Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Τα ερωτηματικά της δραχμής – απάντηση

Δημοσιεύτηκε στις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΙΛΙΑΡΔΟΣ

ΕΙΚΟΝΑ---Δραχμή,-Ευρώ
Προηγείται η επίσημη δήλωση της
χρεοκοπίας της Ελλάδας, εν πρώτοις εντός της Ευρωζώνης, για να
προστατευθεί από τους δανειστές της – επίσης ένα σχέδιο ανάγκης, για την
ακούσια ίσως υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος  

.

Κατ’ αρχήν δεν είμαστε δογματικά υπέρ του ευρώ, έχουμε αναφέρει πολλές φορές ότι πρόκειται για ένα θνησιγενές νόμισμα, καθώς επίσης ότι δεν θα επιβιώσει η Ευρωζώνη, εάν δεν ενωθεί δημοσιονομικά και πολιτικά. Επίσης πως δεν
έπρεπε να είχαμε μπει στην Ευρωζώνη, αφού το επιχειρήσαμε ήμασταν
υποχρεωμένοι να λάβουμε τα μέτρα μας και δεν το κάναμε, ενώ σήμερα
είμαστε εγκλωβισμένοι
– ειδικά μετά την υπογραφή του PSI, μετά από την οποία έχουν κλείσει όλες οι έξοδοι κινδύνου.

Περαιτέρω, δεν γνωρίζουμε δυστυχώς ποιό είναι το «μη χείρον βέλτιστο» σήμερα (το παρελθόν δεν επιστρέφει) – το εάν θα μας κοστίσει δηλαδή περισσότερο η παραμονή μας στην Ευρωζώνη ή η μονομερής έξοδος μας από την ΕΕ, ως απαραίτητη προϋπόθεση εξόδου από το κοινό νόμισμα (ανάλυση μας ήδη από το 2009).
Αυτή είναι άλλωστε η αιτία, λόγω της οποίας ξεκινήσαμε το διάλογο της
δραχμής – ελπίζοντας να βρεθούν οι πλέον ορθολογικές, ρεαλιστικές
απαντήσεις σε ένα θέμα που ασφαλώς απασχολεί πολλούς Έλληνες.

Στα πλαίσια αυτά, ο κ. Ιγγλέσης ήταν ο δεύτερος που είχε την προθυμία να απαντήσει στις απορίες που αναφέραμε με το άρθρο μας «Τα ερωτηματικά της δραχμής» – ενώ ο πρώτος διαμαρτυρήθηκε, επειδή δεν επιτρέψαμε τις κομματικές αναφορές, όπως άλλωστε είχαμε παρακαλέσει στον επίλογο του κειμένου μας, με αποτέλεσμα να μην αναρτήσουμε τελικά την ενδιαφέρουσα άποψη του.

Φυσικά θα επιθυμούσαμε μία αναλυτική απάντηση κάτω από την εκάστοτε απορία μας και όχι τη σημείωση/αναφορά, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο ένα περιορισμένο άρθρο
– αφού δεν θέσαμε κανένα όριο, όσον αφορά την έκταση του. Σεβόμαστε
βέβαια την άποψη του συγγραφέα, όσον αφορά τον τρόπο της απάντησης, την
οποία όμως δεν θα υιοθετήσουμε – έτσι ώστε να είμαστε περισσότερο
σαφείς. Ως εκ τούτου, επιλέξαμε να τοποθετηθούμε με πλάγια γράμματα,
κάτω από τα βασικά στοιχεία του άρθρου, τα οποία προσθέτουμε ξανά –
είναι δε τα εξής:

.      

Η ισοτιμία

Εισαγωγή του εθνικού νομίσματος με ισοτιμία ένα προς ένα,
δηλαδή μια Νέα  Δραχμή προς ένα ευρώ. Όλα, μισθοί, συντάξεις,
εισοδήματα, οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών καθώς και τα κάθε
είδους δάνεια στο εσωτερικό θα μετατραπούν, από την πρώτη στιγμή, στο
εθνικό νόμισμα με αυτή την ισοτιμία. Θα έχει προηγηθεί με απόφαση της
κυβέρνησης η εθνικοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), δηλαδή, η
αποδέσμευσή της από παράρτημα της ΕΚΤ, η εκχώρηση του εκδοτικού
δικαιώματος και η τοποθέτηση νέας διοίκησης. Η ΤτΕ θα επανέλθει,
τουλάχιστον, στο καθεστώς που ίσχυε πριν την είσοδο στην Ευρωζώνη.
Αμέσως μετά η Τράπεζα της Ελλάδος θα «κλειδώσει» την ισοτιμία ένα προς
ένα.

