Διεθνή
Ο μεταναστευτικός εφιάλτης έχει μία και μόνη υπογραφή: “Αλέξης Τσίπρας”!
Γράφει ο Insider
Πριν διαβάσουν το κείμενο ορισμένοι, βλέποντας μόνον τον τίτλο, είναι βέβαιο ότι θα αναρωτηθούν: Καλά, ο Τσίπρας φταίει για πολλά, αλλά φταίει για τον πόλεμο στη Συρία; Ο Τσίπρας φταίει για τους εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες που φτάνουν στα νησιά, ο Τσίπρας φταίει για τον κίνδυνο να μας πετάξουν εκτός συνθήκης Σένγκεν; Η απάντηση είναι ναι!
Ο πόλεμος στη Συρία ξεκίνησε το 2011! Πριν περίπου πέντε χρόνια. Από τότε μέχρι το 2015 που έσκασε η μεταναστευτική βόμβα, μεσολάβησαν τρία (σημαντικά) γεγονότα:
Γεγονός πρώτο, η δημιουργία του φράχτη στον Έβρο που περιόρισε τις μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα, κατά 99%!
Γεγονός δεύτερο, η ανάληψη του χαρτοφυλακίου Μετανάστευσης και Ασφάλειας από Έλληνα Επίτροπο.
Γεγονός τρίτο, και σημαντικότερο, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, που σηματοδότησε την στροφή στην μεταναστευτική πολιτική της χώρας.
Μέχρι τέλους του 2014, η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά είχε ρίξει μεγάλο βάρος στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος που ταλαιπωρούσε τη χώρα κινούμενη στους εξής άξονες: Στη διεθνοποίηση του προβλήματος, στην αποτροπή εισόδου παράνομων μεταναστών και στη δημιουργία ισχυρών συμμαχιών στην Ευρώπη.
Αφού εγκαινίασε τον φράχτη στον Έβρο περιορίζοντας κατά 99% την είσοδο από την χερσαία δίοδο, απλώς εφάρμοσε τον Νόμο, με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα.
Όπως άλλωστε, θα έκανε οποιοδήποτε πολιτισμένο κράτος του Δυτικού κόσμου. Ξεκίνησε με τα απλά: Για να εντοπίσει όσους βρίσκονταν ήδη στη χώρα, εφάρμοσε εξαντλητικούς ελέγχους στην Αθήνα και τα κέντρα των πόλεων, προχωρώντας στον διαχωρισμό των προσφύγων από τους παράνομους μετανάστες, δίνοντας τα νόμιμα έγγραφα στους πρώτους για να συνεχίσουν το ταξίδι τους στην Ευρώπη. Για όσους δεν ήταν πρόσφυγες και δεν διέθεταν τα νόμιμα έγγραφα, δημιούργησε (κλειστά) κέντρα φιλοξενίας, όπου οι φιλοξενούμενοι είχαν δύο επιλογές: Είτε να γυρίσουν πίσω στον τόπο καταγωγής τους, είτε να παραμείνουν περιορισμένοι στους χώρους αυτούς, χωρίς νόμιμα έγγραφα! (πρόγραμμα Ξένιος Ζευς).
Παράλληλα με τις δράσεις στο εσωτερικό, η κυβέρνηση ξεκίνησε μια μεγάλη καμπάνια για την διεθνοποίηση του προβλήματος και την εύρεση συμμαχιών. Τότε οι περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης δεν είχαν αντιληφθεί το πρόβλημα, ούτε είχαν συνειδητοποιήσει ότι “ανοιχτά σύνορα” σημαίνουν εκατομμύρια (παράνομους) μετανάστες! Οι Σκανδιναβικές μάλιστα χώρες, ισχυρίζονταν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί καν να υιοθετήσει τον όρο “παράνομος μετανάστης”. Θεωρούσαν ότι ο μετανάστης που ξεκινάει μια καινούργια ζωή σε άλλη χώρα, εντασσόμενος ομαλά στον κοινωνικό της ιστό, δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνον που φτάνει μέσα στην καρότσα ενός φορτηγού, και πετιέται χωρίς δουλειά, χωρίς αξιοπρέπεια και χωρίς μέλλον στο κέντρο μιας μεγαλούπολης.
