Διεθνή
Η αξιολόγηση και τα υπό αίρεση μέτρα
Οι προχθεσινές δηλώσεις του Τσακαλώτου δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι το μέγαρο Μαξίμου ψάχνει έναν τρόπο για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, χωρίς να καταρρακωθεί πολιτικά. Το χάσμα, ωστόσο, παραμένει προς το παρόν αγεφύρωτο. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Το πρόσθετο πακέτο των 3,6 δισ. μπήκε στο τραπέζι, επειδή το Ταμείο εκτιμά πως τα μέτρα που έχουν ήδη συμφωνηθεί δεν θα αποδώσουν όσα πρέπει για να εξασφαλισθεί από το 2018 και στα επόμενα χρόνια το συμφωνηθέν πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ (περίπου 6,3 δισ.). Εκτιμά πως θα οδηγήσουν σε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% και γι’ αυτό απαιτούνται πρόσθετα μέτρα 2% (3,6 δισ.).
Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, ήταν ο Σόιμπλε που στις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης στην Ουάσιγκτον πριν 10 ημέρες πρότεινε τη φόρμουλα “υπό αίρεση”.
Δηλαδή, τα πρόσθετα μέτρα που απαιτεί το Ταμείο να νομοθετηθούν από τώρα, αλλά να εφαρμοσθούν όταν προκύψουν αποκλίσεις και στο βαθμό που χρειάζεται για να καλυφθούν αυτές οι αποκλίσεις. Κοινοτική πηγή υποστηρίζει πως η πρόταση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών έγινε κατόπιν παρασκηνιακής συνεννόησής του με τη Λαγκάρντ και χωρίς να έχει ενημερωθεί η Κομισιόν, η οποία αιφνιδιάσθηκε.
Κατόπιν αυτού –σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες– ο Γιούνκερ είπε στον Τσίπρα ότι εάν έκλεινε τη διαπραγμάτευση για το πακέτο των 5,4 δισ. (προβλέπεται από το 3ο Μνημόνιο) θα υποστήριζε τη θέση της Αθήνας ότι τα “υπό αίρεση” μέτρα 3,6 δισ. δεν είναι αναγκαία. Αυτός είναι ο λόγος που το μέγαρο Μαξίμου έδωσε εντολή στους υπουργούς που διαπραγματεύονται με το Κουαρτέτο να βρουν άμεσα συμβιβαστικές λύσεις.
Πράγματι, λόγω της πρωθυπουργικής εντολής, οι διαφορές γεφυρώθηκαν κατά κανόνα περισσότερο με ελληνικές υποχωρήσεις. Οι εκκρεμότητες που έχουν απομείνει είναι ελάχιστες και αναμένεται να κλείσουν γρήγορα. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της (με βάση το 3ο Μνημόνιο) για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Ο Γιούνκερ τήρησε την υπόσχεσή του. Δήλωσε πως η Κομισιόν δεν θεωρεί πως απαιτούνται πρόσθετα μέτρα, έστω και “υπό αίρεση” και πως τα στοιχεία της Eurostat για το 2015 επιβεβαίωσαν τις δικές της εκτιμήσεις. Υπογράμμισε ότι η συζήτηση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους πρέπει να ξεκινήσει τώρα και να ολοκληρωθεί σύντομα. Υποστήριξε, επίσης, ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα είναι χρήσιμη, αλλά όχι αυτοσκοπός. Και για να μην αφήσει αμφιβολίες, προσέθεσε πως δεν πρέπει να ικανοποιηθούν πάση θυσία οι απαιτήσεις του Ταμείου. Κατέληξε με την έκκληση ότι πρέπει «να δοθεί χρόνος και χώρος στην Ελλάδα».
Η ξεκάθαρη δημόσια θέση του Γιούνκερ, όμως, δεν φαίνεται να μέτρησε. Ούτε απέδωσε καρπούς η “τηλεφωνική διπλωματία”, με την οποία ο Τσίπρας προσπάθησε να αποφύγει το πικρό ποτήρι των “υπό αίρεση” μέτρων. Η επίκληση των στοιχείων της Eurostat δεν κατάφερε να αλλάξει ούτε στο ελάχιστο τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί μεταξύ του ευρωιερατείου και του Ταμείου στην Ουάσιγκτον.
Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύει η απόφαση του Eurogroup. Υπενθυμίζουμε πως η Eurostat επιβεβαίωσε ότι το 2015 προέκυψε πρωτογενές πλεόνασμα 0.6% του ΑΕΠ, ενώ ο στόχος του Μνημονίου ήταν έλλειμμα 0,25%. Η δε πρόβλεψη του ΔΝΤ ήταν έλλειμμα 0,6%. Για μία ακόμα φορά έπεσε έξω και μάλιστα κατά 2,5 δισ.
Όλα τα παραπάνω διαψεύδουν τη θεωρία πως η διαφωνία ήταν μεταξύ των Ευρωπαίων και του Ταμείου. Στην πραγματικότητα, η ομάδα Σόιμπλε, που κυριαρχεί στο Eurogroup, έχει συμμαχήσει με το δίδυμο Λαγκάρντ-Τόμσεν στο ζήτημα των δημοσιονομικών μέτρων.
Το προχθεσινό Eurogroup κατέγραψε τη ραγδαία πρόοδο που έχει συντελεσθεί στις διαπραγματεύσεις της Αθήνας. Όπως έχουμε προαναφέρει, όμως, το εμπόδιο για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν αφορά το πακέτο μέτρων ύψους 5,4 δισ. που προβλέπεται από τη συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού. Αφορά τα “υπό αίρεση” μέτρα ύψους 3,6 δισ. που απαιτεί το ΔΝΤ.
Το Σύνταγμα απαγορεύει να νομοθετούνται μέτρα υπό αίρεση. Να εξαρτάται, δηλαδή, «η ισχύς ενός νόμου από ένα μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Τσακαλώτος. Πρόσθεσε, μάλιστα, πως ο ομόλογός του Σαπέν του είπε πως το ίδιο ισχύει και στη δική του χώρα (Γαλλία).
Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών, ωστόσο, δεν έκλεισε την πόρτα. Αντιθέτως, είπε πως είναι σε «συζήτηση με τους Ευρωπαίους εταίρους για να βρεθεί ο μηχανισμός δέσμευσης… Βεβαίως υπάρχουν πολλές ιδέες για το πώς μπορεί να γίνει αυτό… Σε όποια λύση και να καταλήξουμε, μέσα στις επόμενες ημέρες, θα πρέπει να είναι αξιόπιστη: προς τους πιστωτές για να ξέρουν ότι θα επιτύχουμε το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Προς τους επενδυτές ώστε να νιώθουν ασφάλεια ότι το πρόγραμμα είναι σε τροχιά. Και, βέβαια, απέναντι στους Έλληνες πολίτες ώστε οι πολιτικές και οικονομικές πλευρές να είναι ευθυγραμμισμένες με τη συμφωνία του καλοκαιριού».
Το δεύτερο σημαντικό σημείο των δηλώσεων Τσακαλώτου είναι ότι «όποια λύση και αν επιλεγεί θα συζητηθεί παράλληλα με το θέμα του χρέους». Ο Ντάισελμπλουμ, ωστόσο, είπε ότι η νομοθέτηση των “υπό αίρεση μέτρων” είναι προϋπόθεση για την έναρξη μίας σοβαρής συζήτησης με αντικείμενο τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Διευκρίνισε, μάλιστα, ότι η συζήτηση αυτή θα αρχίσει στη σύνοδο του Eurogroup που θα εγκρίνει και το πακέτο των 5,4 δισ. και τα “υπό αίρεση” μέτρα των 3,6 δισ., ώστε να κλείσει η αξιολόγηση. Εάν όλα είναι έτοιμα, η έκτακτη σύνοδος αυτή θα πραγματοποιηθεί τη Μεγάλη Πέμπτη.
Αξίζει να υπογραμμίσουμε πως είναι διαφορετικό η συζήτηση να αφορά το είδος της αναδιάρθρωσης και διαφορετικό να αφορά την εξέταση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Το πρώτο θεωρεί δεδομένο πως το χρέος δεν είναι βιώσιμο και ως εκ τούτου χρήζει ελάφρυνσης. Το δεύτερο το θέτει ως ερώτημα.