Το «κλείδωμα» της ισοτιμίας εφαρμόστηκε στο παρελθόν και εφαρμόζεται
σήμερα από διάφορες χώρες. Θυμίζουμε ότι η Ελλάδα διατηρούσε, επί
περίπου 20 χρόνια, σταθερή ισοτιμία 30 δραχμές προς ένα δολάριο. Η
Αργεντινή είχε σταθερή ισοτιμία, επί δέκα χρόνια, ένα πέσος προς ένα
δολάριο, με τις ευλογίες του ΔΝΤ. Η χρεοκοπία της Αργεντινής το 2001 δεν
οφείλετο στην «κλειδωμένη» ισοτιμία, αλλά στην ελεύθερη εξαγωγή
κεφαλαίων. Η Βουλγαρία έχει σταθερή ισοτιμία για το λέβα (1,9558 λέβα
ανά ευρώ). Η ελβετική κεντρική τράπεζα «κλείδωσε» το φράγκο σε σχέση με
το ευρώ από το Σεπτέμβριο του 2011 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015,
προκειμένου αυτό να μην υποτιμηθεί. Το κινεζικό γιουάν βρίσκεται σε
σταθερή ισοτιμία με το αμερικανικό δολάριο και όποτε κρίνεται απαραίτητη
η διόρθωσή του, αυτό γίνεται με απόφαση της κυβέρνησης και όχι από τις
χρηματαγορές.

Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι «κλειδωμένη» ισοτιμία μπορεί και
πρέπει να υπάρξει. Έτσι η Νέα Δραχμή δε θα είναι ελεύθερα
διαπραγματεύσιμη στα χρηματιστήρια συναλλάγματος και δε θα μπορεί να
δεχτεί κερδοσκοπικές – υποτιμητικές επιθέσεις. Γι’ αυτό όσοι μιλούν για
υποτίμηση απλώς τρομοκρατούν τους πολίτες. Με τον τρόπο αυτό μετάβασης
στο εθνικό νόμισμα, δηλαδή, ισοτιμία ένα προς ένα και στη συνέχεια το
«κλείδωμά» της, δε θα αυξηθούν οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων και
υπηρεσιών και άρα δε θα υπάρξουν πληθωριστικές πιέσεις.

Παράλληλα η Ελλάδα δε θα χρειάζεται να σπαταλάει τα συναλλαγματικά
αποθέματά της από τις εξαγωγές προϊόντων, τον τουρισμό και τη ναυτιλία
σε μια απέλπιδα προσπάθεια να στηρίξει την επιθυμητή ισοτιμία της Νέας
Δραχμής.

.

Απάντηση (εφεξής Βασίλης Βιλιάρδος):

Δεν εκφράσαμε καμία απορία σχετικά με
την ισοτιμία, αλλά συμφωνούμε με τον καθορισμό της στο 1:1, ενώ είναι
δικαίωμα μας να την επιλέξουμε – άλλωστε κάτι ανάλογο είχε κάνει η Τουρκία με την υιοθέτηση της νέας λίρας μετά την υπαγωγή της στο ΔΝΤ (άρθρο). Σήμερα βέβαια η ισοτιμία της λίρας ως προς το δολάριο είναι 1:2,85
– γεγονός που σημαίνει πως έχει υποτιμηθεί έκτοτε σχεδόν κατά 300%
(τρόπος του λέγειν, αφού μαθηματικά δεν είναι εύλογο), ενώ τα επόμενα
είναι αυτονόητα.

Όσον αφορά όμως την εθνικοποίηση της
Τράπεζας της Ελλάδας, η αναφορά δεν είναι τόσο σαφής, εκτός της
«απελευθέρωσης» της από την ΕΚΤ – αφού δεν ήταν εθνικοποιημένη πριν την είσοδο μας στην Ευρωζώνη, ανήκοντας μόλις κατά περίπου 6% στο δημόσιο.
Εμείς πάντως δεν γνωρίζουμε εάν μπορεί να εθνικοποιηθεί, αφού έχει
ανανεωθεί σχετικά πρόσφατα η εκδοτική της σύμβαση με το κράτος – ενώ το
σημαντικότερο δεν είναι σε ποιόν ανήκει μία κεντρική τράπεζα, αλλά το
ποιός καθορίζει την πολιτική της (ανάλυση). Το πρόβλημα αυτό απασχολεί άλλωστε τη Ρωσία, η οποία έχει ασφαλώς μεγαλύτερες δυνατότητες – ενώ η επίλυση του δεν είναι καθόλου εύκολη. 

Σε σχέση με το «κλείδωμα» της ισοτιμίας, η αναφορά στην Ελβετία είναι ατυχής – αφού διατηρούσε κλειδωμένη την ισοτιμία του νομίσματος της έως τον Ιανουάριο του 2015 με τεράστιο κόστος, το οποίο την ανάγκασε ξαφνικά να το αποδεσμεύσει (άρθρο).

