Διεθνή
Οι φτερούγες του Ερντογάν και οι «ενεργειακοί άξονες»
Οι εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας είναι ιδιαιτέρως σημαντικές απότην Ευρώπη ώς τη Μέση Ανατολή. Και αν δεν αναλυθούν, δεν μπορούν να
γίνουν αντιληπτές οι πραγματικές τους διαστάσεις και να διαμορφωθούν
πολιτικές που θα εξυπηρετούν, από τη μια, τα συμφέροντά μας και, από την
άλλη, δεν θα μας μετατρέπουν σε εργαλεία για την εξυπηρέτηση
συμφερόντων, που θα στρέφονται σε βάρος ημών των ιδίων. Και αυτό αφορά,
κυρίως, τη σχέση μας με την Τουρκία.
Οι τρεις επιλογές της Μόσχας
Ενώ στη Μέση Ανατολή συντελείται σφαγή, η Μόσχα, σε ευρωπαϊκό πεδίο,
έχει τρεις βασικές επιλογές για τη διοχέτευση φυσικού αερίου στην Ευρώπη
για τα χρόνια που έρχονται. Η πρώτη είναι αυτή του «Νότιου Αγωγού». Η
επιλογή αυτή είναι συναφής με την κατάληψη της Κριμαίας, γεγονός που
επιφέρει αλλαγή στην ΑΟΖ μεταξύ των χωρών της περιοχής. Ενώ δηλαδή ο
«Νότιος Αγωγός» θα περνούσε από τη Ρωσία προς τη Βουλγαρία μέσω της
Ουκρανικής ΑΟΖ, τώρα θα περνά μέσα από ρωσική ΑΟΖ, ασχέτως εάν δεν την
αποδέχεται η διεθνής κοινότητα. Η ισχύς μετρά, πολλές φορές, περισσότερο
από το δίκαιο.
Η δεύτερη είναι αυτή του «Τουρκικού Αγωγού», που παγώνει μετά την κρίση
της Ρωσίας με την Άγκυρα. Η τρίτη επιλογή είναι αυτή του «Βόρειου
Αγωγού ΙΙ», που θα διοχετεύει το φυσικό αέριο από τη Ρωσία προς τη
Γερμανία, η οποία θα καταστεί σε κέντρο παροχής αερίου προς την υπόλοιπη
Ευρώπη. Η επιλογή αυτή φαίνεται να κερδίζει έδαφος, αφού η Μόσχα έχει
ανακοινώσει ότι από την 1.1.2017 θα τερματίσει ή θα μειώσει σημαντικά
την παροχή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω Κιέβου.
Γεωπολιτικές αλλαγές στην Ευρώπη
Η επιλογή του «Βόρειου Αγωγού II» θα δημιουργήσει νέα γεωπολιτικά
δεδομένα στην Ευρώπη. Οι δυο μεγάλοι πόλοι της, δηλαδή Ρωσία και
Γερμανία, έρχονται πιο κοντά στη βάση μιας ενεργειακής και γεωπολιτικής
συμμαχίας. Πρώτο, χώρες όπως η Πολωνία, η Ουκρανία και οι Βαλτικές,
καθώς και άλλες, θα βρεθούν στη μέση, μεταξύ δηλαδή των δυο πόλων. Έχουν
όλες τραυματικές εμπειρίες από το παρελθόν, και από τους Γερμανούς και
από τους Ρώσους. Ειδικώς από τους τελευταίους.
Είναι, δε, γνωστό ότι πάσχουν από το λεγόμενο «σοβιετικό σύνδρομο», που
ακόμη και πρόσφατα, με την κρίση στην Ουκρανία και την αναβίωση της
ρωσικής απειλής, στράφηκαν προς τις ΗΠΑ, αφού η ΕΕ δεν μπορεί να τους
προσφέρει ασφάλεια. Δεύτερο, ο «Βόρειος Αγωγός ΙΙ» θα είναι επ’ ωφελεία
και της Γαλλίας, καθώς και άλλων χωρών. Όμως, η ενίσχυση ενός άξονα
Γαλλίας-Γερμανίας με αιτία την ενέργεια είναι πιθανό να αποδυναμώσει
ακόμη περισσότερο τον άξονα Βερολίνου-Παρισίων.
Μπορεί κάποιος να το θέσει και αλλιώς: Η Γερμανία θα καταστεί ακόμη πιο
ισχυρή στην Ευρώπη. Και έτσι θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερη η Γερμανική
Ευρώπη αντί της Ευρωπαϊκής Γερμανίας. Εάν, μάλιστα, αποχωρήσει η
Βρετανία από την ΕΕ (κερδίζει έδαφος το «όχι»), τότε το Βερολίνο θα
ευνοηθεί ως προς τους σχεδιασμούς του. Είναι, δε, λογικό ότι η Γαλλία
έχει δυο επιλογές, που μπορούν να προκύψουν είτε σωρευτικά είτε
διαζευκτικά: Να επιστρέψει και να ενισχύει την αντίληψη της αυτόνομης
γαλλικής άμυνας, για να διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο στην Ευρώπη
και/ή να στραφεί προς τις ΗΠΑ σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο.
Η Αμερικανική Ευρώπη…
Είναι εμφανές ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, επανέρχονται πιο δυναμικά
στην Ευρώπη οι ΗΠΑ και επιβεβαιώνεται το εξής στρατηγικό αξίωμα:
Αμερική, μια Ευρωπαϊκή Δύναμη. Στο παιχνίδι, βεβαίως, βρίσκεται και η
Τουρκία, η οποία, όμως, δεν είναι ενεργειακά παραγωγός χώρα, αλλά μόνο
σταυροδρόμι. Στην παρούσα φάση υπέστη πολλαπλά πλήγματα από την κρίση
της με τη Ρωσία. Πρώτο, το πάγωμα του «Τουρκικού Αγωγού» και του
πυρηνικού σταθμού στο Άκουγιου. Δεύτερο, το οικονομικό κόστος από τα
μέτρα που επιβάλλει η Μόσχα, και σε πρώτη φάση υπολογίζεται να φτάσουν
τα 9 δις δολάρια.
Σε περίπτωση κλιμάκωσης, εκτιμάται ότι το κόστος μπορεί να φτάσει τα 20
δις. Βεβαίως, από την κρίση γίνεται αντιληπτό ότι κόστος θα έχει και η
Μόσχα στις εμπορικές της συναλλαγές με την Τουρκία, επί της οποίας
επένδυσε επί μακρόν. Όμως, μετά την κατάρριψη του ρωσικού Su24 από το
τουρκικό F-16 δεν είχε άλλη επιλογή. Και σε αυτήν την περίπτωση οι ΗΠΑ
ωφελούνται, καθ’ ότι η Άγκυρα στρέφεται κοντά της και χάνει το
πλεονέκτημα της «πολιτικής του εκκρεμούς». Δηλαδή να κινείται μια προς
τη Μόσχα και μια προς την Ουάσιγκτον.
Επιμένει, όμως, να θέλει να γίνει παραγωγός φυσικού αερίου με τις πηγές
που, με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα, ανήκουν στην Κύπρο και στην
Ελλάδα. Δεσμεύει περιοχές του Αιγαίου για ασκήσεις και διά του Ακιντζί
προειδοποιεί ότι το «Μπαρμπαρός» και τα συνοδευτικά πολεμικά πλοία
«κάνουν διάλειμμα». Με άλλα λόγια, χρησιμοποιεί την τουρκική ισχύ για να
εξηγήσει ότι το φυσικό αέριο είτε δεν θα τύχει εκμετάλλευσης προ της
λύσης είτε ακόμη και μετά τη λύση, με βάση τους κανόνες ισχύος και την
τουρκική αναθεωρητική πολιτική, κουμάντο θα κάνει η Άγκυρα, η οποία:
1. Αμφισβητεί την κυριαρχία της Ελλάδας στο Αιγαίο και θέτει σιωπηρώς
ως αιτία πολέμου τον καθορισμό ΑΟΖ στην περιοχή του Καστελορίζου, καθ’
ότι έτσι θα ενώνεται η κυπριακή με την ελληνική ΑΟΖ.
2. Τριχοτομεί από τώρα την Κυπριακή ΑΟΖ με τις συμφωνίες εκμετάλλευσης
φυσικού αερίου μεταξύ ψευδοκράτους και Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίου,
καθώς και με την υπογραφή συμφωνίας για την υφαλοκρηπίδα μεταξύ
Τουρκίας-ψευδοκράτους, με ταυτόχρονη αμφισβήτηση της κυπριακής
υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Στις 10/4/2014 η Τουρκία, με ρηματική διακοίνωσή
της στον ΟΗΕ, κοινοποίησε τις γεωγραφικές συντεταγμένες της
υφαλοκρηπίδας της στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι συντεταγμένες αυτές
καθορίζονται από τη σχετική συμφωνία της με το ψευδοκράτος, η οποία
υπεγράφη στις 21/9/2011 και επικυρώθηκε από την Τουρκία στις 29/6/2012.
Το οξυγόνο του Ισραήλ και η συμφωνία με την Άγκυρα
Η ομοσπονδιακή λύση στο Κυπριακό, λόγω της δομής των δυο συνιστώντων
κρατών, επιτρέπει την τριχοτόμηση της Κυπριακής ΑΟΖ και αποτελεί
σημαντικό άλμα στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική, για την ανάδειξή της
ως περιφερειακής δύναμης. Που σημαίνει την αλλαγή της νομικής σχέσης
που υπάρχει με την Κύπρο και τη νομιμοποίηση των παράνομων σήμερα
γεωπολιτικών τετελεσμένων, που προκάλεσε η εισβολή. Συνεπώς, η Τουρκία:
1. Μετατρέπει την Κύπρο σε γεωπολιτική και γεωστρατηγική επαρχία της,
μέσα από τις συνταγματικές δομές του τουρκοκυπριακού συνιστώντος
κράτους, αφού, όπως ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου τονίζει: Οι Τουρκοκύπριοι και
οι έποικοι θα εξυπηρετούν τα τουρκικά συμφέροντα.
2. Ελέγχει, λόγω ισχύος και συμφωνιών, τις ενεργειακές πηγές της
Κύπρου. Μια τέτοια εξέλιξη θα γίνει πιο έντονη, εάν περάσει αγωγός προς
την Τουρκία. Και τότε, ο επόμενος στόχος θα είναι το Αιγαίο. Είναι
πρόδηλη η τουρκική πρόθεση να γίνει παραγωγός χώρα φυσικού αερίου μέσω
των πηγών της Κύπρου και της Ελλάδας.
Μάλιστα, ο κ. Ερντογάν προειδοποιεί ότι, με τη λύση του Κυπριακού, η
περιοχή από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα θα είναι τουρκική λίμνη.
Και εδώ είναι τα σημαντικά:
Α. Νόμιμα, πλέον, η Τουρκία θα διαδραματίζει, λόγω ισχύος, και ελέγχου
της ενεργείας, σημαντικό ρόλο και εντός της Ευρώπης, είτε ενταχθεί ως
κράτος μέλος είτε αποκτήσει ειδική σχέση. Άρα, είναι η δική της η
γεωστρατηγική και γεωπολιτική θέση που θα ενισχυθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο
και διεθνώς σε βάρος ημών. Πού είναι λοιπόν η λογική του win-win
situation;
Β. Σε περίπτωση ομοσπονδιακής λύσης του Κυπριακού, το Ισραήλ είτε θα
έρθει σε κρίση με την Τουρκία, εάν δεν αλλάξει πολιτική ο Ερντογάν, εάν
δηλαδή η Άγκυρα του στερήσει το οξυγόνο που μπορεί να αναπνεύσει μέσω
Κύπρου. Υπάρχει, όμως, και η άλλη εκδοχή: Να μοιράσουν, μεταξύ τους,
Ισραήλ και Τουρκία, το φυσικό αέριο της περιοχής, σε μια λογική ανάλογου
άξονα όπως της Ρωσίας με τη Γερμανία. Διότι το Ισραήλ διαθέτει αυτό που
εμείς δεν διαθέτουμε. Ισχύ. Οπότε φοβάται πολύ λιγότερο απ’ ό,τι εμείς
την Τουρκία.
Αληθές είναι ότι το Τελ Αβίβ θα προτιμούσε εμάς αντί την Άγκυρα ως
συνεταίρο του και κύριο σύμμαχο. Διότι από εμάς δεν απειλείται. Όμως,
αντιλαμβάνεται καθημερινά, όλο και περισσότερο, ότι η κυπριακή κυβέρνηση
δεν είναι αξιόπιστος στρατηγικός συνομιλητής και ότι δεν έχει πρόθεση
για στρατηγική συνεργασία, που θα αποτρέπει την τουρκική απειλή και θα
δημιουργεί ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, από τη Μέση Ανατολή ώς την
Ευρώπη, επί τη βάσει του οποίου θα αποδυναμώνεται η τουρκική
επιθετικότητα και θα ανατρέπεται η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας
Υλοποίηση της τουρκικής στρατηγικής και η συμμαχία
Εάν, λοιπόν, το Ισραήλ στραφεί προς την Τουρκία, αυτό θα οφείλεται
κυρίως στην κυπριακή κυβέρνηση, η οποία δεν έχει πρόθεση στρατηγικής
συνεργασίας και σύναψης άξονα με το Ισραήλ. Και αν η Τουρκία ενισχύσει
τον ενεργειακό της ρόλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τον έλεγχο των δικών μας
ενεργειακών πηγών, στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας, δεν θα ευθύνεται η
Ευρώπη, αλλά το κομματικό κατεστημένο, που συνδράμει την υλοποίηση της
τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής, ζώντας στις ψευδαισθήσεις του.
Αδυνατεί να δει την πραγματικότητα και να προστατεύσει τον πλούτο και
τα συμφέροντα τής νήσου. Αδυνατεί να οικοδομήσει στρατηγική και να θέσει
στόχους επιβίωσης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις γεωπολιτικές αλλαγές που
συντελούνται στους χώρους που επέλεξε να δράσει από την Ευρώπη ώς τη
Μέση Ανατολή. Και αντί, για παράδειγμα, να προχωρήσει και να αναλύσει
τις σχέσεις Γερμανίας, Ρωσίας και ΗΠΑ σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή, για να
μελετήσει πώς θα αποκομίσει οφέλη, σφυρίζει αδιάφορα.
Αντί, για παράδειγμα, να προχωρήσει σε μια στρατηγική, αρχικά με μια
συμμαχία με το Ισραήλ σε ενεργειακό, στρατιωτικό, εμπορικό και κάθε άλλο
επίπεδο, και να του δώσει την έξοδο που ζητά προς την Ευρώπη, έτσι ώστε
να επιτευχθεί μεγαλύτερη ασφάλεια και της δυνατότητας εκμετάλλευσης
φυσικού αερίου, «ερωτοτροπεί» με την Τουρκία τον Σουλτάνου Ερντογάν,
όπως η Δύση τον αποκαλεί. Για να τεθεί ενθουσιωδώς κάτω από τις
φτερούγες της Άγκυρας.
*Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής
– See more at:
http://www.sigmalive.com/opinions/giannos-charalampidis/1496/oi-fterouges-tou-erntogan-kai-oi-energeiakoi-aksones#sthash.Ydg4bmWu.dpuf
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