Αυτό του “ταμπού” όμως κατάφερε να σπάσει με Ελληνική πρωτοβουλία: Θυμίζουμε ότι ως πρωθυπουργός, τον Οκτώβριο του 2013, ο Α. Σαμαράς πήρε το αεροπλάνο του και πήγε στη Ρώμη και στην Μάλτα. Οι τρεις χώρες μαζί, διαμόρφωσαν κοινή στρατηγική, διεύρυναν την συμμαχία τους βάζοντας μέσα στην πρωτοβουλία την Ισπανία, την Γαλλία, την Βουλγαρία, την Πορτογαλία (εκμεταλλευόμενοι την αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Ενισχυμένες συνεργασίες) προκάλεσαν Σύνοδο Κορυφής λίγες μέρες μετά. Η Σύνοδος κορυφής στις 24 και 25 Οκτωβρίου, είχε ως αποτέλεσμα η Ευρώπη να αντιληφθεί για πρώτη φορά το πρόβλημα, να διαχωρίσει τους πρόσφυγες από τους μετανάστες, υιοθετώντας μάλιστα επισήμως τον όρο “παράνομος μετανάστης”, να περιλάβει στα συμπεράσματα της συνόδου σαφή πρόβλεψη για (τους απαγορευμένους) μέχρι τότε όρους της αποτροπής και του επαναπατρισμού των παρανόμως εισελθόντων και κυρίως, να στηρίξει πολιτικά και οικονομικά τις μεσογειακές χώρες στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν.
Ιταλία και Ελλάδα παράλληλα, συνεχίζουν τις κοινές πολιτικές τους τοποθετώντας πολύ ψηλά στην ατζέντα στις προεδρίες τους το μεταναστευτικό αποφασίζοντας κοινές δράσεις. Αποτέλεσμα; Το 2013, με την ταυτόχρονη συνεισφορά της FRONTEX οι (συνολικές) μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές προς την χώρα μας να περιοριστούν σε 41.000, ενώ το 2014 σε 77.000. Από αυτούς, μόλις το 10-20% καταγράφηκαν ως πρόσφυγες πολέμου, παρά την κλιμάκωση του πολέμου στη Συρία.
Παράλληλα, η Ελλάδα με υψηλού επιπέδου lobbying κερδίζει για πρώτη φορά πολύ σημαντικό ευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο, αυτό της εσωτερικής ασφάλειας και μεταναστευτικής πολιτικής, γεγονός που της παρέχει μεγαλύτερη επιρροή και ισχυρότερο ρόλο.
Η στρατηγική αυτή της προηγούμενης κυβέρνησης, στόχευε κυρίως στην “αποτροπή”. Η χώρα μας, ιδιαίτερα μέσα στην οικονομική κρίση που βίωνε, δεν μπορούσε, να σηκώσει το βάρος και άλλων μεταναστών, που θα εγκλωβίζονταν στην χώρα μας. Δεν μπορούσε να καταστεί μαγνήτης, πύλη εισόδου που θα προσέφερε ευρωπαϊκά “χαρτιά” σε κάθε έναν ταλαίπωρο μετανάστη. Και αυτό θα ήταν εφικτό, μόνον αν οι επίδοξοι μετανάστες γνώριζαν ότι δεν θα ήταν εύκολο να μπουν στην χώρα, αλλά ακόμα και αν τα καταφέρουν, θα πρέπει είτε να περιοριστούν σε κέντρα φιλοξενίας, είτε να επιστρέψουν πίσω. Κάτι αντίστοιχο με εκείνο που κάνουν σήμερα οι σκανδιναβικές χώρες. Υιοθετούν ιδιαίτερα σκληρούς νόμους, στέλνοντας μήνυμα αποτροπής, υπονοώντας ότι οι χώρες του δεν θα είναι “επίγειος παράδεισος” για όποιον τις επιλέξει.