Για την Αργεντινή έχουμε επίσης διαφορετική άποψη, θεωρώντας πως η υπαγωγή της στο ΔΝΤ πριν τη χρεοκοπία της, επιταχύνθηκε από τη σύνδεση του νομίσματος της με το δολάριο (ανάλυση)
 – ενώ οι εκροές κεφαλαίων συναντώνται σε όλες τις χώρες που έχουν
μεγάλα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους, καθώς επίσης
μεγάλα εξωτερικά χρέη, οπότε κινδυνεύουν είτε από μεγάλο πληθωρισμό,
είτε από αθέτηση εξωτερικών πληρωμών (χρεοκοπία).

Για την Κίνα έχουμε επίσης άλλη άποψη, αφού προφανώς δεν συγκρίνεται με την Ελλάδα, διαθέτοντας τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα, τα οποία της επιτρέπουν τον έλεγχο της ισοτιμίας του νομίσματος της – γα το οποίο έχει δύο αγορές (on shore και offshore γουάν, ερμηνεία).

Στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούμε. Γενικότερα για τη μη ελεύθερα διαπραγματεύσιμη ισοτιμία, θα λέγαμε πως μπορεί να επιτευχθεί με όλες τις συνέπειες που συνοδεύουν κάτι τέτοιο όσον αφορά τις εισαγωγές, τα ταξίδια κοκ. – αλλά μόνο για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, κατά τη διεθνή εμπειρία.         

.    

Οι καταθέσεις

Όλες οι καταθέσεις, ιδιωτών και επιχειρήσεων, μπορούν να παραμείνουν σε ευρώ και να αποτελούν καταθέσεις σε συνάλλαγμα. Έτσι
οι πολίτες, από την πρώτη στιγμή, δε θα ανησυχούν ότι μπορεί να υπάρξει
μείωση της περιουσίας τους από μια υποτιθέμενη υποτίμηση της δραχμής.
Επειδή, από την αρχή, όλες οι συναλλαγές θα γίνονται στο εθνικό νόμισμα,
όταν εκταμιεύονται οι καταθέσεις στην εσωτερική αγορά θα μετατρέπονται
σε δραχμές, πάντα με ισοτιμία ένα προς ένα. Αντίθετα όταν εκταμιεύονται
για πληρωμές στο εξωτερικό, όπως εισαγωγές προϊόντων, τουρισμό, σπουδές,
υγεία κτλ. σε ευρώ.

.

Απάντηση

Εν πρώτοις οι καταθέσεις σε ευρώ είναι
πλασματικές, αφού οι τράπεζες δεν τις έχουν, ενώ είναι χρεοκοπημένες.
Τυχόν εθνικοποίηση τους, η οποία θα ήταν απαραίτητη εάν η χώρα μας
επέστρεφε στη δραχμή, αφενός μεν δεν θα δημιουργούσε ως δια μαγείας τις καταθέσεις, αφετέρου δεν θα ήταν καθόλου εύκολη – μετά την πρόσφατη εκποίηση τους, σε εξευτελιστικές τιμές στα ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια, εις βάρος των υφισταμένων μετόχων τους και ιδίως του δημοσίου.

Το υπόλοιπο μετοχικό τους μερίδιο
ανήκει στο ΤΧΣ, το οποίο έχει υπαχθεί στο ΤΑΙΠΕΔ που με τη σειρά του
έχει εκχωρηθεί στους δανειστές, μαζί με τα ενεργειακά μας αποθέματα –
οπότε δεν γνωρίζουμε ποιές είναι ακριβώς οι δυνατότητες μας. Τέλος, επειδή οι καταθέσεις είναι ανύπαρκτες, δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούμε στη χρήση τους στο εσωτερικό και εξωτερικό – παρά το ότι οι αναφορές δεν είναι σαφείς.     

.

Επάρκεια συναλλάγματος

Η πληρωμή των υποχρεώσεων ιδιωτών και επιχειρήσεων στο εξωτερικό π.χ.
για την εισαγωγή προϊόντων, θα γίνεται σε συνάλλαγμα, είτε από αυτό που
θα διαθέτουν οι ενδιαφερόμενοι στους λογαριασμούς τους, είτε από τη
μετατροπή δραχμών σε ευρώ, δολάρια κλπ. μέσω των Τραπεζών, όπως γινόταν
πριν την είσοδο στην Ευρωζώνη. Το ίδιο θα γίνεται και για τα δάνεια που
έχουν επιχειρήσεις ή ιδιώτες σε τράπεζες του εξωτερικού, όχι όμως και
για τα δάνεια (ELA κλπ.) που έχει χορηγήσει η ΕΚΤ στα ελληνικά πιστωτικά
ιδρύματα, τα οποία θα ρυθμιστούν όπως το χρέος (βλέπε στη συνέχεια).