Η σχετική δήλωση της Λαγκάρντ ξεκαθαρίζει περισσότερα την εικόνα. Είπε ότι στη σύνοδο που θα ολοκληρώσει την αξιολόγηση θα αρχίσει και η συζήτηση για την αναδιάρθρωση. Για να οριστικοποιηθούν οι αποφάσεις μπορεί να χρειασθούν και μήνες. Διευκρίνισε, όμως, πως οι διαπραγματεύσεις για το περιεχόμενο της αναδιάρθρωσης θα κινούνται στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που θα αναληφθούν στη σύνοδο που θα κλείσει την αξιολόγηση. Κατά το ΔΝΤ, η εφαρμογή των μέτρων και η αναδιάρθρωση του χρέους είναι πακέτο.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφέρουμε πως πριν τη σύνοδο του Eurogroup, η θέση της Αθήνας ήταν διαφορετική. Δήλωνε πως είναι διατεθειμένη να συζητήσει το πώς θα αντιμετωπισθούν ενδεχόμενες αποκλίσεις όσον αφορά την παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5%. Τη συζήτηση αυτή, όμως, ήταν διατεθειμένη να την κάνει μόνο εάν έκλεινε τώρα η αξιολόγηση με βάση τα προβλεπόμενα από το 3ο Μνημόνιο και εάν αμέσως μετά άρχιζε η διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του χρέους.
Όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών, οι προϋποθέσεις που είχε θέσει η κυβέρνηση στην πορεία εγκαταλείφθηκαν. Σύμφωνα με τον Ντάισελμπλουμ, η απόφαση του Eurogroup προβλέπει το αντίθετο: για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση πρέπει να νομοθετηθούν τα “υπό αίρεση” μέτρα.
Ακόμα και εάν θεωρήσουμε ότι αντί για νομοθέτηση τελικώς βρεθεί ένας κοινά αποδεκτός «μηχανισμός δέσμευσης» (όπως αντιπροτείνει ο Τσακαλώτος), υπάρχει ένα ζήτημα. Ο Ντάισελμπλουμ μίλησε για εξειδικευμένα μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να μεσολαβήσουν διαπραγματεύσεις που συνήθως παίρνουν χρόνο.
Για να μην βρεθεί η Ελλάδα με τη θηλιά στον λαιμό, θα πρέπει η διαπραγμάτευση αυτή (και για την εξειδίκευση των “υπό αίρεση” μέτρων και για τον καθορισμό του μηχανισμού που θα τα ενεργοποιεί) να ολοκληρωθεί σε μερικές ημέρες. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως η Αθήνα θα πρέπει κατά κανόνα τη δέσμη μέτρων που έχει ήδη ετοιμάσει το ΔΝΤ.
Ο επικεφαλής του ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) επιβεβαίωσε ότι ο οργανισμός του έχει επεξεργασθεί από τεχνικής απόψεως εναλλακτικά σενάρια για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Αυτό σημαίνει πως η προεργασία έχει γίνει και απομένουν οι πολιτικές επιλογές. Δεν σημαίνει, όμως, πως οι αποφάσεις θα ληφθούν άμεσα.
Στους κόλπους του ευρωιερατείου υπάρχουν αντιθέσεις γι’ αυτό το ζήτημα και ως εκ τούτου είναι πιθανόν να προκύψουν εμπλοκές. Επιπροσθέτως, η Αθήνα έχει μετατρέψει την ελάφρυνση του χρέους σε κεντρικό πολιτικό διακύβευμα. Θα παλέψει, λοιπόν, για να εξασφαλίσει μία σημαντική μείωση και όχι απλώς μία επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής. Είναι αμφίβολο, όμως, εάν οι Ευρωπαίοι είναι διατεθειμένοι να της δώσουν μία τέτοια μείωση.
Σ’ αυτό το επίπεδο είναι πιθανόν ο Τσίπρας να βρει σύμμαχο το ΔΝΤ, το οποίο ολοένα και πιο καθαρά θέτει ως όρο την ελάφρυνση για να παραμείνει το Ταμείο στο πρόγραμμα. Η ικανότητα, άλλωστε, παραγωγής πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% από το 2018 και μετά εξαρτάται –μεταξύ των άλλων– και από τον βαθμό ελάφρυνσης του χρέους.
Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα και εάν οι σχετικές διαπραγματεύσεις καταλήξουν το επόμενο διάστημα σε συμφωνία, στο 3ο Μνημόνιο θα προστεθεί ένα κρίσιμης σημασίας συμπλήρωμα.
Είναι αναμφισβήτητο ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει θέσει ως πρώτη προτεραιότητά της την άμεση ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Και γι’ αυτό έκανε βήμα πίσω από την αρχική θέση της για τα “υπό αίρεση” μέτρα ύψους 3,6 δισ. Όπως φάνηκε και από τις δηλώσεις Τσακαλώτου, μετά την αποτυχία της “τηλεφωνικής διπλωματίας”, το ζητούμενο πλέον είναι να τηρηθούν τα προσχήματα.
Το πρόβλημα με την απαίτηση των δανειστών να ψηφισθούν άμεσα από τη Βουλή τα “υπό αίρεση” μέτρα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι και πολιτικό. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ένας σημαντικός αριθμός συμπολιτευόμενων βουλευτών εμφανίζεται απρόθυμος να υπερψηφίσει. Ορισμένοι εξ αυτών, μάλιστα, υποστηρίζουν σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους πως εάν αυτό το νομοσχέδιο δεν συγκέντρωνε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο πρωθυπουργός θα είχε ένα ισχυρό επιχείρημα έναντι των δανειστών.
Το ενδεχόμενο να βάλει πλάτη η αντιπολίτευση δεν μπορεί θεωρητικά να αποκλεισθεί, αλλά οι πρώτες αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης οδηγούν στην αντίθετη εκτίμηση. Από τη στιγμή που ο Μητσοτάκης δεν φαίνεται διατεθειμένος να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, θα ήταν αυτοκτονία για τα μικρά κόμματα του ενδιάμεσου χώρου να πράξουν αλλιώς.
Το πρόβλημα, άλλωστε, στον χώρο της συμπολίτευσης δεν είναι ότι αντιδρούν λίγοι βουλευτές. Απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι βουλευτές της συμπολίτευσης, έστω και αν η τωρινή απροθυμία τους δεν προδιαγράφει υποχρεωτικά και την τελική στάση τους.
Το κρίσιμο ερώτημα μας το έθεσε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ: «Τι θα κάνει ο Τσίπρας εάν διαπιστώσει ότι το νέο πακέτο μέτρων, έστω και εν αναμονή, δεν περνάει από τη Βουλή; Θα κάνει πίσω και θα στείλει το μήνυμα στους Ευρωπαίους ότι εάν επιμείνουν στις απαιτήσεις τους θα στήσει κάλπες; Και εάν αυτοί επιμείνουν; Θα τις στήσει; Κάποιοι από εμάς δεν έχουμε πρόβλημα να πάμε στην αντιπολίτευση. Έτσι θα αποφύγουμε και την επιστροφή σε μονοψήφια ποσοστά. Οι σύντροφοι στο Μαξίμου θέλουν την εξουσία, αλλά ίσως υποχρεωθούν να το δουν αλλιώς».
Την ώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι το μέγαρο Μαξίμου ψάχνει ένα είδος πολιτικού φερετζέ για να μπορέσει να κλείσει την αξιολόγηση. Στους κόλπους της ηγετικής ομάδας επικρατεί μία μεγάλη αισιοδοξία. Πιστεύουν ότι εάν διαλυθεί το κλίμα αβεβαιότητας που καθηλώνει τα πάντα, η οικονομία θα ανακάμψει εντυπωσιακά τους επόμενους μήνες.
Το ερώτημα για το εάν “υπό αίρεση” μέτρα περνάνε ή όχι από τη Βουλή άρχισε να απασχολεί τον Τσίπρα και το επιτελείο του από την Παρασκευή το μεσημέρι και μετά. Εξ ου και οι αλλεπάλληλες συσκέψεις. Κάποιες ελπίδες τρέφουν και για την παρέμβαση που θα κάνει ο πρόεδρος Ομπάμα στη συνάντηση κορυφής στο Αννόβερο, όπου θα συμμετάσχουν η Μέρκελ, ο Ολάντ, ο Κάμερον και ο Ρέντσι.
Όπως πάντα “η ελπίδα πεθαίνει τελευταία”, αλλά εν τω μεταξύ ισχύει και η ρήση πως “η λογική της κατηφόρας είναι ο πάτος”.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