Όλα αυτά, μέχρι που ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Με σκοπό να κάνει τις ιδεοληψίες του πράξη. Και τα κατάφερε.
Πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου, έκανε πάντα φασαρία, όταν εφαρμοζόταν η πολιτική της αποτροπής! Δηλαδή, όταν η Frontex, ως όφειλε, ευρισκόμενη σε διεθνή χωρικά ύδατα, έστελνε πίσω στην Τουρκία τις βάρκες με τους παράνομους μετανάστες, ο κ. Τσίπρας ξεσήκωνε το σύμπαν. Μέχρι και το Ελληνικό Λιμενικό Σώμα έφτασε τότε να κατηγορεί στην Ελλάδα και το Εξωτερικό για τα ναυάγια του Αιγαίου! Γιατί καλό είναι να θυμόμαστε, ότι ο κ. Τσίπρας έχει και παρελθόν. Όχι μόνον (κυβερνητικό) παρόν!
– Πόσοι, από σας θυμούνται την περίφημη κατάληψη της νομικής σχολής και στη συνέχεια της βίλας Υπατία από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους παράνομους μετανάστες, με μόνον ένα αίτημα: Να νομιμοποιηθούν οι παράνομοι;
– Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και σε όλα τα επίσημα κείμενά του περιλαμβάνεται (μέχρι σήμερα) η κατάργηση της FRONTEX και η έξοδος της χώρας από την συνθήκη Σένγκεν; (Δυστυχώς οι Ευρωπαίοι το θυμούνται)
– Πόσοι ξέρουν ότι η επίσημη θέση του ΣΥΡΙΖΑ για την παράνομη μετανάστευση ήταν η θέση της κυρίας Τασίας, για ανοιχτά σύνορα, η κατάργηση του φράχτη και η παροχή ιθαγένειας σε όλους;
– Πόσοι είχαν δει τις (αλλεπάλληλες) προεκλογικές συνεντεύξεις του κ. Τσίπρα που, ούτε λίγο ούτε πολύ, υποσχόταν ιθαγένειες και οικειοθελή έξοδο της χώρας από τη συνθήκη Σένγκεν;
Με αυτές τις θέσεις κατέβηκε στις εκλογές ο κ. Τσίπρας. Όχι μόνο στις εθνικές αλλά και στις ευρωπαϊκές εκλογές όπου ήταν υποψήφιος. Με αποτέλεσμα εκτός από εμάς, τις θέσεις του να τις μάθουν και οι ευρωπαίοι. Που δεν είχαν κανένα πρόβλημα να του πουν στη συνέχεια “μα εμείς σε βγάζουμε από την Σένγκεν, διευκολύνοντάς σε να εφαρμόσεις το πρόγραμμά σου” ! Ή “σου διαγράφουμε μέρος του χρέους, αρκεί εσύ να αναλάβεις ολόκληρο το μεταναστευτικό βάρος που (ούτως ή άλλως) δημιούργησες”!
Αυτές τις πολιτικές εκφράζει ακόμα και σήμερα το κόμμα του, και συνειδητά τις εφήρμοσε από την πρώτη μέρα που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας, με σκοπό να ανατρέψει την μέχρι τότε εφαρμοζόμενη στρατηγική Σαμαρά, που αναλύθηκε προηγουμένως.
Γι αυτό και η πρώτη του κίνηση ήταν να τοποθετήσει την κυρία Τασσία (με τις γνωστές ιδελοηπτικές της απόψεις) στο υπουργείο μετανάστευσης.
Στη συνέχεια, θυμίζουμε ότι ξέσπασε πόλεμος από τον κ. Πανούση κατά των “κακών διαπλεκόμενων ΜΜΕ”, όταν αποκαλύφθηκε επιστολή που απέστειλε το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη προς τις υπηρεσίες του, για απελευθέρωση και παροχή εγγράφων σε όλους τους παρανόμως εισελθόντες μετανάστες.
Ακαριαίως αμέσως μετά, κατήργησε την Αμυγδαλέζα (και τα υπόλοιπα κέντρα κράτησης) τοποθετώντας όλους τους φιλοξενούμενους στις πλατείες των Αθηνών.
Μετά η κυρία Τασία, με το γνωστό της ύφος, δήλωνε ότι όλοι οι μετανάστες στην Ελλάδα είναι ελεύθεροι να λιάζονται και μετά να εξαφανίζονται.
Έπειτα, σταμάτησε τις περιπολίες στο Αιγαίο υποδεχόμενος ως ήρωα όποιον επιζητούσε μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη. Είτε αυτός ήταν Πακιστανός, είτε Αφγανός, είτε Μαροκινός, είτε Αλγερινός.
Μετά, ο κ. Καμμένος μίλησε για Κούγκι και στρατηγική επιλογή της Κυβέρνησης να υποδεχτεί στην Ελλάδα και στην συνέχεια να πλημμυρήσει την Ευρώπη με (ημι-νομιμοποιημένους) μετανάστες. Πηγαίνοντάς το όλο αυτό και ένα βήμα παρακάτω. Υπονόησε ότι τζιχαντιστές θα είναι αυτοί που θα κατακλύσουν την Ευρώπη… Μέχρι που ήρθε το τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι και έτρεχε να εξαφανίσει τις παλαιότερες δηλώσεις του, που με άφρονα τρόπο είχε κάνει!
Και εν τω μεταξύ, οι μεταναστευτικές ροές εντός του 2015, ξεπερνούσαν το 1 εκατομμύριο, αφού Αφρικανοί, ασιάτες και λοιποί κατατρεγμένοι ήξεραν ότι πλέον η Ελλάδα τους προσκαλεί.
Και ήξεραν ότι αν κατάφερναν να εξασφαλίσουν και πλαστό Συριακό διαβατήριο, η υποδοχή τους στην Ελλάδα θα ήταν εξασφαλισμένη και η είσοδός τους προς την Ευρώπη θα ήταν ανεμπόδιστη.
Εσείς αν ήσασταν Ευρωπαίοι πώς θα τα αντιμετωπίζατε όλα αυτά; Ως φυσιολογικά; Ως πρόβλημα (συνολικά) της Ευρώπης που γιγαντώθηκε από το πουθενά, ή ως απόνερα του Ελληνικού προβλήματος που δημιούργησε η ανικανότητα ή η ιδεοληψία της Ελληνικής κυβέρνησης;
Η απάντηση είναι αυτονόητη. Αλλά ευτυχώς που σε αυτή τη συγκυρία στη θέση του επιτρόπου Μετανάστευσης δούλεψε αθόρυβα ο Δ. Αβραμόπουλος για να βρισκόμαστε (για πόσο ακόμα άραγε; ) εντός συνθήκης Σένγκεν.
Δυστυχώς όμως, το πρόβλημα είναι πλέον εδώ. Και ό,τι και να κάνουμε, το πρόβλημα ήρθε για να μείνει.
Είτε δημιουργώντας εντός μιας χώρας που ακόμα αναπνέει από τον τουρισμό, ένα υπερμεγέθες στρατόπεδο συγκέντρωσης, είτε εντάσσοντας εκατομμύρια ταλαιπωρημένος μετανάστες στον ιστό της κοινωνίας.
Και οι δύο επιλογές έχουν βαρύτατο τίμημα. Για την οικονομία, την κοινωνική σταθερότητα, για την ύπαρξη αυτής της χώρας, όπως είχαμε συνηθίσει να την ξέρουμε.
Μαζί τη μέρα της Μαρμότας με την οποία θα συνηθίσουμε να ζούμε, με τους δεκάδες, εκατοντάδες ή χιλιάδες συνανθρώπους μας να πνίγονται καθημερινά στο Αιγαίο.
Εκτός και αν προλάβουμε και επιστρέψουμε στην προηγούμενη εθνική στρατηγική!
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