Καμιά ανησυχία δεν πρέπει να υπάρχει για την επάρκεια
συναλλάγματος. Το Ισοζύγιο Εξωτερικών Συναλλαγών της χώρας είναι
ισοσκελισμένο. Η Ελλάδα,
δηλαδή, από τις εξαγωγές προϊόντων, από τον τουρισμό και τη ναυτιλία
εισπράττει το απαραίτητο συνάλλαγμα για να πληρώνει όλες τις εισαγωγές
που κάνει σήμερα. Ούτε ελλείψεις θα υπάρξουν, ούτε δελτίο χρειάζεται να
επιβληθεί σε κάποια αγαθά.

Το Ισοζύγιο από ένα έλλειμμα 18 δις. ευρώ το 2009, παρουσίασε ένα
μικρό πλεόνασμα το 2015, λόγω της εσωτερικής υποτίμησης των τελευταίων
έξι ετών, που μείωσε τα εισοδήματα άρα και τις εισαγωγές, ενώ οι
εξαγωγές σημείωσαν μικρή, σχετικά, αύξηση. Το πλεόνασμα του Ισοζυγίου θα
ήταν αρκετά μεγαλύτερο αν δεν είχε αλλάξει, από τον Ιούνιο του 2015,
αναδρομικά από το 2013, ο τρόπος υπολογισμού του που π.χ. στις εισαγωγές
περιλαμβάνει ποσό 1,5 δις, ευρώ από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, καπνού
κλπ.

Σημειώνουμε ότι στο σχετικό Δελτίο Τύπου της Τράπεζας της Ελλάδος για
το 2014 το Ισοζύγιο εμφανίζει πλεόνασμα 1,8 δις. ευρώ. Μια χώρα
υποτιμάει το νόμισμά της για ένα και μοναδικό λόγο, προκειμένου να
καλύψει το έλλειμμα του Ισοζυγίου Εξωτερικών Συναλλαγών. Στην
Ελλάδα όμως το έλλειμμα έχει μηδενιστεί και γι’ αυτό δεν απαιτείται
υποτίμηση της Νέας Δραχμής. Η υποτίμηση έχει γίνει ήδη, είναι η
εσωτερική υποτίμηση που μείωσε μισθούς, συντάξεις και τ’ άλλα
εισοδήματα, δε χρειάζεται λοιπόν και νομισματική υποτίμηση.

Ο κ. Βιλιάρδος εκφράζει την ανησυχία του ότι το Ισοζύγιο μπορεί να
γίνει και πάλι έντονα ελλειμματικό λόγω αντιποίνων από την πλευρά των
δανειστών. Θεωρούμε ότι εμπορικά αντίποινα δε θα υπάρξουν γιατί οι
δανειστές έχουν να χάσουν περισσότερα από ό,τι η Ελλάδα. Στις διεθνείς
σχέσεις, σε αντίθεση με τις προσωπικές, κυριαρχούν τα συμφέροντα και όχι
η εκδίκηση. Σε κάθε περίπτωση όμως μια ανεξάρτητη ελληνική κυβέρνηση
μπορεί να λάβει πολλά μέτρα προστασίας του Ισοζυγίου, στο σκέλος των
εισαγωγών, τα οποία δεν μπορούμε, λόγω χώρου, να αναπτύξουμε εδώ.

.

Απάντηση

Έχοντας τονίσει την ανυπαρξία των καταθέσεων, συμπληρώνουμε πως οι συνθήκες δεν θα ήταν ασφαλώς όμοιες με αυτές, πριν την είσοδο μας στην Ευρωζώνη
– ενώ αναφέρθηκε από τον κ. Ιγγλέση πως η νέα δραχμή δεν θα
διαπραγματεύεται ελεύθερα στις διεθνείς αγορές, όπως συνέβαινε πριν το
2002, οπότε δεν θα μπορούσαν έτσι απλά να αγοράζονται ευρώ.

Θεωρώντας τώρα δεδομένη την υποτίμηση
της νέας δραχμής, αφού αυτό διδάσκει η διεθνής εμπειρία, τα δάνεια σε
ευρώ θα αυξανόταν ανάλογα – οπότε θα ήταν δύσκολο να εξοφληθούν. Για τα
δάνεια της Τράπεζας της Ελλάδας προς τις εμπορικές τράπεζες (ELA κλπ.),
εγγυάται η ΤτΕ, οπότε είναι δική της ευθύνη τυχόν μη εξόφληση τους – άρα των φορολογουμένων Πολιτών, ειδικά στην περίπτωση εθνικοποίησης της (εάν υποθέσουμε πως είναι εφικτή).  

Σχετικά με το ισοζύγιο τρεχουσών
συναλλαγών, ασφαλώς δεν είναι ισοσκελισμένο (γράφημα) – ενώ η υποχώρηση
των ελλειμμάτων είναι συγκυριακή, αφού δεν οφείλεται στην αύξηση των εξαγωγών, άρα στα προϊόντα που παράγουμε ανταγωνιστικά,
αλλά στη μείωση των εισαγωγών λόγω της ραγδαίας κατάρρευσης των
εισοδημάτων από τα μνημόνια. Δελτίο ασφαλώς θα υπήρχε, ξανά με βάση τη
διεθνή εμπειρία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως είμαστε εναντίον – αφού
μόνο έτσι ελέγχονται οι τιμές των προϊόντων και οι απαραίτητες
εισαγωγές (καύσιμα, φάρμακα κλπ.).     

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ελλάδα, ισοζύγιο

 .

Συνεχίζοντας, η ισοτιμία ενός
νομίσματος δεν εξαρτάται μόνο από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών,
αλλά, επίσης, από τον πληθωρισμό – όπου σημαντικότερη είναι η ταχύτητα
κυκλοφορίας του χρήματος. Κυρίως όμως από τα συναλλαγματικά αποθέματα μίας χώρας, ως αποτέλεσμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών
– μέσω του οποίου είτε αυξάνονται, οπότε ισχυροποιείται το νόμισμα,
είτε  μειώνονται, οπότε αδυνατίζει το νόμισμα, ανάλογα εάν το ισοζύγιο
είναι πλεονασματικό ή ελλειμματικό.

Η υποτίμηση της νορβηγικής κορώνας απέναντι στο δολάριο λόγω της μεγάλης πτώσης της τιμής του πετρελαίου (ισοτιμία), παρά το ότι η χώρα έχει μεγάλες εξαγωγές και πλεονάσματα (γράφημα) είναι χαρακτηριστική  – αν και αντιστράφηκε πλέον η τάση, λόγω της αύξησης της τιμής του πετρελαίου.     

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Νορβηγία, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών

.

Όσον αφορά την αύξηση του τουρισμού,
οφείλεται κυρίως στα προβλήματα της Τουρκίας, της Αιγύπτου, της Λιβύης
κοκ. – οπότε είναι συγκυριακή, ενώ ο τουρισμός παραμένει κυκλικός και εντάσεως κεφαλαίου, οπότε προβληματικός ως πυλώνας στήριξης μίας οικονομίας (ανάλυση).
Η ναυτιλία πάντως δεν είναι στην καλύτερη εποχή της, είναι επίσης
κυκλική και εντάσεως κεφαλαίου, ενώ στη γεωργία υστερούμε σημαντικά –
πόσο μάλλον όταν θα έπαυαν οι επιδοτήσεις τις ΕΕ, ως επακόλουθο της
εξόδου μας. Πρόκειται όμως για τους τρεις βασικούς τομείς της ελληνικής
οικονομίας, οπότε συμφωνούμε σχετικά με το ότι θα έπρεπε να προσεχθούν
ιδιαίτερα – γεγονός που σημαίνει όμως ότι, θα έπρεπε να αναλυθούν εδώ
ακριβώς οι όποιες επιπτώσεις της δραχμής.       

Περαιτέρω, πράγματι η υποτίμηση έχει γίνει ήδη με τον τρόπο που αναφέρεται (εσωτερική), αλλά η Ελλάδα υστερεί ακόμη απέναντι στη Γερμανία (γράφημα), αν και η απόσταση είναι πλέον μικρή
– ενώ η διαφορά αυτή παραμένει, παρά το ότι δεν είμαστε απ’ ευθείας
ανταγωνιστές με τα γερμανικά προϊόντα, όπως έχουμε αναλύσει σε ιδιαίτερο
άρθρο μας (πηγή).
Στις συνήθεις κρίσεις στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, τις οποίες δεν
θα αποφεύγαμε αμέσως μετά την έξοδο μας από την Ευρωζώνη, έχουμε επίσης
αναφερθεί (άρθρο).

.

ΓΡΑΦΗΜΑ-Ευρώπη, κατα κεφαλήν εργατικό κόστος

 .

Για τη μη ύπαρξη αντιποίνων, όταν το χρέος δεν είναι απέναντι σε ιδιώτες, αλλά σε κράτη,
σε αντίθεση με άλλες χώρες όπως η Αργεντινή όταν χρεοκόπησε (εκτός του
ότι δεν είχε υποθηκεύσει τα περιουσιακά της στοιχεία), δεν είναι καθόλου
εύκολο να πεισθούμε – θεωρώντας πως αποτελεί ένα απλό ευχολόγιο που
είναι αδύνατον να τεκμηριωθεί.          

.

Το Δημόσιο Χρέος

Το τεράστιο Δημόσιο Χρέος (321 δις. το 2015) είναι αδύνατο να
αποπληρωθεί και αυτό το γνωρίζουν οι πάντες. Οι συζητήσεις για τη
βιωσιμότητα του χρέους αποσκοπούν στο να μπορεί η Ελλάδα να πληρώνει,
κάθε χρόνο, τους τόκους ανακυκλώνοντας το κεφάλαιο, δηλαδή, να παίρνουμε
νέα δάνεια με τα οποία θα πληρώνουμε τα παλιά που λήγουν (ωριμάζουν).

Όταν η Ελλάδα θωρακίσει την οικονομία της με τη Νέα Δραχμή και δε θα
μπορούν οι δανειστές να την εκβιάζουν, με στέρηση της ρευστότητας και το
κλείσιμο των τραπεζών, θα προχωρήσει στη λύση για το χρέος.

Πρώτη άμεση ενέργεια
θα είναι η καταγγελία των τριών Δανειακών συμβάσεων και η παύση
αποπληρωμής των τοκοχρεολυσίων κάτι που θα οδηγήσει σε μια χρονοβόρα
συνολική επαναδιαπραγμάτευση με τις διάφορες κατηγορίες πιστωτών.

Δεύτερη ενέργεια θα
είναι ο λογιστικός έλεγχος του χρέους για να καθοριστεί ποιο τμήμα του
είναι παράνομο, αθέμιτο και επονείδιστο και κατά συνέπεια, με βάση το
διεθνές δίκαιο, μπορεί να διαγραφεί.

Τρίτη  ενέργεια θα
είναι η άμεση διεκδίκηση από τη Γερμανία, με επίσημη ρηματική
διακοίνωση, του αναγκαστικού κατοχικού δανείου, των πολεμικών
επανορθώσεων και τις αποζημιώσεις των θυμάτων.  Σύμφωνα με το Γενικό
Λογιστήριο του Κράτους οι συνολικές γερμανικές οφειλές ανέρχονται σε
278,7 δις. ευρώ.

Το πιο σημαντικό όπλο που θα διαθέτει η Ελλάδα, όταν θα έχει
επιστρέψει στο εθνικό νόμισμά της, είναι η αποπληρωμή του όποιου χρέους
αναγνωριστεί, σε Νέες Δραχμές. Το Δημόσιο Χρέος σήμερα, κατά το
μεγαλύτερο ποσοστό του (εκτός από το χρέος προς το ΔΝΤ), δεν είναι σε
συνάλλαγμα, αλλά στο «εθνικό» νόμισμα της χώρας το ευρώ. Για το λόγο
αυτό όταν βγούμε από την Ευρωζώνη, δεν πρέπει να πληρώσουμε το χρέος σε
συνάλλαγμα αλλά στο νέο εθνικό νόμισμά μας.

Θα κάνουμε, δηλαδή, ότι έγινε το 2001 – 2002 που μπήκαμε στο ευρώ.
Θυμίζουμε ότι το 2001 το 75% του χρέους ήταν εσωτερικό, σε δραχμές (36
τρισεκ. δρχ.) και σε μια νύχτα, την 1-1-2002, μετατράπηκε σε ευρώ (105
δις. ευρώ), έτσι έγινε χρέος σε συνάλλαγμα αφού η χώρα μας δεν μπορεί να
«κόψει» ευρώ. Ο Τζόρτζ Φρίντμαν, διευθυντής του αμερικανικού ιστότοπου
Stratfor έγραψε (Απρίλιος ’15) ένα άρθρο στο οποίο, μεταξύ άλλων, λέει:
«Οι Έλληνες θα μπορούσαν να τυπώσουν δραχμές και να ανακοινώσουν, όχι να
προτείνουν, ότι το χρέος τους θα πληρωθεί σ’ αυτό το νόμισμα».

Με τη Νέα Δραχμή η Ελλάδα θα ξεκινήσει η χρηματοδότηση ενός μεγάλου
εθνικού προγράμματος δημόσιων και ιδιωτικών παραγωγικών και μόνο
επενδύσεων. Από την πρώτη στιγμή η κατάσταση θα σταματήσει να
επιδεινώνεται και προοδευτικά θα αρχίσει να βελτιώνεται. Η αύξηση της
νομισματικής κυκλοφορίας θα κατευθύνεται αποκλειστικά σε νέες
παραγωγικές επενδύσεις στον αγροτικό τομέα, τη
βιοτεχνία και τη βιομηχανία. Οι μισθοί και οι συντάξεις θα αυξάνονται
και η ανεργία θα μειώνεται σταδιακά όσο θα αυξάνεται το Ακαθάριστο
Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ).

.

Απάντηση

Συμφωνούμε απόλυτα με την αδυναμία
εξόφλησης ή, έστω, εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους – πόσο μάλλον όταν
το ιδιωτικό έχει επίσης υπερβεί το 200% του ΑΕΠ. Η απάντηση όμως εδώ δεν είναι δυνατόν να τεκμηριώνεται από κάποια αμερικανική ιστοσελίδα, η οποία μπορεί να ισχυρίζεται ότι θέλει – αφού ασφαλώς δεν έχει την ευθύνη, ούτε θα πλήρωνε το λογαριασμό.

Θεωρούμε τώρα πως η έννομη καταγγελία των δανειακών συμβάσεων δεν είναι ρεαλιστική, μετά την υπογραφή του PSI – όπου συμφωνήσαμε και υπογράψαμε τη μη μετατροπή του χρέους σε δραχμές, το αγγλικό δίκαιο, την παροχή ενυπόθηκων εγγυήσεων κοκ.
Η παύση πληρωμών ισοδυναμεί με τη χρεοκοπία της χώρας, με την οποία
βέβαια συμφωνούμε, αλλά οφείλει να αναφέρεται – μαζί με τις οδυνηρές της
συνέπειες, για να είναι σωστά προετοιμασμένοι οι Πολίτες.  Όσον αφορά
το ιδιωτικό εξωτερικό χρέος, δεν δίνεται καμία σαφής απάντηση – ούτε στα
υπόλοιπα της προηγούμενης τοποθέτησης που «αναβλήθηκαν» για εδώ.

Σε σχέση με το λογιστικό έλεγχο του χρέους συμφωνούμε – χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως μπορεί να χαρακτηρισθεί αυθαίρετα ως επαχθές (άρθρο), με εξαίρεση ίσως αυτό που μας επέβαλλαν/προκάλεσαν οι δανειστές με τα μνημόνια, μετά το 2010.

Γενικότερα όσον αφορά το PSI, πρόκειται
για ένα καθαρά νομικό θέμα, ενώ δεν υπάρχουν στην απάντηση του κ.
Ιγγλέση αναφορές σε νόμους όπως θα έπρεπε για να τεκμηριωθεί (το Διεθνές
Δίκαιο δεν λέει τίποτα, κρίνοντας από τη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, τη
Λιβύη, το Αιγαίο κοκ.). Τέλος, δεν γνωρίζουμε εάν
μπορεί μία χώρα τόσο εύκολα να αρνηθεί, να μην τηρήσει δηλαδή τις
συμβάσεις που έχει υπογράψει μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση
– πόσο μάλλον όταν δεν έχουν καταγγελθεί από καμία επόμενη, ενώ είναι δεδομένη η συνέχεια των κρατών.  

Το ίδιο ισχύει για το θέμα των γερμανικών επανορθώσεων, όπου συμφωνούμε μεν με τη διεκδίκηση τους, έχοντας το αναφέρει πρώτοι το 2011 (ανάλυση),
αλλά οφείλουμε να τονίζουμε ότι, ασφαλώς δεν θα τις εισπράτταμε τόσο
σύντομα – εάν υποθέσουμε ότι θα μπορούσαμε να τις συμψηφίσουμε με το
χρέος μας. Όλα αυτά τα θέματα είναι δε πολύ σοβαρά, για να απαντώνται με
ευχολόγια.            

.

Η Γεωπολιτική

Ο Βασίλης Βιλιάρδος θέτει, μεταξύ των άλλων και το ερώτημα αν είναι η
Ελλάδα γεωπολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά σε θέση να προβεί σε
τέτοιου είδους ενέργειες χωρίς να υποστεί σοβαρότατες απώλειες, όσον
αφορά την εδαφική ακεραιότητα της. Το βέβαιο είναι ότι μια χρεοκοπημένη
χώρα, με κατεστραμμένη οικονομία, σε κοινωνική αποσύνθεση, δεν μπορεί να
υπερασπιστεί σήμερα τα εθνικά συμφέροντά της. Θυμίζουμε ότι οι
δανειστές, μέσω των Μνημονίων, επιβάλλουν ακόμη και τη μείωση του
προϋπολογισμού των Ενόπλων Δυνάμεων. Η Ελλάδα κυβερνάται ουσιαστικά από
την Ύπατη Αρμοστεία των δανειστών που δεν ελέγχουν μόνο την οικονομία
της αλλά επιβάλλουν τα γεωπολιτικά συμφέροντά τους.

Η χώρα μας δεν χρειάζεται αφεντικά που αποφασίζουν για την τύχη της,
αλλά συμμάχους των οποίων τα συμφέροντα ταυτίζονται με αυτά του
ελληνισμού. Όσο η χώρα μας παραμένει δεδομένη, ούτε πραγματικούς
συμμάχους μπορεί να αποκτήσει ούτε κανείς την παίρνει στα σοβαρά, τη
θεωρούν δεδομένη, της ζητάνε ό,τι θέλουν και την κάνουν ό,τι θέλουν,
όπως θα συμπεριφέροντο σε μια αποικία. Βασικό στοιχείο της γεωπολιτικής
στρατηγικής της Ελλάδας, για να προστατευτεί έναντι εχθρών και «φίλων»
είναι να πάψει να θεωρείται δεδομένη. Η πρώτη και αποφασιστική ενέργεια
προς αυτή την κατεύθυνση είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη και η
αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας.

.

Απάντηση

Συμφωνούμε φυσικά με το βασικό
ζητούμενο, με την ανάγκη ανάκτησης δηλαδή της εθνικής μας κυριαρχίας,
αλλά το θέμα παραμένει ο τρόπος, με τον οποίο πραγματικά θα τα
καταφέρναμε – οπότε δεν φτάνει η επίκληση στα πατριωτικά μας αισθήματα,
τα οποία ασφαλώς υπάρχουν σε όλους μας, αλλά απαιτείται η σωστή τεκμηρίωση της ύπαρξης ενός δρόμου που πράγματι θα μας οδηγούσε εκεί που θέλουμε.
Τα γεωπολιτικά βέβαια θα μπορούσαν να απαντηθούν καλύτερα από τους
ειδικούς – οπότε η κρίση εδώ ανήκει στους αναγνώστες του κειμένου. 

.

Επίλογος

Ο κ. Βιλιάρδος θέτει και πολλά άλλα ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου.

Απάντηση

Είναι όμως τα σημαντικότερα, για τα
οποία δεν δίνεται καμία απάντηση από κανένα βιβλίο – ενώ το βασικό
πρόβλημα της Ελλάδας είναι η επίσημη δήλωση/αποδοχή της χρεοκοπίας της, για να ξεκινήσει επιτέλους η επόμενη ημέρα. Εάν η χρεοκοπία αυτή δρομολογηθεί εντός ή εκτός της Ευρωζώνης (άρα της ΕΕ), είναι σήμερα δευτερεύον θέμα
– ενώ έχουμε την εντύπωση πως δεν υπάρχει καθόλου χρόνος καθυστέρησης,
εάν δεν θέλουμε να προηγηθεί η λεηλασία του δημόσιου και ιδιωτικού μας
τομέα.

Επομένως, η χρεοκοπία αυτή πρέπει να συμβεί εν πρώτοις εντός της Ευρωζώνης (ανάλυση)
– ενώ στη συνέχεια μπορεί να αποφασισθεί η υιοθέτηση ή μη του εθνικού
νομίσματος, η οποία θα ήταν ενδεχομένως περισσότερο καταναγκαστική και
λιγότερο εκούσια.

Ειδικά όσον αφορά το εθνικό νόμισμα, το οποίο δεν είναι καθόλου απίθανο να σχεδιάζει κρυφά η κυβέρνηση, υποδαυλίζοντας τα αντιευρωπαϊκά συναισθήματα, οφείλει
ασφαλώς να υπάρχει ένα λεπτομερές σχέδιο εκτάκτου ανάγκης – γεγονός που
προϋποθέτει τη συνεννόηση όλων όσων πιστεύουν σε αυτό και όχι τις
αλληλοκατηγορίες μεταξύ τους, τις οποίες διαπιστώνουμε καθημερινά .

Κλείνοντας, ευχαριστούμε θερμά τον κ. Ιγγλέση για την ευγενική συμμετοχή του στο διάλογο, παρακαλώντας τον να μας ενημερώσει εάν θεωρεί πως ξεχάσαμε κάτι στην απάντηση μας – ενώ ολόκληρο το άρθρο του ευρίσκεται εδώ.

.

Black-Strip

Vassilis ViliardosΟ κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος,
πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο
του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά
χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας.
Έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική
κρίση, ενώ έχει δημοσιεύσει πάνω από 2.500 αναλύσεις σε ηλεκτρονικά και
έντυπα μέσα, με κέντρο βάρους την εθνική και διεθνή μακροοικονομία,
καθώς επίσης το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Black-Strip

.

© Copyright 2016 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή