Ακολουθήστε μας

Οικονομία

ΓΙΑΤΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Δημοσιεύτηκε στις


Της ΜΑΡΙΑΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗ ΔΕΛΙΒΑΝΗ*

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η αρνητική αντιμετώπιση του εθνικού μας νομίσματος από την πλειονοψηφία των Ελλήνων, μπορεί να δικαιολογηθεί, μόνο, αν πιστεύουν πρώτον, ότι η σωτηρία μας είναι εντός των Μνημονίων και δεύτερον ότι οι δανειστές μας πασκίζουν για τη σωτηρία μας, την ανάπτυξή μας και την ταχεία έξοδό μας από την κρίση.

Θεωρώ και τις δύο αυτές υποθέσεις αυταπόδεικτα αστήρικτες και θα πρόσθετα και παρανοϊκές. Αλλά, αν έτσι είναι τότε η μοναδική λύση στο ελληνικό δράμα βρίσκεται εκτός Μνημονίων και τότε το εθνικό μας νόμισμα εμφανίζεται, πράγματι, ως μονόδρομος.

Την παράλογη απέχθεια των Ελλήνων προς το εθνικό τους νόμισμα, θα την αποδώσω στην απεριόριστη εξουσία των ΜΜΕ, και στη δυνατότητά τους να μεταβάλλουν την πραγματικότητα, δημιουργώντας μέσω της επανάληψης, εσφαλμένες εντυπώσεις και πεποιθήσεις. Ωστόσο, αυτή φαίνεται να τελειώνει, αφού η τελευταία ευρωπαϊκή έρευνα δίνει 44% υπέρ της δραχμής και μόνον 42% υπέρ του ευρώ, ενώ ταυτόχρονα περισσότερο από 60% των Ελλήνων πιστεύουν ότι τα αποτελέσματα του ευρώ ήταν βλαβερά για την Ελλάδα.

ΜΕΡΟΣ Ι. Στον μνημονιακό αστερισμό δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας

Το πόσο ουτοπική είναι η υπόθεση προσμονής θετικών αποτελεσμάτων, από την εφαρμογή των Μνημονίων τώρα και στο διηνεκές, προκύπτει από την μέχρι σήμερα τραυματική εξαετή εμπειρία από αυτά, αλλά και από το σύνολο των λογικών προβλέψεων για το μέλλον.

Α. Οι συνέπειες των Μνημονίων μέχρι σήμερα

Η εφαρμογή των Μνημονίων επιδείνωσε όλους ανεξαιρέτως τους βασικούς οικονομικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς δείκτες, έτσι που να είναι αυτόχρημα φαιδρές όλες οι κατά καιρούς διαβεβαιώσεις κυβερνητικών, που δήθεν διαπιστώνουν success stories, άμεση έξοδο στις αγορές, καταγραφή θετικών αναπτυξιακών ρυθμών και άλλα παρόμοια.

Ενδεικτικά θα υπενθυμίσω κάποιες κραυγαλέες περιπτώσεις καθολικής επιδείνωσης στην Ελλάδα και εν συνεχεία θα αναφερθώ σε προβλέψεις για τις εξελίξεις στο μέλλον. Από τα μέχρι τώρα αποτελέσματα προκύπτει, αναμφίβολα, ότι οι μαχαιριές στην οικονομία και κοινωνία της χώρας στόχευσαν με ακρίβεια στο σύνολο των ζωτικών διαρθρώσεων και λειτουργιών της, έτσι που η ανόρθωσή της να αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός. Σε πρόσφατη δήλωση ο πρόεδρος των Ελλήνων βιομηχάνων είπε ότι θα χρειαστούν γύρω στα100δις ευρώ για να ξανασταθεί στα πόδια της η οικονομία. Τα θεωρώ ανεπαρκή, γιατί η οικονομία μας έχει διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη. Αυτή η καταστροφή που συνεχίζεται, και μάλιστα με εντεινόμενους ρυθμούς, είναι παρανοϊκό να υποστηρίζεται ότι αποβλέπει στη σωτηρία μας.

*Μακροοικονομικά δεδομένα1.

Στην αρχή της κρίσης το χρέος αντιπροσώπευε περίπου 100% του τότε ΑΕΠ, και ήταν βιώσιμο. Σήμερα, και παρά το αποτυχημένο, επειδή ανεπίτρεπτα αργοπορημένο “κούρεμα”, το ποσοστό του χρέους έχει περίπου διπλασιαστεί, στο ΑΕΠ. Και συνεχίζει να σκαρφαλώνει ακάθεκτο έτσι που σε απόλυτους αριθμούς, από 324 δις ευρώ το 2014, θα φθάσει το 2016 στα 337,6 αντίστοιχα. Για την περίοδο 2007-2015 διαπιστώνεται δραματική και χωρίς προηγούμενο, για οικονομία σε ειρήνη, πτώση του κατά κεφαλή ΑΕΠ κατά 27,6%, που αντιστοιχεί σε 70 δις ευρώ και σε απώλεια εισοδήματος, για κάθε Έλληνα πολίτη, ίση με 6.100 ευρώ το χρόνο. Το ελληνικό κατά κεφαλή ΑΕΠ αναλογούσε στο 84,4% του αντίστοιχου Μ.Ο. των κρατών-μελών της ΕΕ, και τώρα εκτιμάται μόνο στο 53,6%2. Η επίσημη ανεργία έφθασε στο 27%, ενώ η ανεπίσημη αγγίζει εφιαλτικά ύψη, αν ληφθεί υπόψη και η σημαντική υποχώρηση της πλήρους απασχόλησης προς όφελος αβέβαιων και ανασφαλών μορφών της. Πριν από την έναρξη της κρίσης η ανεργία ήταν μόνον 7.8%. Η ιδιωτική κατανάλωση, που αποτελεί την ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης έχει δραματικά συρρικνωθεί κατά περίπου 47 δισεκατομμύρια ευρώ. Ούτε και οι φετινές γιορτές μπόρεσαν να την ανακάμψουν, αφού ο τζίρος έπεσε κατά 8% σε σχέση με τον αντίστοιχο περυσινό, και σε σύγκριση με την έναρξη της κρίσης κατά περίπου 50%3. Εικόνα πανωλεθρίας εμφανίζει η επένδυση, δημόσια και ιδιωτική, αφού οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου από 57,2 δις ευρώ πριν από την κρίση, ελαχιστοποιήθηκαν στα 18,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Μισθοί και συντάξεις έχουν καταποντιστεί. Και στον χώρο των επιχειρήσεων η τελευταία έκθεση της Price Water House Coopers (PwC) που αφορά σε 2.824 ελληνικές επιχειρήσεις με έσοδα άνω των 10 εκατ. ευρώ, καταλήγει στο εφιαλτικό συμπέρασμα ότι το 40%, περίπου, από αυτές είναι υπερδανεισμένες, χωρίς καμιά πιθανότητα επιβίωσης. Ο δείκτης των αυτοκτονιών4, έχει αυξηθεί, από 3,35 ανά 100.000 για την περίοδο 2003-2010 σε 4,56 το 2012 αντίστοιχα. Όπως θα ήταν αναμενόμενο, το 44% των Ελλήνων κατακλύζονται από αρνητικά συναισθήματα, όπως φόβο, ανασφάλεια, αγωνία, απογοήτευση, αγανάκτηση και θυμό. Αλλά και η υγεία των Ελλήνων με χαμηλά εισοδήματα εμφανίζει τάση επιδείνωσης, αφού το 25% αδυνατεί να εξασφαλίσει τα φάρμακα και τη θεραπεία που έχει ανάγκη. 42% των ερωτηθέντων αντιμετωπίζουν χρόνια νοσήματα5. Η πιο καταστρεπτική, γιατί γενικά μη αντιστρέψιμη εξέλιξη της κρίσης είναι, αναμφίβολα, η μαζική φυγή εγκεφάλων, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Το κόστος αυτής της φυγής εκτιμάται στο αστρονομικό ποσό των 170 δισεκατομμυρίων ευρώ6.

*Δημοσιονομικά.και χρηματοπιστωτικά

Η φοροκαταιγίδα, στην οποίαν κατέφυγαν οι προηγούμενες και η παρούσα κυβέρνηση, απέβλεπε στην ικανοποίηση των ολοένα πιο απάνθρωπων απαιτήσεων των δανειστών. Λησμόνησαν, ωστόσο, ότι σε περίοδο συνεχώς μειούμενων εισοδημάτων, η φοροκαταιγίδα είναι καταδικασμένη να καταλήξει σε αποτελέσματα διαμετρικά αντίθετα από τα επιδιωκόμενα, καθώς ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό των φορολογουμένων βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του. Έτσι, ενώ το 2009 τα δηλωθέντα εισοδήματα φυσικών προσώπων ήταν 100,3 δις ευρώ, το 2014 δεν ήταν παρά μόνο 73 αντίστοιχα. Αναφορικά, με το σύνολο των φορολογικών εσόδων της χώρας, αυτά ήταν το 2009 51.266 δις ευρώ και το 2015 εκτιμάται ότι θα είναι μόνο 43.162 αντίστοιχα. Το κράτος αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Και σε αυτόν τον κρανίου τόπο, κάποιοι αναζητούν πρωτογενές πλεόνασμα, που για το 2015 αναγγέλλεται της τάξεως του 4,3 δις ευρώ7 και, φυσικά, βουτηγμένο στο αίμα. Ωστόσο, ο τραγικός τρόπος δημιουργίας του, ουδόλως εμποδίζει το κουαρτέτο, αλλά και την Κυβέρνηση να το εξαγγέλλει θριαμβευτικά. Οι φόροι, που πληρώθηκαν το 2014 έφθασαν στο, όντως, αδιανόητο ποσοστό του 53,3% των εισοδημάτων των πολιτών. Κάτω από αυτές τις δραματικά ανθυγιεινές συνθήκες πως να υποστηριχθεί, σοβαρά, η ανάκαμψη της οικονομίας; Να πάμε και στην τραγωδία των καταθέσεων, που τελικά οδήγησε στα capital controls8. Το διαθέσιμο χρήμα έχει μειωθεί από 262 δις ευρώ το 2009 σε 153 τώρα. Ακόμη, η Ελλάδα έχει, ουσιαστικά, μείνει χωρίς τράπεζες. Πράγματι, αφού από την αρχή της κρίσης χάθηκαν 3.500 καταστήματα και 50.000 θέσεις εργασίας εντός και εκτός της χώρας, τελικά η αξία τους μηδενίστηκε, και από περίπου 215 δις ευρώ σταθμισμένο ενεργητικό, τελικά, καταληστεύτηκαν από ξένα funds, που τις άρπαξαν για το εξευτελιστικό ποσό των 750 εκατομμυρίων ευρώ, και έτσι χάθηκαν και τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ που δανείστηκαν οι Έλληνες για την ανακεφαλαιοποίησή τους.

Β. Οι προοπτικές για το μέλλον
Παρά τα συντρίμμια, που έφερε η εσφαλμένη πολιτική των Μνημονίων, οι αρμόδιοι τολμούν να υπόσχονται ότι το μέλλον μας θα είναι καλύτερο. Δυστυχώς, όμως, θα είναι χειρότερο, και μάλιστα στο διηνεκές. Ιδού μερικά συντριπτικά στοιχεία όχι μόνο για την παρούσα, αλλά και για τις επερχόμενες γενιές αρχίζοντας με τις προβλέψεις της παγκόσμιας έκθεσης του 2015 από την εταιρία PROGNOS ΑG9. Σύμφωνα με αυτές, και με την υπόθεση ότι η Ελλάδα θα παραμείνει στην Ευρωζώνη, το χρέος στο ΑΕΠ, αναμένεται να αναρριχηθεί στο 245% του ΑΕΠ το 2022, ενώ παράλληλα και μέχρι το 2020 η οικονομία θα συρρικνώνεται με ετήσιο ρυθμό 0,8%. Υπολογίζεται, εξάλλου ότι η ανεργία θα χρειασθεί 25 χρόνια για να πέσει κάτω από το 10% του ενεργού πληθυσμού και μόνο το 2034 η Ελλάδα θα επιστρέψει στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από την κρίση. Για το 2016 προβλέπεται, ακόμη, συνέχιση της πτώσης των εσόδων του Κράτους, κυρίως από την άμεση φορολογία, αλλά και πτώση δραματική των εσόδων κοινωνικής ασφάλισης που θα περιοριστούν στα 19 δισεκατομμύρια ευρώ από 26 που ήταν αντίστοιχα πριν από την κρίση. Δεκάδες πολίτες, που έπρεπε να είναι στην εντατική, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κρεβάτι στα νοσοκομεία. Για το 2016 αναμένεται περαιτέρω πτώση του κατά κεφαλή εισοδήματος, που θα φθάσει συνολικά στο 30% και η επίσημη ανεργία θα ανέλθει σε 30% επίσης. Σε πείσμα της αφανισμένης οικονομίας μας, οι δανειστές απαιτούν μέχρι το 2018, επιπλέον 7,5 δις ευρώ. Τέλος, συχνά, ακούμε διαβεβαιώσεις της μορφής, ότι αξίζει να υποστούμε και αυτήν την τελευταία θυσία, για να βγούμε από την επιτήρηση. Αυτές είναι εντελώς παραπειστικές, εφόσον η αλήθεια είναι ότι θα είμαστε, αναγκαστικά, υπό επιτήρηση ώσπου να αποπληρώσουμε το 75% του χρέους.

Β. Παντελώς αδικαιολόγητες οι υποθέσεις ότι τα Μνημόνια θα σώσουν την Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι τελειωμένη αν παραμείνει στη φαρμακερή αγκαλιά του κουαρτέτου. Η πραγματικότητα αυτή, αναγνωρίζεται εδώ και καιρό από εκπροσώπους διεθνών οργανισμών, αλλά και από πολυάριθμους οικονομολόγους-ερευνητές, όχι όμως από τις ελληνικές κυβερνήσεις.

Πράγματι, η αποτελεσματικότητα προγραμμάτων, που περιστρέφονται γύρω από την εσωτερική υποτίμηση, την ελαχιστοποίηση των μισθών, και τον ανθυγιεινό πανικό εναντίον του πληθωρισμού, αμφισβητήθηκε, σχεδόν από την αρχή της εφαρμογής τους. Εντελώς, ενδεικτικά αναφέρομαι στις επόμενες δηλώσεις/αναγνωρίσεις σφαλμάτων:

-Η πιο σημαντική ομολογία του ότι το ελληνικό πρόγραμμα ήταν, εξαρχής, εσφαλμένο και ανίκανο να έχει θετική έκβαση, προέρχεται από τον, κατά κάποιο τρόπο πατέρα του, τον πρ. επικεφαλής οικονομολόγο του ΔΝΤ Olivier Blanchard, που στις αρχές του 2013, δήλωσε ότι “η εκτίμηση των πολλαπλασιαστών δεν ήταν ορθή, με αποτέλεσμα να αναμένεται πολλαπλάσια ύφεση αυτής που αρχικά επιδιωκόταν”10. Αλλά, υπάρχει και δεύτερη πρόσφατη και συντριπτική έκθεση του ΔΝΤ11στην οποία αναγνωρίζεται το έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον της Ελλάδας, με την ομολογία:”Δεν υπολογίσαμε την αναδιάρθρωση χρέους-Παραβιάσαμε το καταστατικό”. Είχαν προηγηθεί ανάλογες αντιδράσεις, από την κυρία Christine Lagarde, τον πρώην Γενικό Διευθυντή του ΔΝΤ Dominique Strauss-Kahn, τον καθηγητή Assoka Monti, το γνωστό οικονομολόγο Martin Wolf και εντελώς πρόσφατα με επιστολή τους προς ΗΠΑ και ΕΕ, 15 Η έκθεση αφήνει αιχμές για το εσφαλμένο πρόγραμμα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα από την Τρόϊκα. Νομπελίστ ζητούν να εφαρμοστούν πολιτικές που να εξασφαλίσουν ανάπτυξη στην Ελλάδα. Πως αντέδρασαν οι ελληνικές κυβερνήσεις τότε και τώρα; Η απάντηση, όσο απίστευτη και αν είναι, είναι ότι απλώς δεν αντέδρασαν, αλλά δέχθηκαν πειθήνια την περιφρονητική δήλωση/προτροπή του Γερμανού ΥΠΟΙΚ ότι “το πρόγραμμα είναι άριστο, αλλά οι ανίκανοι Έλληνες δεν το εφαρμόζουν σωστά, και δεν έχουν παρά να εξακολουθήσουν τις μεταρρυθμίσεις”. Ένα ειδεχθές έγκλημα που κατάστρεψε ένα ολόκληρο έθνος, και παραμένει χωρίς τιμωρία, αλλά και χωρίς αλλαγή της εξαρχής λανθασμένης πολιτικής.

Έγινε, τελικά, πιστευτή αυτή η εκδοχή του Γερμανού ΥΠΟΙΚ, που διαψεύδει το ΔΝΤ; Μα φυσικά όχι, και μια από τις πολλές αποδείξεις είναι η απάντηση του ίδιου υπουργού Οικονομίας της Γερμανίας στον πρ. Έλληνα υπουργό Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, όταν του επέστησε την προσοχή ότι “αυτό το πρόγραμμα δεν θα επιτύχει”, απάντησε με κυνισμό; ” Το γνωρίζω”12.

Και να συνεχίσω με τον γνωστό Γερμανό οικονομολόγο Hans Werner Sinn του Ινστιτούτου ΙFO και σύμβουλο του Wolfgang Schäuble , ο οποίος δήλωσε :13 “Η Ελλάδα θα επανέλθει σε δύο χρόνια στη σημερινή κατάσταση, και τότε θα βγει από την Ευρωζώνη με διπλό νόμισμα”, δεδομένου ότι “το συμφωνημένο πρόγραμμα θα ναυαγήσει, και θα χρειαστεί και τέταρτο Μνημόνιο”. Και εμείς, ως “πρόβατα για σφάξιμο” τι άραγε περιμένουμε;

* Οι δανειστές, φυσικά, δεν θέλουν το καλό μας, και αν και αυταπόδεικτο, ιδού μερικές κραυγαλέες αποδείξεις:

α) Αφού εξόντωσαν μισθωτούς και συνταξιούχους, οι δανειστές προχωρούν αδίστακτα στον αφανισμό των αγροτών και των επιχειρηματιών, που κατόρθωσαν, μέχρι στιγμής να επιβιώσουν. Η χαριστική βολή στην οικονομία μας που πνέει τα λοίσθια.

β)Απελευθερώνεται η πρόσβαση των λεγόμενων funds (άλλως, κοράκια ), που θα αγοράζουν τα κόκκινα δάνεια των δανειοληπτών, που δεν μπορούν να τα ξεπληρώσουν στο 5%-50% της αξίας τους. Εξανεμίζονται, έτσι, περιουσίες της τάξεως των 100 δισεκατομμυρίων ευρώ , που εκπροσωπούν τους κόπους και τα όνειρα ζωής περίπου 420.000 νοικοκυριών, και πολλά από αυτά θα πυκνώσουν τις τάξεις των αστέγων.

γ) Με συνοπτικές διαδικασίες προχωρεί το αναίσχυντο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. 14 αεροδρόμια, ουσιαστικά, χαρίστηκαν σε Γερμανούς, και αγνοήθηκε πολυτελώς το 72% του ΟΧΙ των Επτανησίων σε σχετικό δημοψήφισμα. Είναι, παράλληλα, έκδηλη η ανυπομονησία των δανειστών για την επιτάχυνση της εκποίησης της χώρας, προτού καταρρεύσει πλήρως η χώρα. Τι είδους ανάπτυξη μπορεί, άραγε, να γίνει όταν δεν θα υπάρχει πια τίποτε για να αναπτυχθεί;

δ) Οι δανειστές έχουν το θράσος (και γιατί όχι, αφού γίνονται ασμένως αποδεκτά όσα παράλογα μας ζητούν ) να απαιτήσουν από τη Γενική Γραμματεία εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών την πλήρη καταγραφή με κάθε λεπτομέρεια, κάθε στοιχείου που βρίσκεται στην κατοχή των 10 εκατομμυρίων Ελλήνων. Και αυτά για αρπαγή.

Συμπέρασμα Μέρους Ι

Παρανοϊκό να πιστεύει κανείς ότι το περιεχόμενο των Μνημονίων αποβλέπει στη σωτηρία μας. Πού είναι λοιπόν το αίσθημα αυτοσυντήρησής μας;

Μέρος ΙΙ. Υπάρχει ελπίδα μόνον αν επανέλθουμε στο εθνικό μας νόμισμα

Δεν θα επεκταθώ σε τεχνητής φύσης λεπτομέρειες για το πως θα πρέπει να γίνει αυτή η μετάβαση, αλλά θα παραπέμψω στην πράγματι εξαιρετική εισήγηση του καλεσμένου μας καθηγητή Gerard Lafay με τίτλο “Έξοδος από το ευρώ”, που πιστεύω ότι πρέπει να έχει μια όσο γίνεται ευρύτερη κυκλοφορία. Να σας πληροφορήσω ακόμη ότι ο καθηγητής Gerard Lafay έχει εκδώσει ένα βιβλίο για την Ελλάδα, που μόλις κυκλοφόρησε στο Παρίσι, με άρθρα Ελλήνων και Γάλλων υπέρ της επανόδου στο εθνικό μας νόμισμα, είναι αυτό και το συνιστώ σε όσους διαβάζουν γαλλικά. Θα αναφερθώ απλώς, στο τι σημαίνει κυρίαρχο εθνικό νόμισμα και τι μπορούμε λογικά να αναμένουμε από την πιθανότητα εισαγωγής του.

Α. Που έγκειται η σπουδαιότητά του
Συχνά, όσοι είναι εναντίον μιας νέας δραχμής αμφισβητούν τις δυνατότητές της με το επιχείρημα “τι περισσότερο θα κάνει η δραχμή που δεν το κατορθώνει το ευρώ”; Είναι, φυσικά, τραγικά λανθασμένη αυτή η άποψη. “Όχι μόνο επειδή το ευρώ είναι δανειζόμενο χρήμα, που μας δίνεται με το σταγονόμετρο, και συνεπώς δεν μπορεί να στηρίξει τις αναπτυξιακές ανάγκες μιας κατεστραμμένης οικονομίας, όχι μόνο γιατί η ΕΚΤ μπορεί να διακόψει την παροχή του όποτε και για οποιανδήποτε αιτία το αποφασίσει, προκαλώντας μας ασφυξία, όπως το βιώσαμε ήδη. Αλλά, και επειδή το χρήμα, εκτός από το ότι είναι μέτρο αξίας, μέσο ανταλλαγής και μέσο εξόφλησης υποχρεώσεων, αποτελεί επιπλέον και ισχυρότατο μέσο κατεύθυνσης της οικονομίας. Το ευρώ κατασκευάστηκε ως ουδέτερο νόμισμα, ως νόμισμα φάντασμα ή νόμισμα ατελές και γι’ αυτό δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τα πραγματικά μεγέθη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Είναι, απλώς, προγραμματισμένο για να εξασφαλίζει στα κράτη-μέλη της ΕΕ νομισματική ισορροπία, αδιαφορώντας για την πορεία των πραγματικών οικονομικών μεγεθών. Οι σχετικές προδιαγραφές των εμπνευστών του, που ήταν πανικόβλητοι στη σκέψη του πληθωρισμού, στους κόλπους της Ευρωζώνης, κατασκεύασαν ένα νόμισμα απολύτως θωρακισμένο εναντίον του πληθωρισμού, αλλά φευ όχι και εναντίον της ύφεσης. Το Σύμφωνο Σταθερότητας απαιτεί από τα κράτη-μέλη την τήρηση όρων, όχι μόνον εξωπραγματικών, αλλά και βλαβερών, δεδομένου ότι καταλήγουν σε στραγγαλιστική λιτότητα, σε μόνιμο περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας, σε υψηλή ανεργία, αλλά και σε κραυγαλέες ανισότητες. Πρόκειται για τους μη παρεμβατικούς οικονομολόγους, που πιστεύουν στην αυτορρύθμιση των αγορών κτλ., σε αντίθεση με τούς παρεμβατικούς που επικρατούν το 1936 με τον J.M. Keynes. Οι παρεμβατικοί, λοιπόν, οικονομολόγοι αναγνωρίζουν, ως τον κυρίαρχο ρόλο του χρήματος, τη δυνατότητα επηρεασμού της οικονομίας. Κάθε μορφή ή βαθμός οικονομικού προγραμματισμού, για να καταλήξει σε συνθήκες ισορροπίας οφείλει να εξασφαλίσει κατευθυντήριο ρόλο στο χρήμα, καθώς και στη νομισματική πολιτική. Π.χ. η αναπτυξιακή προσπάθεια χρειάζεται κατάλληλη νομισματική πολιτική, με επαρκή ρευστότητα, ακόμη και κάποιο ποσοστό ελεγχόμενου πληθωρισμού, μέχρι το σημείο που η επιπλέον προσθήκη ποσότητας χρήματος δεν επηρεάζει το επίπεδο των τιμών, διότι εξαντλείται στη σταδιακή απορρόφηση της ανεργίας. Η πραγματοποίηση της πλήρους απασχόλησης σηματοδοτεί το σημείο, πέραν του οποίου η προσθήκη ποσότητας χρήματος αυξάνει τις τιμές, σύμφωνα με τη θεωρία του J.M. Keynes, αλλά όχι πριν. Εξάλλου, στις ιδιότητες του χρήματος, ο Keynes προσθέτει και αυτήν της προφύλαξης, αναμένοντας στο μέλλον καλύτερες ευκαιρίες. Η σπουδαιότητα του χρήματος έγκειται στο γεγονός ότι από την ποσότητά του εξαρτάται η ένταση της οικονομικής δραστηριότητας, ο ρυθμός ανάπτυξης, ο τρόπος κατανομής του εισοδήματος και ο όγκος της απασχόλησης. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι η ισχύς ανήκει σε αυτούς που δημιουργούν το χρήμα και σε αυτούς που το ελέγχουν. Το χρήμα είναι δύναμις. Και αναφέρω τη σχετική ρήση του M.A. Rothschild׃ “Αφήστε με ελεύθερο να εκδίδω και να ελέγχω τα χρήματα ενός έθνους και δεν με ενδιαφέρει ποιού”.

Β. Τι μπορούμε να επιτύχουμε με τη νέα δραχμή

Από αυτές τις απεριόριστες δυνατότητες του χρήματος έχει δραματική ανάγκη η κατεστραμμένη ελληνική οικονομία, για να αρχίσει σχεδόν από το μηδέν την ανασυγκρότηση της παραγωγικής της βάσης, για να αναγεννήσει το διαλυμένο κράτος Πρόνοιας, για να περιορίσει τις χωρίς προηγούμενο ανισότητες κατανομής της, για να επικεντρωθεί στις μεταρρυθμίσεις από τις οποίες έχει πράγματι ανάγκη και όχι σε αυτές που συνίστανται στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, και στη δημιουργία συνθηκών ζούγκλας στην αγορά εργασίας, για να αποκτήσουν και πάλι οι Έλληνες αυτοεκτίμηση και αξιοπρέπεια, για να ξαναγίνουν κυρίαρχοι της χώρας τους. Και, τελικά, για να πληρώσουν το χρέος τους, μέσω της ανάπτυξης και όχι της συρρίκνωσης της οικονομίας τους, όταν αυτό πάψει να είναι λερναία Υδρα, και βέβαια αφού συμψηφιστεί με τα χρέη των Γερμανών από το κατοχικό δάνειο και από τις καταστροφές της κατοχής.

Με την εκτύπωση του εθνικού μας νομίσματος, και χωρίς πανικό απέναντι σε έναν ελεγχόμενο πληθωρισμό, που περιορίζει το χρέος και είναι επιθυμητός, θα αρχίσει η ανασυγκρότηση. Και ας εγκαταλείψουμε, όσο πιο γρήγορα γίνεται, τις ουτοπίες, που άλλοτε οραματίζονται συρροή ξένων επενδύσεων, που δήθεν εξασφαλίζουν την ανάπτυξη και άλλοτε διαπιστώνουν δήθεν την έναρξή της. Στο σημείο μηδέν που βρίσκεται η Ελλάδα, οι ξένοι προσελκύονται μόνον για να συμμετάσχουν στο γενικό ξεπούλημα.

Να επισημάνω, ακόμη, την άμεση ανάγκη μιας κυβέρνησης, οικουμενικής ή σωτηρίας, που να θέσει τέρμα στην εφαρμογή της κατά συρρ οή εγκλημάτων εναντίον του ελληνικού λαού και να επικεντρωθεί στην προσπάθεια εξεύρεσης του λιγότερου οδυνηρού τρόπου, για τη μετάβαση της χώρας στο εθνικό της νόμισμα.

Το τελικό συμπέρασμα της εισήγησής μου είναι μια ευχή: δηλαδή, αυτό το τόσο ηθελημένα παρεξηγημένο GREXIT, που χρησιμοποιείται, ως Αρμαγεδδών, να γίνει όσο πιο γρήγορα γίνεται η αρχή της αναγέννησης της Ελλάδας.

*Από το Συνέδριο του ΜΑΧΩΜΕ 15-17/1.2016 στην πρ.ΑΣΟΕΕ

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016
 http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&amp%3Bview=article&amp%3Bid=23334%3Agiati-negrep&amp%3Bcatid=58%3Aoikonomiki-politiki&amp%3BItemid=182#.Vqvpmc7QNY4.facebook

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή