Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Η προέλευση του Ισλαμικού κράτους και οι επιδιώξεις του

Δημοσιεύτηκε στις

Βαγγέλης Κοροβίνης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Α) Η σκυτάλη της αμφισβήτησης περνάει από τους εθνικιστές και τους μαρξιστές στους ισλαμιστές στη Μέση Ανατολή.
Β) Ουαχαμπισμός και Σαλαφισμός και η σημασία τους για τη γέννηση του Τζιχαντισμού.
Γ) Η προέλευση και τα πιστεύω του ισλαμικού κράτους.
Δ) Η εδαφικότητα και η σημασία της για την ανακήρυξη χαλιφάτου.
Ε) Η αποκαλυπτική σκέψη του Ισλαμικού κράτους και η κρίση του πολιτισμού.
ΣΤ) Επέκταση ή θάνατος.
Ζ) Η ισλαμική τερατογένεση και το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας.
Α) Η σκυτάλη της αμφισβήτησης περνάει από τους εθνικιστές και τους μαρξιστές στους Ισλαμιστές στη Μέση Ανατολή
Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα εθνικιστικά κινήματα απέσπασαν από τα ισλαμιστικά ρεύματα τα ηνία στον αγώνα της ανεξαρτησίας των χωρών του αραβικού κόσμου. Διαφάνηκε προς στιγμήν ότι και στη Μέση Ανατολή η θρησκεία θα είχε την τύχη που της επιφυλάχθηκε στον υπόλοιπο κόσμο, θα καταντούσε σταδιακά, δηλαδή, ιδιωτική υπόθεση και θα έπαυε να επηρεάζει στο μέλλον τη δημόσια σφαίρα. 
Η ήττα τον Ιούνιο του 1967 των στρατών των αραβικών κρατών (προοδευτικών και συντηρητικών) στον πόλεμο των έξι ημερών με το Ισραήλ, αποτελεί την απαρχή για μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης των ηγετικών ομάδων των αραβικών χωρών, που η θέση τους είχε ήδη κλονισθεί από την ανικανότητά τους να αντιμετωπίσουν το κοινωνικό ζήτημα. 
Αποτέλεσμα της ήττας είναι ότι σημείο αναφοράς για τους αραβικούς πληθυσμούς δεν είναι πια ο Νασερισμός και γενικά εκείνοι που βρίσκονται στην εξουσία, αλλά μια οργάνωση μαχητική που θυμίζει τις καλύτερες πλευρές των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης της προηγούμενης δεκαετίας, η PLO του Παλαιστίνιου Γιασέρ Αραφάτ. Τώρα περισσότερο από ποτέ φαίνεται πως ήρθε η ώρα των καθαρόαιμων μαρξιστών, που εμφανίζονται ως αδιάλλακτοι υπερασπιστές της παλαιστινιακής υπόθεσης. 
Δεν επρόκειτο να είναι όμως ο μαρξισμός, που θα ενέπνεε την εξέγερση της δεκαετίας του ’70, αλλά κάτι το τελείως απρόσμενο: το πολιτικό Ισλάμ. Κορυφαίο γεγονός της δεκαετίας του ’70 στην περιοχή, ήταν η ιρανική επανάσταση που γκρέμισε το καθεστώς του Σάχη το 1979. Καταλύτης και έναυσμα της διαδικασίας που κατέληξε στην επανάσταση αυτή, ήταν ο νέος πόλεμος Αράβων και Ισραήλ το 1973. Μολονότι νικητής στο στρατιωτικό τομέα ήταν και πάλι το εβραϊκό κράτος, η νίκη που υπήρξε πύρρεια. Η χρησιμοποίηση του πετρελαίου ως πολιτικού όπλου αποδείχθηκε εργαλείο εξαιρετικά αποτελεσματικό για τον εκβιασμό της Δύσης και κατ’ επέκταση και του ίδιου του Ισραήλ. 
Πώς φτάσαμε ως τον πόλεμο του 1973; Από το 1967 μέχρι το 1973, ο Σαουδάραβας βασιλιάς Φεϋζάλ θα περνούσε σταδιακά από τη συμμαχία με το Ισραήλ ενάντια στην Αίγυπτο, σε μια ξεκάθαρη συμπόρευση με την Αίγυπτο ενάντια στο Ισραήλ. Η πλήρης χρεοκοπία του αιγυπτιακού νασερικού καθεστώτος δεν ήταν χρήσιμη από ένα σημείο και πέρα στον Φεϋζάλ. Αντίθετα, μέσα στο οξυμένο κλίμα της αραβικής ταπείνωσης μετά τον πόλεμο του 1967, μιας ταπείνωσης που άγγιξε βαθιά και την ίδια τη σαουδαραβική διανόηση, όπως θα δούμε παρακάτω, η πλήρης χρεοκοπία του Νασερισμού απειλούσε τη θέση και την αξιοπιστία και του ίδιου του σαουδαραβικού θρόνου.
Αληθινός νικητής, λοιπόν, της σύρραξης του 1973, ήταν το πετρο-Ισλάμ. Από τότε, τα ισλαμικά κινήματα στον αραβικό κόσμο άρχισαν να παίρνουν αποφασιστικά τη σκυτάλη από κάθε εισαγόμενη κοσμική ιδεολογία (εθνικισμό, σοσιαλισμό, κομμουνισμό) στην αμφισβήτηση της Δύσης και του Ισραήλ. Η αντιμετώπιση των κινημάτων αυτών τόσο από τις πετρελαιοπαραγωγικές μοναρχίες (που μέχρι την έκρηξη της ιρανικής επανάστασης χρηματοδοτουσαν αφειδώς οτιδήποτε είχε να κάνει με το Ισλάμ) όσο και από τα υπόλοιπα αραβικά κράτη ήταν ευνοϊκή.
Στη σιϊτική Περσία η επανάσταση πέτυχε γιατί είχε δημιουργηθεί μια συμπαγής συμμαχία ανάμεσα σ’ ένα μέρος του κλήρου πρώτον, τις ισλαμικές ελίτ δεύτερον, των μορφωμένων νεολαίων που η κοινωνική τους ανέλιξη εμποδιζόταν από το καθεστώς του Σάχη και τρίτον τους «απόκληρους», τους στοιβαγμένους στα προάστια. 
Στους κόλπους του σουνιτικού αραβικού κόσμου τα κινήματα επανισλαμισμού πνίγηκαν στο αίμα σε κάθε περίπτωση αντιπαράθεσης με το Κράτος, στην Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τη Συρία και αλλού, κυρίως γιατί σε αντίθεση με το σιϊτικό Ισλάμ (που διέθετε μια τάξη ημικληρικών με δική της ιεραρχία και πλατιά ανεξαρτησία από την πολιτική εξουσία), οι ειδήμονες του Ιερού Νόμου, οι «ουλεμά» του σουνιτικού Ισλάμ, δεν κατάφεραν να διατηρήσουν μία πραγματική ανεξαρτησία απέναντι στα καθεστώτα που πήραν την εξουσία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις αραβικές χώρες.
Β) Ουαχαμπισμός και Σαλαφισμός και η σημασία τους για τη γέννηση του Τζιχαντισμού
Το φαινόμενο της ισλαμικής τρομοκρατίας δεν μπορεί να αποδοθεί αμιγώς σε εξαγόμενο σαουδαραβικό ουαχαμπισμό, όπως κάποιοι σχολιαστές ισχυρίζονται. Στην πραγματικότητα, η πνευματική αφετηρία, κατά μια έννοια ομάδων σαν την Αλ-Κάιντα είναι περισσότερο ο Σαλαφισμός, ένα κίνημα που ξεκίνησε στην Αίγυπτο για να εισαχθεί αργότερα στη Σαουδική Αραβία.
Ο ουαχαμπισμός, λοιπόν, υιοθετήθηκε από τους βεδουΐνους της Νατζντ (μιας επαρχίας της αραβικής ερήμου του 18ου αιώνα, ελεγχόμενης από τον Μουχάμμαντ μπιν Σαούντ). Κατά τον ουαχαμπισμό, η παρακμή του μουσουλμανικού κόσμου προκλήθηκε από ολέθριες εισαγόμενες καινοτομίες. Το Ισλάμ έπρεπε να αποκαθαρθεί από τις πρακτικές του Σουφισμού που συναινούσαν στη λατρεία διαφόρων «Αγίων», στη διεξαγωγή μυστικιστικών τελετών, στην επίσκεψη των πιστών σε τάφους και στις παρακλήσεις στους νεκρούς, για μεσολάβηση στο Θεό προς ευνοϊκή μεταχείριση των ζώντων κατά την ημέρα της κρίσης κ.λπ. Οι πρακτικές αυτές καταδικάζονται ως πολυθεϊστικές και δίνεται μεγάλη έμφαση στον μονοθεϊσμό και μεγάλη σημασία στον ιερό πόλεμο, στο Τζιχάντ.
Ο Σαλαφισμός με τη σειρά του άρχισε να αποκρυσταλλώνεται στα μέσα του 19ου αιώνα στην Αίγυπτο. Άλλοι σαλαφιστές τονίζουν τη σημασία του πολιτικού ακτιβισμού, άλλοι επιδιώκουν τη σταδιακή επανισλαμοποίηση της κοινωνίας, ενώ άλλοι πάλι τονίζουν το στοιχείο της προσωπικής κάθαρσης, του εσωτερικού πολέμου κατά των παθών, που θεωρείται σημαντικότερος από τον εξωτερικό κατά των απίστων. Τον εξωτερικό τον επιφυλάσσουν οι τελευταίοι και τον εγκρίνουν μόνον ως αμυντικό μέσο, στην περίπτωση που κινδυνεύσει η πίστη. 
Γενικά μιλώντας, ο ουαχαμπισμός απορρίπτει συνολικά τις μοντέρνες επιρροές. Ο Σαλαφισμός επεδίωξε να συμφιλιώσει το Ισλάμ με το μοντερνισμό. Θεωρεί ότι το Ισλάμ είναι συμβατό με τη σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία και ταυτόχρονα επιδιώκει να εφαρμοσθεί ο ισλαμικός νόμος της εποχής των «ευσεβών πατέρων», ώστε να ανακοπεί η πολιτική και κοινωνική παρακμή, της κοινότητας των πιστών, της Ούμμα. 
Η Σαουδική Αραβία ίδρυσε και χρηματοδότησε πολλές οργανώσεις υπερεθνικής εμβέλειας, αλλά οι ηγετικές φιγούρες σ’ αυτές τις οργανώσεις ήταν κυρίως ξένοι ισλαμιστές. Μεταξύ του 1920 και του 1960, η Σαουδική Αραβία αναδυόταν ως σύγχρονο κράτος. Η αυξανόμενη παραγωγή πετρελαίου απαιτούσε τεχνικές υποδομές και εκπαιδευμένα στελέχη, με αποτέλεσμα η ζήτηση για τέτοιου είδους στελέχη να ξεπεράσει τις δυνατότητες του σαουδαραβικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η αιγυπτιακή οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων (μια ομάδα που ο ιδρυτής της, ο αλ-Μπάνα, ήταν πεπεισμένος ότι κλειδί για την επιτυχή αντίσταση των μουσουλμάνων απέναντι στη δυτική διείσδυση, ήταν η μεταβολή του σαλαφιστικού Ισλάμ σε πολιτική ιδεολογία) αντιπροσώπευσε μια πηγή εκπαιδευτικών, γραφειοκρατών και μηχανικών για τη Σαουδική Αραβία, με πολλούς απ’ αυτούς να είναι πρόθυμοι να φύγουν από την Αίγυπτο. Ορισμένοι από τους αιγύπτιους σαλαφιστές που έφθασαν στη Σαουδική Αραβία, ήταν οπαδοί του επίσης Αιγύπτιου Σάγιντ Κούτμπ (1906-1966), ο οποίος ξεκίνησε τη διαδρομή του ως ενεργό μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων, στην πορεία όμως επεξεργάσθηκε τη δική του θεωρία, αποτελώντας τον ιδεολογικό πρόγονο του σύγχρονου Τζιχαντισμού. 
Ο Κουτμπ θα μιλήσει για τη «γενιά του Κορανίου», η οποία ζει απομονωμένη στη σύγχρονη «Τζαχιλίγια» (ο όρος αυτός χαρακτηρίζει την περίοδο της «άγνοιας», τα χρόνια της «βαρβαρότητας» που προηγήθηκαν του κηρύγματος του Μωάμεθ), ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν κάνει τους ηγέτες του αυταρχικού αραβικού εθνικισμού «θεούς στη θέση του θεού» και έχουν εγκαταλείψει προ πολλού την έννοια της μοναδικότητας του θεού και της υπάτης εξουσίας του στα ανθρώπινα. Στόχος του Κουτμπ ήταν να μετατρέψει αυτή τη γενιά σε μια «Ισλαμική εμπροσθοφυλακή», η οποία θα εγκαθιδρύσει την «κυριαρχία του Θεού». Ο Κουτμπ τονίζει ότι για να δώσει τη μάχη, η «γενιά του Κορανίου» θα πρέπει να «αποστασιοποιηθεί» και να «απεθισθεί» από το «ασεβές» περιβάλλον των τύποις και μόνον μουσουλμανικών κοινωνιών. Ο αληθινός μουσουλμάνος θα πρέπει να απαρνηθεί την τζαχιλίγια και μάλιστα να την καταστρέψει με όπλο το τζιχάντ, ώστε να θεμελιώσει πάνω στα ερείπια το ισλαμικό κράτος. 
Συμπερασματικά, ο Βασιλιάς Φεϋζάλ της Σαουδαραβίας αγγαλιάζοντας τον πανισλαμισμό του Σαλαφισμού, πέτυχε τον κύριο στόχο του: να υπερφαλαγγίσει τον παναραβισμό του Νάσερ. Παρ’ όλα αυτά, δημιουργήθηκε στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας μια ομάδα ακραίων στελεχών, μέλη της οποίας το σαουδαραβικό καθεστώς χρηματοδότησε και συνεχίζει ως τις μέρες μας να χρηματοδοτεί. Η χρηματοδότηση βέβαια περιορίζεται στους πιο νομιμόφρονες σαλαφιστές. 
Γ) Η προέλευση και τα πιστεύω του Ισλαμικού Κράτους
Η Αλ-Κάιντα, που παρακλάδια της αποτέλεσαν μία από τις συνιστώσες δημιουργίας του ισλαμικού κράτους, είναι ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση που πρωτοεμφανίσθηκε δημόσια το 1989 και προήλθε από τις τάξεις των Αφγανών μουτζαχεντίν. Κεντρικό ρόλο στη ριζοσπαστικοποίηση του «αγώνα» των μουντζαχεντίν κατά των Σοβιετικών εισβολέων (η ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση των Σοβιετικών ξεκίνησε το Δεκέμβριο του 1979), έπαιξε ο παλαιστινιακής καταγωγής Αμπντάλλα Αζάμ, ο οποίος ήταν κουντμπιστής και στα τέλη της δεκαετίας του ’70 εγκαταστάθηκε στη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, όπου δίδαξε σε ισλαμικό πανεπιστήμιο, γνωστό εκείνη την εποχή για το ριζοσπαστικό του προσανατολισμό. Το 1984 με την παρότρυνση της Σαουδικής Αραβίας, θα αποφασίσει να αφιερωθεί στον αγώνα των Μουτζαχεντίν και θα μεταβεί στο Πεσαβάρ του Πακιστάν. Εκεί θα φθάσει ύστερα από λίγο καιρό και ο παλιός του μαθητής στο Πανεπιστήμιο της Τζέντα Οσάμα μπιν Λάντεν (1957-2011). Ο μπιν Λάντεν, ο μετέπειτα ιδρυτής και αρχηγός της Αλ-Κάιντα, γεννήθηκε στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. Προερχόταν από πλούσια οικογένεια που είχε δεσμούς με το βασιλικό οίκο της χώρας. Κατά τον ρωσο-αφγανικό πόλεμο πήγε στο Αφγανιστάν, προκειμένου να οργανώσει θύλακες αντίστασης κατά των Σοβιετικών, χρηματοδοτούμενος από τις ΗΠΑ. Οι συνεχείς επεμβάσεις των Αμερικανών στα εσωτερικά της χώρας μετά την αποχώρηση των Ρώσων, συνετέλεσαν ώστε πολλοί από τους Μουτζαχεντίν να στραφούν κατά των νέων κατακτητών και ορισμένοι απ’ αυτούς να ενταχθούν στην Αλ-Κάιντα. 
Το ισλαμικό κράτος με τη σειρά του είναι μια οργάνωση που έχει τις ρίζες της σε παρακλάδια της Αλ-Κάιντα, που λειτουργούσαν από το 1999 στην Ιορδανία και το Αφγανιστάν υπό τον αλ-Ζαρκάουι και αναμείχθηκαν με μέρος της γραφειοκρατίας του σουνίτικης προέλευσης καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Η οργάνωση αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του χάους και της ανομίας, που επέφερε η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, καθώς και της «άλωσης του κράτους», από τη σιϊτική πλειοψηφία της χώρας και τις ένοπλες πολιτικοφυλακές της. 
Ο Άμπου Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι, ο ηγέτης του Ισλαμικού κράτους, φέρεται ότι είναι σαλαφιστής. Οι περισσότεροι σαλαφιστές βέβαια απορρίπτουν το ισλαμικό κράτος. Είναι μεν υπέρ της εξάπλωσης του Νταρ-αλ-Ισλάμ, των εδαφών του Ισλάμ, ακόμη πιθανόν και με την υιοθέτηση βίαιων πρακτικών, όπως οι ακρωτηριασμοί και η δουλεία, αλλά τοποθετούν το όλο εγχείρημα στο μακρυνό μέλλον. 
Ο Άμπου Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι ηγείται του ισλαμικού κράτους από τον Μάιο του 2010, ένα χρόνο σχεδόν πριν αρχίσει ο πόλεμος στη Συρία. Στις 5 Ιουλίου του 2014 αυτοανακηρύχθηκε χαλίφης αναβαθμιζόμενος από κυνηγημένος αντάρτης σε υποτιθέμενο αρχηγό όλων των Μουσουλμάνων. Η εισροή τζιχαντιστών από όλο τον κόσμο, που ακολούθησε την ανακήρυξη του χαλιφάτου, ήταν χωρίς προηγούμενο σε ρυθμό και σε όγκο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα χωρίς διακοπή. Από τα λεγόμενα του Μπαγκντάντι και την προπαγάνδα του ισλαμικού κράτους, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το κράτος αυτό απορρίπτει την ειρήνη από θέση αρχής, ότι καταστατικά είναι ανίκανο να υποστεί αλλαγές, ακόμη κι αν αυτές θα διασφάλιζαν την επιβίωσή του, και ότι θεωρεί, «χιλιαστικά», ότι είναι ο κατ’ εξοχήν μοχλός στο επικείμενο τέλος του κόσμου, στην επικείμενη συντέλεια. 
Σε αντίθεση με την Αλ-Κάιντα, που αντιμετώπιζε τις τρομοκρατικές μεθόδους της, ως πρόλογο για τη δημιουργία χαλιφάτου στο απώτερο μέλλον και ήταν μια οργάνωση ευέλικτη, λειτουργώντας σαν γεωγραφικά διάχυτο δίκτυο αυτόνομων κυττάρων, το ισλαμικό κράτος απαιτεί έδαφος για να παραμείνει νόμιμο και μια διοίκηση να κυβερνά την επικράτεια (η γραφειοκρατία του διαιρείται σε πολιτική και στρατιωτική και το έδαφός του σε επαρχίες). 
Σε αντίθεση πάλι με τον Μπιν Λάντεν της Αλ-Κάιντα, που απαιτούσε από τους αντιπάλους του συγκεκριμένες πολιτικές παραχωρήσεις, όπως την απόσυρση των δυνάμεων των ΗΠΑ από τη Σαουδική Αραβία, οι Τζιχαντιστές του Ισλαμικού κράτους δεν έχουν κανένα σχεδόν κοσμικό πολιτικό στόχο. Στην πραγματικότητα, πολλά απ’ αυτά που κάνουν θα τα θεωρούσε κανείς παράλογα, αν δεν αποδέχονταν ότι στόχος τους είναι να επιστρέψει ο κόσμος στο νομικό περιβάλλον του έβδομου αιώνα, όπως το κατανοούν οι ίδιοι και τελικά να επισπευσθεί η Αποκάλυψη.
Κατά του Τζιχαντιστές, η άρνηση της αγιότητας του Κορανίου ή των προφητειών του Μωάμεθ, είναι καθαρή αποστασία. Αλλά το ισλαμικό κράτος θεωρεί ότι πολλές άλλες πράξεις μπορούν να οδηγήσουν στον αφορισμό ενός Μουσουλμάνου. Αυτές περιλαμβάνουν την πώληση αλκοόλ ή ναρκωτικών, την ένδυση με δυτικό ρουχισμό, το να λαμβάνει μέρος κανείς σε εκλογές, έστω κι αν ψηφίζει μουσουλμάνο υποψήφιο. Το ισλαμικό κράτος υιοθετεί την άποψη ότι υπάρχει και ένας άλλος τύπος αποστασίας, η συλλογική αποστασία. Το να είσαι σιΐτης, όπως οι περισσότεροι Άραβες του Ιράκ καλύπτει το κριτήριο της αποστασίας, επειδή το ισλαμικό κράτος θεωρεί το σιϊτισμό καινοτομία και το να εισάγονται καινοτομίες στο Κοράνι ισοδυναμεί με άρνηση της αρχικής του τελειότητας. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, ότι όλοι οι Σιΐτες προορίζονται για θανάτωση. Για θάνατο προορίζονται και οι επικεφαλής του κράτους κάθε μουσουλμανικής χώρας που έθεσαν τον ανθρώπινο νόμο πάνω από τη Σαρία. Η αντίληψη αυτή περί συλλογικής αποστασίας, που επιρρίπτεται σε ολόκληρους πληθυσμούς, παραβιάζει την κυρίαρχη στους κόλπους του Ισλάμ άποψη ότι η αποστασία ως κατηγορία, μπορεί να επιρριφθεί μόνο σε μεμονωμένα άτομα, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση θεολόγων – νομικών.
Στο ισλαμικό κράτος εκτελέσεις ατόμων γίνονται καθημερινά και μαζικές εκτελέσεις κάθε λίγες εβδομάδες. Μουσουλμάνοι «αποστάτες» είναι τα πιο συνηθισμένα θύματα. Οι Χριστιανοί εξαιρούνται από την άμεση εκτέλεση, εφ’ όσον δεν προβάλουν αντίσταση στη νέα κυβέρνηση και εφ’ όσον καταβάλουν έναν ειδικό φόρο και αποδεχθούν την υποταγή τους. 
Σε ό,τι αφορά τώρα τη μεθοδολογία κατάκτησης νέων εδαφών από το ισλαμικό κράτος: Το κράτος αυτό δημιουργεί ζώνες αναρχίας, ανομίας και αυθαιρεσίας, ώστε όχι μόνο να μειωθεί η αντίσταση των κατοίκων στις ζώνες αυτές, αλλά να γίνει αποδεκτή ως σωτηρία από το χάος η άτεγκτη εφαρμογή του  ισλαμικού νόμου, που ακολουθεί την επέκταση στα νέα αυτά εδάφη. Για να δικαιολογήσει αυτή την «χαοποίηση» που προηγείται της κατάκτησης, η ηγεσία των τζιχαντιστών επικαλείται το γεγονός ότι και οι πρώιμες κατακτήσεις του ίδιου του Μωάμεθ δεν ήταν εύτακτες και ανώδυνες υποθέσεις. Όσο διασταλτικά όμως και εάν ερμηνεύσει κανείς την τακτική των τζιχαντιστών, πόρρω απέχει από την ισλαμική ορθοδοξία. 
Δ) Η εδαφικότητα και η σημασία της για την ανακήρυξη χαλιφάτου 
Το τελευταίο χαλιφάτο ήταν η Οθωμανική αυτοκρατορία, που έφτασε στο απόγειό της τον 16ο αιώνα, όταν σταμάτησε η επέκτασή της μπροστά στα τείχη της Βιέννης για να μπει, αμέσως μετά, σε μια πορεία μακράς παρακμής. Πολλοί οπαδοί του Ισλαμικού κράτους δεν αναγνωρίζουν αυτό το χαλιφάτο ως νόμιμο, επειδή δεν εφάρμοζε πλήρως τον ισλαμικό νόμο και επειδή οι χαλίφες του δεν κατάγονταν από τη φυλή του Προφήτη. 
Το ισλαμικό κράτος, το τωρινό χαλιφάτο, δεν είναι απλώς μια πολιτική οντότητα για τους τζιχαντιστές, αλλά και ένα όχημα σωτηρίας. Δηλώσεις πίστης και υποταγής έρχονται από τζιχαντιστικές ομάδες από όλο τον κόσμο. Ορισμένες απ’ αυτές διαθέτουν και εδάφη, όπως στη Λιβύη. Ένας μουσουλμάνος που αναγνωρίζει έναν παντοδύναμο θεό και προσεύχεται καθημερινά, αλλά που πεθαίνει χωρίς να δηλώσει πίστη και υποταγή σ’ ένα νόμιμο χαλίφη, δεν έχει ζήσει μια πλήρως ισλαμική ζωή.
Για να γίνει κανείς χαλίφης πρέπει να πληρεί ορισμένους όρους, ένας από τους οποίους είναι να διαθέτει συγκεκριμένα εδάφη πάνω στα οποία θα εφαρμόσει τον ισλαμικό νόμο. Ο χαλίφης πρέπει λοιπόν να εφαρμόζει τη Σαρία. Κάθε παρέκκλιση από την εφαρμογή της υποχρεώνει όσους έχουν δηλώσει πίστη και υποταγή στο χαλίφη να του επισημάνουν ιδιωτικώς ότι κάνει λάθος και σε εξαιρετικές περιπτώσεις να τον αφορίσουν και να τον αντικαταστήσουν, αν επιμένει στα λάθη του. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις του χαλίφη είναι να εφαμρόζει τον ποινικό κώδικα, που προβλέπει αποκεφαλισμούς και κόψιμο των χεριών των κλεφτών. Στις υποχρεώσεις του είναι επίσης η παροχή ελεύθερης στέγασης, διατροφής και ένδυσης για όλους, αν και οποιοσδήποτε που θέλει να πλουτίσει με την εργασία του μπορεί να το κάνει. Οι προβλέψεις οι σχετικές με τις κοινωνικές παροχές δεν είναι απλώς πολιτική του ισλαμικού κράτους, αλλά μια υποχρέωση προβλεπόμενη από το νόμο του Θεού.
Ε) Η αποκαλυπτική σκέψη του Ισλαμικού κράτους και η κρίση του πολιτισμού
Όλοι οι Μουσουλμάνοι αναγνωρίζουν ότι μόνον ο θεός γνωρίζει το μέλλον. Το ισλαμικό κράτος διαφέρει από σχεδόν όλα τα τζιχαντιστικά κινήματα, επειδή πιστεύει ότι εμπεριέχεται στη γραφή του θεού σαν κεντρικός παράγων της Αποκάλυψης. Είναι ως προς αυτό το σημείο κυρίως, που το ισλαμικό κράτος διαφέρει ριζικά από τους προκατόχους του.
Σε αδρές γραμμές, η Αλ-Κάιντα, για παράδειγμα, δρα σαν ένα παράνομο πολιτικό κίνημα με κοσμικούς στόχους κατά νου, όπως την εκδίωξη των μη μουσουλμάνων από τη Σαουδική Αραβία, την καταστροφή του κράτους του Ισραήλ κ.λπ. Το ισλαμικό κράτος έχει το μερίδιο του κοσμικών στόχων (περιλαμβανομένων στα εδάφη που κατέχει της συλλογής σκουπιδιών ή της παροχής νερού), αλλά η συντέλεια είναι ένα λάιτ-μοτίφ της όλης προπαγάνδας του. Ο Μπιν Λάντεν σπανίως αναφερόταν στην ημέρα της κρίσεως και όταν το έκανε έδειχνε να υποθέτει ότι θα είναι καιρός πολύς, που ο ίδιος θα έχει πεθάνει όταν γίνει η δοξασμένη εμφάνιση του Θεού. Ένα μέρος της αποκαλυπτικής σκέψης του Ισλαμικού κράτους βασίζεται σε κάποιες σουνιτικές πηγές. Αυτές περιλαμβάνουν την πίστη ότι θα υπάρξουν μόνον 12 χαλίφες νόμιμοι (ο Μπαγκντάντι υποτίθεται ότι είναι ο όγδοος). Ότι οι στρατοί της Ρώμης θα συγκεντρωθούν για να συναντήσουν τους στρατούς του Ισλάμ στη Βόρεια Συρία και συγκεκριμένα στο Νταμπίκ, μια συριακή πόλη κοντά στο Χαλέπι. 
Το ισλαμικό κράτος έχει δώσει μεγάλη σημασία στην πόλη αυτή. Ονόμασε το προπαγανδιστικό του περιοδικό Νταμπίκ και γιόρτασε όταν με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές κατέκτησε τα ασήμαντα από στρατηγική άποψη εδάφη του Νταμπίκ. Είναι εδώ που ο Προφήτης αναφέρει ότι θα στρατοπεδεύσει ο στρατός της Ρώμης. Οι στρατοί του Ισλάμ θα συναντηθούν με τους αντιπάλους τους και το Νταμπίκ θα γίνει το Βατερλώ της Ρώμης. 
Τώρα που κατέλαβε το Νταμπίκ, το ισλαμικό κράτος περιμένει την άφιξη χερσαίων δυνάμεων του εχθρού εκεί, των οποίων η ήττα θα σημάνει την αντίστροφη μέτρηση για την Αποκάλυψη. Τι εννοεί η αποκαλυπτική γραμματεία όταν αναφέρεται στη Ρώμη, είναι ζήτημα συζήτησης. Ορισμένες πηγές του ισλαμικού κράτους ταυτίζουν τη Ρώμη με ένα στρατό απίστων, και οι Αμερικανοί πληρούν τις σχετικές προδιαγραφές. 
Ο Denis Crouzet και ο Gilles Kepel συσχετίζουν τις «χιλιαστικές προσδοκίες» των τζιχαντιστών με την κρίση του πολιτισμού, την παρακμή της νεωτερικότητας, σε συνέντευξή τους που αναδημοσιεύεται στο περιοδικό «Άρδην» (διπλό τεύχος 101-102, Αύγουστος – Νοέμβριος 2015): «Για να κατανοήσουμε γιατί τόσοι νεαροί Γάλλοι νιώθουν τον πειρασμό να ενταχθούν στο Ισλαμικό κράτος, δεν αρκούν οι κοινωνιολογικές αναλύσεις. Κατ’ αρχήν δεν θα έπρεπε να πιστέψουμε ότι προέρχονται αποκλειστικά από υποβαθμισμένα προάστια. Όλο και περισσότερο αυτοί οι Γάλλοι τζιχαντιστές δεν προέρχονται από πρόσφατους μετανάστες, αλλά από τη μικροαστική τάξη… κατοικούν σε περιοχές που δεν υποφέρουν ιδιαίτερα στο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο». Ταυτοχρόνως, δεν ανήκουν πουθενά, είναι «άνθρωποι χωρίς ιδιότητες», όπως θα έλεγε ο Μούζιλ, μετέωροι, με απουσία συνεκτικής ταυτότητας. «Νεαροί χωρίς κανένα σημείο αναφοράς… μπορεί να προσπαθήσουν να αναζητήσουν σ’ ένα μυθοποιημένο παρελθόν, εκείνο του αρχέγονου Ισλάμ, μια τάξη που μπορεί να τους προσφέρει κανόνες και αξίες… Εγγράφονται σ’ ένα συλλογικό πρόταγμα, την οικοδόμηση του χαλιφάτου, που εμφανίζεται σαν μια επίγεια ουτοπία, όπου όλος ο κόσμος έχει δουλειά, δεν υπάρχουν φτωχοί και μπορείς να πάρεις μία πρόγευση από τον κόσμο του επέκεινα. Προφανώς για να περάσεις από τον φόβο του τέλους του κόσμου και της υπαρξιακής αγωνίας στην πιο ακραία βία, πρέπει να πραγματοποιήσεις ένα βήμα που δεν είναι τόσο απλό… Η επιθυμία για τον πόλεμο και τη βία είναι ένας τρόπος για να αποδείξεις στο Θεό την πίστη σου… αναβαθμίζοντας τη σημασία του μικρού τζιχάντ, του πολέμου κατά των άπιστων και των αποστατών εις βάρος του μεγάλου τζιχάντ, δηλαδή της εσωτερικής μάχης πάνω στο δρόμο του θεού, διευκολύνεις την επιλογή των βίαιων ενεργειών». 
ΣΤ) Επέκταση ή θάνατος
Η ιδεολογική ακαμψία του ισλαμικού κράτους έχει για τους αντιπάλους του μία αρετή. Επιτρέπει να προβλεφθούν μερικές από τις ενέργειές του. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν ήταν σπάνια προβλέψιμος και έκρυβε τα σχέδιά του. Το ισλαμικό κράτος, αντίθετα, περηφανεύεται ανοιχτά για τα δικά του σχέδια. Η εξαπόλυση πολέμου για να επεκτείνει το κράτος του είναι ένα ουσιώδες καθήκον του χαλίφη. Ο ισλαμικός νόμος επιτρέπει προσωρινές, μόνον, συνθήκες ειρήνης, που διαρκούν λιγότερο από μία δεκαετία. Παρομοίως, η αποδοχή οποιουδήποτε συνόρου ως σταθερού είναι ανάθεμα. Εάν ένας χαλίφης ενδώσει σε μακρές περιόδους ειρήνης και σε σταθερά σύνορα, βρίσκεται σε λάθος δρόμο. Ο χαλίφης πρέπει να διεξάγει τζιχάντ τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Το μοντέρνο σύστημα διεθνών σχέσεων γεννήθηκε το 1648 στη Βεστφαλία. Στηρίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση των συνόρων απ’ όλα τα κράτη, έστω όχι αγόγγυστα. Για το ισλαμικό κράτος, αυτή η αναγνώριση σημαίνει ιδεολογική αυτοκτονία. 
Η Δύση ανέχτηκε αρχικά την ίδρυση και την επέκταση του ισλαμικού κράτους, για να ανατρέψει το καθεστώς του Ασάντ (ένα καθεστώς που βάσει στήριξής του είναι οι αλαουΐτες, μια σιϊτική μειονότητα σε μια κατά πλειοψηφία σουνιτική χώρα, τη Συρία), μεταξύ των άλλων. Αυτό που ήθελαν οι Αμερικανοί, οι Τούρκοι, οι Ισραηλινοί και οι μοναρχίες του Κόλπου, ήταν το ισλαμικό κράτος να εξασθενήσει όσο το δυνατόν πιο σύντομα τον Άσαντ, αλλά χωρίς να αποκτήσει μεγάλη δύναμη και να καταλάβει τη Δαμασκό.
Όταν οι Τζιχαντιστές άρχισαν να προκαλούν με τους τελετουργικούς αποκεφαλισμούς, η Δύση επιδίωξε να τους αποδυναμώσει δι’ αντιπροσώπων, δια πληρεξουσίων, των Κούρδων και των Ιρακινών σιιτών, καθώς και με αεροπορικές επιδρομές. Αυτή η στρατηγική δεν εκτόπισε το ισλαμικό κράτος από οποιαδήποτε από τις μεγάλες κατακτήσεις του, αλλά το εμπόδισε πάντως να επιτεθεί στη Βαγδάτη και στην πρωτεύουσα των Κούρδων του Ιράκ, την Ερμπίλ. 
Ορισμένοι δυτικοί παρατηρητές κάλεσαν για κλιμάκωση του πολέμου, με την αποστολή χερσαίων δυνάμεων. Τα χαλιφάτα, πράγματι, δεν μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν ως λαθρόβιες πραγματικότητες, διότι η εδαφικότητα, η κατοχή εδαφών, είναι ουσιώδης απαίτηση της ύπαρξής τους. Όλοι οι όρκοι πίστεως και υποταγής χωρίς κατεχόμενα εδάφη, θα «πήγαιναν περίπατο». Κατά πολλούς, όμως, το ρίσκο της κλιμάκωσης είναι τεράστιο. Εξάλλου, ο κυριότερος υποστηρικτής μιας αμερικανικής εισβολής είναι το ίδιο το ισλαμικό κράτος. Μια εισβολή με χερσαίες δυνάμεις θα επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους των Μουσουλμάνων όπου γης, για τη διεξαγωγή μιας νέας σταυροφορίας που θα ενθαρρύνει νέες μαζικές στρατολογήσεις. Αν προστεθεί η ανικανότητα της Αμερικής ως δύναμης κατοχής (όπως δείχνει το παράδειγμα του Ιράκ και του Αφγανιστάν), η κλιμάκωση των επιχειρήσεων θα αποδεικνυόταν εν τέλει καταστροφική.
Ούτε οι Κούρδοι, ούτε οι Σιίτες, θα μπορούσαν να επανακτήσουν όλο το έδαφος του Ιράκ και της Συρίας, που ελέγχει το ισλαμικό κράτος. Μισούνται στα εδάφη αυτά και επιπλέον δεν έχουν όρεξη για μια τέτοια περιπέτεια. Μπορούν όμως οι δυνάμεις αυτές να εμποδίσουν να επεκταθεί το ισλαμικό κράτος και το πέτυχαν ήδη από την άνοιξη του 2015. Η διακοπή της επέκτασής του κινδύνευε να καταστήσει τη διακήρυξη του ισλαμικού κράτους, ότι είναι εργαλείο της θέλησης του θεού και μοχλός της Αποκάλυψης, λιγότερο πιστευτή στα μάτια των ανά τον κόσμο οπαδών του. Η πραγματικότητα αυτή οδήγησε το ισλαμικό κράτος να εγκαταλείψει την αρχική του επιλογή, να περιορίσει τη δράση του στη Μέση Ανατολή. Υιοθέτησε από ένα σημείο και πέρα τη στρατηγική της Αλ-Κάιντα, για μεταφορά του πολέμου στην Ευρώπη και αλλού, μέσω τρομοκρατικών επιθέσεων. 
Ένας πρόσθετος παράγοντας που άλλαξε τα δεδομένα, ήταν οι αεροπορικές επιθέσεις των Ρώσων, που κατάφεραν ισχυρά πλήγματα στο ισλαμικό κράτος, καταστρέφοντας τις υποδομές και διαταράσσοντας το λαθρεμπόριο καυσίμων και όπλων και τη διακίνηση τζιχαντιστών από και προς την Ευρώπη, που διεξάγεται μέσω των συνόρων Τουρκίας και Συρίας. Τελευταία μάλιστα οι Κούρδοι της Συρίας και οι δυνάμεις του καθεστώτος του Ασάντ, υποβοηθούμενες από τη ρωσική αεροπορία και στα πλαίσια μιας γενικότερης αντεπίθεσης ενάντια στο ισλαμικό κράτος, βρίσκονται κοντά στο στόχο του πλήρους σφραγίσματος των συνόρων Τουρκίας και Συρίας. 
Το παζλ των εξελίξεων στην περιοχή συμπληρώνει η αγωνία και οι σπασμωδικές αντιδράσεις της Τουρκίας (κατάρριψη ρωσικού μαχητικού) και της Σαουδικής Αραβίας (εκτέλεση του Σιίτη Ιμάμη Νιμρ-αλ-νίμρ). Τα δύο αυτά κράτη νοιώθουν ότι ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία και Ιράν έχουν, παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις, καταλήξει σε συμφωνία για την επίλυση της κρίσης. Μια συμφωνία που δημιουργεί προοπτικά τις προϋποθέσεις να απειληθεί ακόμη και η ίδια η εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας και εν πάσι περιπτώσει δεν τους εξασφαλίζει έναν υπολογίσιμο περιφερειακό ρόλο. 
Οι όποιες αντιδράσεις όμως της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας, δεν μοιάζουν να μπορούν να βραχυκυκλώσουν τις αναπότρεπτες εξελίξεις και απ’ αυτήν την άποψη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μάχες οπισθοφυλακών. Γενικότερα, πάντως, το μέλλον των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας θα παίξει καταλυτικό ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής. Τυχόν εξακολούθηση της αντιπαράθεσης θα θέσει υπό αίρεση τις διευθετήσεις που προωθεί η Αμερική στην περιοχή. 
Ζ) Η ισλαμική τερατογένεση και το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας 
Η κρίση νομιμοποίησης των κοσμικών καθεστώτων στις αραβικές χώρες, η ιρανική επανάσταση, οι ζυμώσεις στους κόλπους της σαουδαραβικής διανόησης και η διάδοση του Ουαχαμπισμού – Σαλαφισμού από την ιδιαίτερα ωφελημένη από την κρίση του πετρελαίου Σαουδική Αραβία, ο επιτυχής αγώνας των Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, αποτελούν κάποια από τα βήματα της διαδικασίας απο-εκκοσμίκευσης και ισλαμοποίησης της Μέσης Ανατολής. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας φαίνεται να χάθηκε ο έλεγχος. Με τη συνδρομή και των δυτικών επεμβάσεων στην περιοχή, παλαιότερων και πιο πρόσφατων, το όλο εγχείρημα κατέληξε σε μια άνευ προηγουμένου τερατογένεση, με τη δημιουργία της Αλ-Κάιντα αρχικά και του ισλαμικού κράτους αργότερα. 
Η ισλαμική παράδοση, όπως είδαμε, επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η παράδοση των σουνιτών ιδιαίτερα, καθώς δεν διαθέτουν διακριτό σώμα κληρικών, βρίθει μιας πανσπερμίας προσεγγίσεων και ερμηνειών. Απ’ αυτή την άποψη, κάθε ουσιοκρατική προσέγγιση περί μιας πάγιας ουσίας του Ισλάμ είναι άτοπη. Παρά τη δογματική «χαλαρότητα» του Ισλάμ, πάντως, οι υποστηρικτές του ισλαμικού κράτους είναι ηθικά υπόλογοι για την ερμηνεία που διάλεξαν. Μια ερμηνεία που είναι τουλάχιστον «τραβηγμένη από τα μαλλιά». Συνολικά, το ισλαμικό κράτος δεν βασίζεται απλά και μόνον σε μια νεοφουνταμελιστική εκδοχή της ισλαμικής παράδοσης, στα πλαίσια μιας εξειδανίκευσης της πρωτοϊσλαμικής εποχής και μιας εμμονής στο γράμμα των ιερών κειμένων, αλλά κυρίως σε μια διαστρέβλωση των ισλαμικών παραδόσεων. Όπως γράφει και ο καθηγητής της κοινωνικής ανθρωπολογίας των ισλαμικών κοινωνιών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Γεράσιμος Μακρής σε πρόσφατο άρθρο του: «…σε καμιά περίπτωση το ισλαμικό κράτος δεν πρέπει να κατανοηθεί ως έστω μία ακραία μορφή Ισλάμ. Πρόκειται μάλλον για καρκίνωμα στο σώμα της ισλαμικής παράδοσης. Σίγουρα ξεπηδά από τα σπλάχνα της, όπως κάθε καρκίνος, στην ουσία όμως διαστρέφει τη λογική της και προδίδει τη μακραίωνη κοινωνική και πολιτισμική κληρονομιά της. 
Θα ήταν, λοιπόν, εύκολο, ανακριβές και παρακινδυνευμένο να αποκαλέσει κανείς το πρόβλημα με το ισλαμικό κράτος ως ένα πρόβλημα με το Ισλάμ εν γένει, ένα πρόβλημα σύγκρουσης πολιτισμών. Σύμφωνα μ’ αυτή την προσέγγιση, περί σύγκρουσης πολιτισμών, δεν μπορεί να υπάρξει καμία άλλη έκβαση στην εξελισσόμενη σύγκρουση, εκτός από τη νίκη ή του Ισλάμ επί της Δύσης και την δημιουργία ενός παγκόσμιου χαλιφάτου (δηλαδή μιας ισλαμικής αυτοκρατορίας) ή τη νίκη των «αμερικανικών αξιών» που θα γίνουν αποδεκτές και από ένα «εκσυγχρονισμένο» Ισλάμ σε ένα «παγκοσμιοποιημένο» κόσμο. Η ανάγνωση αυτή είναι ένα «κείμενο διωγμών», όπως θα έλεγε και ο ανθρωπολόγος Ρενέ Ζιράρ, δηλαδή μία εναγώνια προσπάθεια να αποκτήσουν οι ΗΠΑ ένα υποκατάστατο της συσπειρωτικής δύναμης του πάλαι ποτέ αντικομμουνισμού στις συνθήκες της ύστερης νεωτερικότητας, στα πλαίσια της οποίας, περισσότερο από ποτέ, αναφύεται η ανάγκη για αποδιοπομπαίους τράγους και κοινούς εχθρούς. 
Όμως, ο αγώνας για να μπλοκαρισθεί και να αποτραπεί μια νέα σταυροφορία ενάντια στο Ισλάμ εν γένει (ή ακόμη και ένας ανοιχτός εμφύλιος πόλεμος επί ευρωπαϊκού εδάφους που θα ξεκινούσε με την ανταποδοτική βία των Ευρωπαίων, με επιθέσεις σε τζαμιά και μουσουλμανικές γειτονιές), δεν επαρκεί για να αντιμετωπισθούν τα αδιέξοδα ενός κόσμου αποδιοργανωμένου και αφιλόξενου, ενός κόσμου σήψης των αξιών και διαφθοράς, διεκδίκησης για άμεση ικανοποίηση της επιθυμίας και αποσυντιθέμενου ατομικισμού, υπερκατανάλωσης και διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Θα έπρεπε παράλληλα και κύρια να γίνει προσπάθεια να αρθρωθεί μια μετανεωτερική απάντηση απέναντι στην εξάντληση της δυναμικής των νέων χρόνων, στην αποσύνθεση του ανθρωπολογικού υποβάθρου της Δύσης και τις διαλυτικές της συνέπειες για τον πλανήτη στο σύνολό του. Η ισλαμική τερατογένεση και η μανιχαϊστική παραπειστική της μετατόπιση στον υποτιθέμενο «πόλεμο των πολιτισμών», κρύβουν τελικά το πραγματικό πρόβλημα, που δεν είναι του ισλαμικού κράτους, αλλά των αντιπάλων του. Είναι η εσωτερική ανθρωπολογική κατάρρευση του νεωτερικού πολιτισμού και η ανάγκη μετανεωτερικής διεξόδου. Και όχι βέβαια νεοφουνταμενταλιστικής βασισμένης στις «ρίζες» του ενός ή του άλλου πολιτισμού ή πολύ περισσότερο τερατογενέσεων όπως το ισλαμικό κράτος. 
Αθήνα, Ιανουάριος 2016
ΠΗΓΕΣ
Η επιστροφή του Θεού. Του Gilles Kepel. Εκδόσεις «Νέα Σύνορα», Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1992.
Understanding the origins of Wahhabism and Salafism. Terrorism monitor. Volume: 3. Issue: 14. 
What ISIS really wants. Του Graime Wood στο The Atlantic, March 2015 Issue.
Τι είναι η οργάνωση «ισλαμικό κράτος». Του Γεράσιμου Μακρή, στην ιστοσελίδα Capital.gr στις 7/12/15.
Το Ισλάμ. Του Dominique Sourdel. ΒΗΜΑγνώση, 2007.
Ισλαμισμός και Ισλαμοφοβία. Των Φώτη Παπαγεωργίου και Αντώνη Σαμουρή. Εκδόσεις «Ταξιδευτής», 2012.
Το δόγμα της αποκάλυψης. Του Βασίλη Βιλιάρδου στην ιστοσελίδα analyst.gr.
A critical comparison of Christianity and Islam through the lens of Mimetic Theory. Του Brent I. Brentley.
The «clash of civilizations». Του Thierry Meyssan-Voltairenet.org 4/6/2004.
Το Ισλάμ, η Ευρώπη και οι Έλληνες. Αφιέρωμα του περιοδικού «άρδην». Διπλό τεύχος 101-102, Αύγουστος – Νοέμβριος 2015.
Τζιχάντ και ISIS στο περιοδικό Απαγορευμένη Ιστορία. Τεύχος 22. 
Αφιέρωμα στο Ρενέ Ζιράρ. Του Θεόδωρου Ζιάκα. Δημοσιεύεται σε τρεις συνέχειες στο www.antifono.gr.
Η κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού, η εκτέλεση του Ιμάμη και η Συρία. Του Μαγκριώτη Γιάννη. Το ΒΗΜΑ γνώμες, 8/1/2016.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του, γάλλου, Πωλ Σινιάκ.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.

Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.

Και για να πετύχει αυτή του την επιδίωξη, δεν θα μπορούσε να διαλέξει καταλληλότερο επώνυμο από το Κρεμλέφ – ουσιαστικά, «ο άνθρωπος του Κρεμλίνου». Όπως και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αυτό ήταν ένα όνομα που έμελλε να συνδεθεί με φήμη, πλούτο και αντιπαραθέσεις.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Τι πήρε ως αντάλλαγμα; Χρειαζόμαστε απαντήσεις» και το ζευγάρι των νεόνυμφων έσπευσε να απαντήσει: «Η φιλία δεν προϋποθέτει πολιτικά κίνητρα. Η γενναιοδωρία δεν συνοδεύεται αυτομάτως από κάποια ατζέντα. Και μερικές φορές ένα γαμήλιο δώρο είναι απλώς ένα γαμήλιο δώρο», προσφέροντας στη συνέχεια να επιστρέψει τα χρήματα.

Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.

Στράφηκε από μικρός στην πυγμαχία, όμως έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του ότι σταμάτησε στα 19 του, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη πειθαρχία. Ακόμη και την ημέρα ενός αγώνα μπορούσε να βρεθεί σε νυχτερινό κέντρο ως τις τέσσερις τα ξημερώματα. Με μεγάλα χέρια και τη σωματική διάπλαση πυγμάχου βαρέων βαρών, ο Κρεμλέφ πέρασε τα επόμενα χρόνια αναζητώντας τον δρόμο που του ταίριαζε. Παρέμεινε, πάντως, στον κόσμο της πυγμαχίας, εργαζόμενος ως διοργανωτής αγώνων.

Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.

Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.

Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.

Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.

Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).

Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.

Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.

Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».

Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.

Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.

Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.

Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.

Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».

Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.

Η πίστη στον Πούτιν

Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.

«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».

Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.

Τα οφέλη για την οικογένειά του

Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.

Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».

Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.

Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».

Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».

Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.

Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.

Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.

«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.

«Ηγέτης και φίλος»

Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».

Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ

Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.

Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.

Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.

«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.

Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».

Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες

Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.

Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.

«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.

Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.

Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο

Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.

«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».

«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»

Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.

Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.

Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.

«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».

Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO21 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός1 ώρα πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή