισλαμική Δημοκρατία του
Ιράν ως πλήρες μέλος του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης. Η απόφαση
αυτή, η οποία είχε αναβληθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου των δυτικών
κυρώσεων, θα μεταβάλει τη Τεχεράνη σ’ ένα σημαντικό παίκτη στις διεθνείς
σχέσεις.

Θυμηθείτε:

- Η
Κίνα είναι έτοιμη να συνεχίσει την οικοδόμηση του νέου δρόμου του
μεταξιού σε όλο τον αραβικό κόσμο. Έχει ήδη καταφέρει τον διπλασιασμό
της διώρυγας του Σουέζ. Είναι συνετή με τη Σαουδική Αραβία και φαίνεται
πιο άνετη με την Αίγυπτο και το Ιράν.

- Το Πεκίνο ενδιαφέρεται για εμπορικές συναλλαγές με τη Εγγύς Ανατολή, αλλά περισσότερο με την Ευρώπη μέσω της Εγγύς Ανατολής.

- Παρά
το γεγονός ότι απέχει να εκδηλωθεί πολιτικά, η Κίνα είναι διακριτικά
παρούσα στο πλευρό της αραβικής αντίστασης κατά του δυτικού
ιμπεριαλισμού. Σύντομα, το Ιράν θα γίνει πλήρες μέλος του Οργανισμού
Συνεργασίας της Σαγκάης.

Πηγή Ινφογνώμων Πολιτικά (Ελλάδα)

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO49 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή