Διεθνή
Φοβερή δημοσιογραφική αποστολή – Εύγε – “Η επικίνδυνη ζωή Χριστιανών στη Συρία”
Ο πατέρας Μωυσής από το Χαλέπι μιλάει στην «Κ» για τη σκληρή καθημερινότητα, τα προβλήματα των χριστιανών και τους αντάρτες.
Προσπαθούσαμε για μέρες να επικοινωνήσουμε ώστε να προγραμματίσουμε τη συνάντησή μας. Μια όμως «κοβόταν» η γραμμή, άλλοτε δεν «έπιανε» καν. Συνήθως, μου έστελνε ένα μήνυμα. «Σήμερα θα είναι δύσκολη ημέρα», μου έγραψε ένα πρωινό ο πατέρας Μωυσής από το Χαλέπι της Συρίας. «Eίχαμε βομβαρδισμούς και έπρεπε να μετακινηθούμε» μου εξήγησε αργότερα σε άπταιστα ελληνικά.
Εδώ και τέσσερα χρόνια, ο 32χρονος ελληνορθόδοξος κληρικός, τρεις μοναχές και λίγοι ιερείς, μπορεί να έχουν αναγκαστεί να μετακομίσουν από το κτίριο της μητρόπολης –που έχει βομβαρδιστεί και καταστραφεί ολοσχερώς–, δεν έχουν όμως σκεφτεί ποτέ να φύγουν από τη Συρία, παρότι θα μπορούσαν…
«Η εκκλησία είναι μεγάλη παρηγοριά για τον κόσμο εδώ», μου εξηγεί.
Οταν ξεκίνησε ο πόλεμος το 2011, στο Χαλέπι παρακολουθούσαν για έναν ολόκληρο χρόνο τα νέα για τις συμπλοκές στη χώρα τους από τις τηλεοράσεις σαν να είναι κάτι μακρινό. Μέσα σε ένα βράδυ όμως, οι αντάρτες κατέλαβαν την πόλη. «Τις πρώτες δύο μέρες μάς ήρθε ξαφνικό, δεν ξέραμε τι να κάνουμε, αλλά μετά ο μητροπολίτης μας ανέλαβε δράση».
Οργάνωσε επιτροπές με τους επικεφαλής όλων των εκκλησιών και των τζαμιών για τις πρώτες ανάγκες (στο Χαλέπι υπάρχουν τουλάχιστον 12 μητροπόλεις διαφόρων δογμάτων και κοινοτήτων). Ξεκίνησαν να μαγειρεύουν, έφτιαξαν καταφύγια στα υπόγεια των εκκλησιών για να μπορεί να κοιμηθεί ο κόσμος που είχε χάσει το σπίτι του.
Ακόμα θυμάται την πρώτη φορά που ένιωσε να απειλείται η ζωή του.
Ηταν ένα φθινοπωρινό πρωινό του Οκτωβρίου και το τελευταίο πράγμα που θυμάται ήταν ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Οταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, βρέθηκε μέσα στα συντρίμμια του γραφείου του και θυμάται να προσπαθεί να καταλάβει εάν είναι ζωντανός. «Βγήκα έξω από τη μητρόπολη και εκεί κατάλαβα το τι είχε συμβεί και είπα “δόξα τω Θεώ”. Οχι που γλίτωσα, αλλά που η ρουκέτα έπεσε εκεί που έπρεπε να πέσει. Εάν έπεφτε λίγα μέτρα πιο πάνω, θα χτυπούσε τα μικρά παιδιά του κατηχητικού, λίγα μέτρα πιο κάτω δεκάδες οικογένειες που έπαιρναν φαγητό στην αυλή της μητρόπολης. Λίγο πιο δεξιά θα πέθαινα εγώ…».
Ο πατέρας Μωυσής έκανε τότε τρεις ημέρες να μιλήσει. Σήμερα, στον πέμπτο χρόνο πλέον του εμφυλίου πολέμου, η ζωή στο Χαλέπι παραμένει δύσκολη, αλλά όπως μου είπε όταν βρεθήκαμε, έχουν συνηθίσει να ζούνε με τον πόνο τους.
Συναντηθήκαμε στο μοναστήρι της Παναγίας της Μπαλαμάντ στον Λίβανο. Σαράντα λεπτά από τα σύνορα με τη Συρία. Εκεί βρέθηκε πρώτη φορά ο πατέρας Μωυσής το 2002. Εκεί, στη θεολογική σχολή έμαθε ελληνικά και σπούδασε (στα ελληνικά) Θεολογία. Τώρα εκεί διδάσκει σε αραβόφωνους φοιτητές την Παλαιά Διαθήκη.
Επικίνδυνη διαδρομή
Η διαδρομή από το Χαλέπι στο Μπαλαμάντ παραμένει επικίνδυνη. Ενα χιλιόμετρο από το κέντρο της πόλης βρίσκεται το στρατόπεδο του Ισλαμικού Κράτους, ακριβώς απέναντι αυτό της Αλ Νούσρα. Ο μοναδικός περιφερειακός δρόμος που θεωρητικά είναι ανοιχτός για να μπορεί να βγαίνει ο κόσμος για βασικές ανάγκες ελέγχεται συνεχώς από τον στρατό γιατί κάθε βράδυ οι τζιχαντιστές τοποθετούν νάρκες.
«Εχει τύχει να περιμένω για ώρες να σταματήσουν τις συμπλοκές ή τις ρουκέτες. Τι να κάνουμε όμως; Δεν μπορούμε να είμαστε φυλακισμένοι».
Το βράδυ, κουρασμένος από το μακρύ ταξίδι, κάθησε με κάποιους φοιτητές της σχολής από τη Συρία. Είχε φέρει μαζί του παραδοσιακά συριακά γλυκά από αμύγδαλο να τους φιλέψει και είχε στύψει να πιουν πορτοκαλάδα. Εκείνοι με αγωνία τον ρωτούσαν για την κατάσταση στις πόλεις τους και εκείνος προσπαθούσε να τους καθησυχάσει.
Ο Μωυσής στο Χαλέπι είναι ο πρωτοσύγκελλος της μητρόπολης, αλλά τρία χρόνια μετά την απαγωγή του δεσπότη του, του Παύλου, προσπαθεί να συνεχίσει το έργο του και να είναι κοντά όχι μόνο στους ελληνορθόδοξους χριστιανούς αλλά και στους μουσουλμάνους «Με τους οποίους ζούμε μαζί. Και παλιά και τώρα, μέσα στον πόλεμο».
Στο μοναστήρι του Λιβάνου έφτασε εκείνο το βράδυ και ο επίσκοπος Ηλίας, από την Κοιλάδα των Χριστιανών, με τον επίσκοπο Δημήτριο από τη Σάφιτα. Οι πόλεις τους είναι πλέον σχετικά ασφαλείς και για αυτό χριστιανοί από όλη τη Συρία έχουν βρει εκεί καταφύγιο. Και οι δύο ανήκαν για χρόνια στην αδελφότητα του Χαλεπίου. Μου διηγούνται ιστορίες από τα πρώτα –ειρηνικά– χρόνια εκεί, όταν με τη βοήθεια της Ελλάδος ο μητροπολίτης Παύλος είχε καταφέρει μέσα σε λίγα χρόνια να κάνει έργα «που άλλοι δεν κάνουν ούτε σε μια ολόκληρη ζωή»: ένα σχολείο «γιατί στενοχωριόταν που δεν ήξεραν τα παιδιά να λένε το “Πάτερ ημών”», ένα πρωτοποριακό κέντρο υγείας, κατασκηνώσεις, ραδιοφωνικούς σταθμούς, κέντρα εκμάθησης ελληνικών.
Τα ελληνικά ήταν για τον Παύλο πολύ σημαντικά. «Δεν μπορείς να είσαι θεολόγος εάν δεν μιλάς καλά ελληνικά», έλεγε συνεχώς στους νέους που σκέπτονταν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Εκκλησίας. Ο ίδιος πρωτοπήγε στην Ελλάδα για σπουδές τη δεκαετία του ’80, έγινε διάκονος σε ένα μικρό εκκλησάκι της Θεσσαλονίκης και πέρασε μήνες στο Αγιον Ορος. Οταν γύρισε στη Συρία προσπάθησε να μεταδώσει την αγάπη που είχε αποκτήσει για την Ελλάδα στα πνευματικά του παιδιά. Ξεκίνησε να τους μαθαίνει ο ίδιος ελληνικά σε ένα μικρό δωμάτιο στο πίσω μέρος της εκκλησίας, ενώ εξασφάλισε υποτροφίες από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ώστε να σπουδάσουν εκεί.
Απόγονοι των Ελλήνων
Τελευταίο του φιλόδοξο σχέδιο ήταν ένα κέντρο ελληνικών σπουδών. «Οι άνθρωποι στο Χαλέπι και ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι νιώθουν απόγονοι των Ελλήνων και ήθελαν να μάθουν τη γλώσσα», εξηγεί ο επίσκοπος Δημήτριος. Ολες οι λεπτομέρειες για το κέντρο είχαν συμφωνηθεί στα χαρτιά και ήταν θέμα χρόνου το έργο να ξεκινήσει με τη στήριξη του ελληνικού κράτους, αλλά ο πόλεμος τούς πρόλαβε.
Μου δείχνουν φωτογραφίες από ξέγνοιαστες εποχές στο Χαλέπι. Από το σχολείο που είχε βραβευτεί ως πρότυπο, την εκκλησία στην οποία λειτουργούσε ο Παύλος και ήταν ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο κάθε Κυριακή, το κτίριο της μητρόπολης όπου οι μοναχές μετέφραζαν θρησκευτικά κείμενα από τα ελληνικά στα αραβικά.
Σχεδόν τίποτα όμως από όλα αυτά δεν υπάρχει πια. Ο Δημήτριος, που ήταν για τέσσερα χρόνια διευθυντής του σχολείου, θυμάται πως όταν του πρωτοείπανε πως οι τζιχαντιστές κατέστρεψαν το σχολείο του, δεν το πίστεψε. Του έστειλαν όμως πέντε βίντεο όπου οι αντάρτες περιπλανώνται μέσα στα συντρίμμια.
«Είχαν καταστρέψει τα πάντα με πολύ μίσος, με τα όπλα, με τα πόδια τους». Στο τριώροφο κτίριο έχουν απομείνει μόνο οι τοίχοι, γεμάτοι όμως πλέον με συνθήματα όπως «ο Αλλάχ είναι μεγάλος».
Τζιχαντιστές απήγαγαν 13 μοναχές
Ολόκληρες πόλεις χριστιανικές στη Συρία έχουν χαθεί. Εκκλησίες έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, όχι μόνο από τυφλούς βομβαρδισμούς αλλά και από τα χέρια των τζιχαντιστών. Μπαίνουν μέσα στα ιερά, σπάνε τους σταυρούς, προσπαθούν να αφαιρέσουν τα πρόσωπα της Παναγίας, του Χριστού ή των αγίων από τις θρησκευτικές εικόνες.
Αυτό συνέβη και στο αρχαίο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας στην πόλη της Μααλούλας. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, είχε βρει καταφύγιο η 14χρονη Θέκλα όταν ειδωλολάτρες την κατεδίωξαν για να απαρνηθεί τον χριστιανισμό. Εκεί λένε πως κρύφτηκε και προσευχήθηκε, και το βουνό άνοιξε για να την προστατεύσει.
Υστερα από 19 αιώνες, οι τζιχαντιστές προειδοποίησαν πως θα κατεδίωκαν τις μοναχές αλλά εκείνες αρνούνταν να εγκαταλείψουν το μοναστήρι τους. Το φθινόπωρο του 2012 άνδρες με καλυμμένα τα πρόσωπα μπήκαν στο μοναστήρι και τις απήγαγαν. Λίγες ώρες αργότερα ένα βίντεο βγήκε στη δημοσιότητα. Οι δεκατρείς μοναχές κάθονταν σιωπηλές σε ένα σαλόνι. Η ηγουμένη κοιτάει διστακτικά την κάμερα και απευθυνόμενη στον κόσμο λέει: «Μην ανησυχείτε για εμάς, ήρθαμε εδώ με τη θέλησή μας. Ο Θεός να έχει καλά αυτούς που μας υπηρετούν εδώ». Ουδείς πείθεται.
Οι γονείς δύο εξ αυτών, με καταγωγή από τον Λίβανο, καταφέρνουν να συναντήσουν τον ισχυρό άνδρα του Λιβάνου, τον Αμπάς Ιμπραήμ, επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών. Εκείνος τις ακούει και αποφασίζει πως θα κάνει τα πάντα για να τις απελευθερώσει.
Οπως εξηγεί στην «Κ», χρησιμοποιεί κάθε επαφή που έχει στη Συρία αλλά και στην Τουρκία για να καταφέρει να μιλήσει απευθείας με τους τζιχαντιστές. Για τρεις μήνες ασχολείται καθημερινά με την υπόθεση αυτή. Επειτα από σκληρή διαπραγμάτευση και τη βοήθεια της συριακής κυβέρνησης, δέχεται τους όρους των απαγωγέων και κλείνεται η «συμφωνία»: οι μοναχές θα απελευθερωθούν αρκεί να βγουν από τις συριακές φυλακές 141 κρατούμενοι.
Το απόγευμα της απελευθέρωσης, οι τζιχαντιστές βάζουν τις μοναχές σε μαύρα τζιπ. Με τις μαύρες χαρακτηριστικές σημαίες να ανεμίζουν έξω από τα παράθυρα και φωνάζοντας «ο Αλλάχ είναι μεγάλος» ξεκινάει η αυτοκινητοπομπή. Λίγο πριν φτάσουν όμως, ο επικεφαλής τους τηλεφωνεί στον Ιμπραήμ. Εχει αλλάξει γνώμη. «Θέλουμε να απελευθερώσετε και άλλα άτομα από τις φυλακές», του ανακοινώνει. Ο Ιμπραήμ όμως είναι κάθετος πως δεν δέχεται καμία αλλαγή στη συμφωνία. «Εκλεισα το κινητό μου και έδωσα εντολή στους άνδρες μου να φύγουν από το σημείο». Ολοι κρατούν την ανάσα τους, το ίδιο και ο Ιμπραήμ που βρισκόταν από νωρίς στα σύνορα, εκεί όπου θα γινόταν η ανταλλαγή.
Μισή ώρα αργότερα τα τζιπ των τζιχαντιστών με τις μοναχές εμφανίζονται.
Η επιχείρηση ολοκληρώνεται με επιτυχία.
Οι μοναχές μεταφέρονται στο Πατριαρχείο Αντιοχείας στη Δαμασκό αλλά ζητούν να επιστρέψουν στο μοναστήρι τους. Η εικόνα που αντικρίζουν είναι αποκαρδιωτική. Η εκκλησία, το μοναστήρι είχαν ολοσχερώς καταστραφεί, το ίδιο και όλες οι εικόνες…
Οσο για τον Ιμπραήμ, πριν από ένα μήνα ο Πάπας τον κάλεσε για να τον ευχαριστήσει για όσα κάνει για τους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής. Για τις μοναχές της Μααλούλας αλλά και για πολλές άλλες υποθέσεις απαγωγών που έχει χειριστεί – κάποιες γνωστές και κάποιες που, όπως λέει, πρέπει να παραμείνουν απόρρητες. «Ηταν για εμάς πολύ σημαντικό να στείλουμε ένα μήνυμα σε όλους τους χριστιανούς που απειλούνται, πως είμαστε στο πλευρό τους, ότι τους προστατεύουμε, ότι θέλουμε να μείνουν στην περιοχή».
Ισως από τις δυσκολότερες υποθέσεις που έχει αναλάβει είναι αυτή της απαγωγής του μητροπολίτη Παύλου. Τρία χρόνια ακριβώς από τη μυστηριώδη εξαφάνισή του, ο φάκελος παραμένει ανοιχτός με πολλά ερωτήματα. Για αυτόν τον λόγο οι συνεργάτες του μας είχαν προειδοποιήσει πως δεν επιθυμεί να συζητήσει την υπόθεση αυτή. Λίγο πριν μας αποχαιρετήσει όμως από το γραφείο του, θέλησε να μας αποκαλύψει μια άγνωστη μέχρι τώρα πληροφορία:
«Για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, υπάρχουν στοιχεία τα οποία όμως δεν δημοσιοποιούνται. Δουλεύουμε με μυστικότητα και πιστεύουμε πως πολύ σύντομα θα φτάσουμε στο τέλος της ιστορίας αυτής».
Το θρίλερ με τον μητροπολίτη Παύλο
Το πρωινό πριν από την απαγωγή του, ο Παύλος ήταν χαρούμενος. Μόλις είχε βρει το μοναστήρι στη Βόρεια Ελλάδα που θα φιλοξενούσε 13 από τις μοναχές του από τη Συρία, ενώ το σχέδιό του για να βγουν με ασφάλεια από το φλεγόμενο Χαλέπι είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Μια μια οι μοναχές έμπαιναν στα λεωφορεία της γραμμής για να μην τραβήξουν την προσοχή των τζιχαντιστών. Είχαν ήδη περάσει στον Λίβανο και από εκεί θα έρχονταν αεροπορικώς στην Ελλάδα.
Ο Παύλος βιαζόταν να επιστρέψει πίσω στη μητρόπολή του για τη Μεγάλη Εβδομάδα. Οι δικοί του τον παρακαλούσαν να αναβάλει το ταξίδι έως ότου σταματήσουν οι βομβαρδισμοί στο Χαλέπι, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. Την Κυριακή των Βαΐων έφτασε στην Τουρκία, είχε προγραμματίσει να μείνει κάποιες ημέρες στην Αντιόχεια, περιοχή της μητρόπολής του. Ο Συρορθόδοξος μητροπολίτης Χαλεπίου όμως επικοινωνεί μαζί του, του λέει πως βρίσκεται στα σύνορα και αποφασίζουν να ταξιδέψουν μαζί, άμεσα για τη Συρία.
Δύο ημέρες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί στο Χαλέπι συνάντηση όλων των ιεραρχών των εκκλησιών για να συγκεντρώσουν τα λύτρα για την απελευθέρωση δύο ιερέων που είχαν απαχθεί μερικούς μήνες νωρίτερα. Ο Συρορθόδοξος μητροπολίτης προσφέρθηκε να παραδώσει τα χρήματα. Πράγματι την Κυριακή των Βαΐων έφτασε στο σημείο που του είχαν υποδείξει, αλλά του είπαν πως δεν είχαν φέρει τους ιερείς και πως θα έπρεπε να ξαναέρθει την επομένη. Ετσι, ήταν πλέον γνωστό πως ο μητροπολίτης είχε πάνω του τα λύτρα αλλά και γνωστή η διαδρομή που θα ακολουθούσε από την Τουρκία για το Χαλέπι.
Η τελευταία επικοινωνία
Ξέρουμε πως το αυτοκίνητο με τους μητροπολίτες ξεκίνησε από τα σύνορα στις δύο το μεσημέρι. Μαζί τους, πέρα από τον οδηγό, ταξίδευε και ο Ηλίας Φουάντ, ένας Σύρος που τους είχε υποσχεθεί ασφαλή διέλευση από τα σημεία των τζιχαντιστών. Το αυτοκίνητο πέρασε με ασφάλεια από δύο σημεία ελέγχου. Λίγο μετά τις 14.30, ο Παύλος τηλεφώνησε στη μητρόπολη για να τους ενημερώσει πως σε ένα τέταρτο θα ήταν εκεί. Η ώρα όμως περνούσε και ο Παύλος δεν είχε εμφανιστεί. Στις 5.37 το απόγευμα, οκτώ άτομα έλαβαν από το κινητό του το ίδιο ακριβώς μήνυμα στα αραβικά: «Μας έχει απαγάγει η Αλ Κάιντα και μας πάνε κάπου στην Τουρκία…».
Είναι η τελευταία του επικοινωνία.
Ο Παύλος (δεξιά) σε παλιότερη επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου στη Συρία
Ο Ηλίας Φουάντ –άγνωστο πώς– καταφέρνει να αποδράσει. Ο ίδιος ισχυρίστηκε στις συριακές αρχές πως αντάρτες τούς σταμάτησαν, τον έβγαλαν από το αυτοκίνητο, σκότωσαν επιτόπου τον οδηγό και εξαφανίστηκαν με τους δύο μητροπολίτες.
Από εκείνη την ημέρα, έχουν γίνει τα πάντα για τον εντοπισμό τους. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών προσπάθησε μέσω της διπλωματικής οδού, ενώ οι μυστικές υπηρεσίες ξεκίνησαν μια δική τους παράλληλη δράση. Ξέρουμε σήμερα πως έξι μήνες μετά την απαγωγή υπήρξε μια πληροφορία –που αξιολογήθηκε ως έγκυρη– πως οι μητροπολίτες ζουν.
Η ΕΥΠ ζήτησε τη συνδρομή των Αμερικανών και εκείνοι με τη σειρά τους ανέθεσαν την επιχείρηση στην επίλεκτη στρατιωτική ομάδα κομάντο, την DELTA. Οι λεπτομέρειες εκείνης της αποστολής παραμένουν άκρως απόρρητες, ξέρουμε όμως ότι δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν άνθρωποι που προσεγγίζουν τους κοντινούς του Παύλου προφέροντας διάφορες πληροφορίες για το πού μπορεί να βρίσκεται. Το ίδιο συνέβη και με πληροφορίες από έναν άνδρα, τον περασμένο Δεκέμβριο. Οι δικοί του, συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους ισχυρισμούς, ζήτησαν αυτό που ζητούν κάθε φορά. Μια απόδειξη πριν ξεκινήσουν οποιαδήποτε συζήτηση. Εκείνος επανήλθε με μια απάντηση. Απάντηση σε μια ερώτηση που θεωρητικά μόνο ο Παύλος θα μπορούσε να γνωρίζει.
Εκτοτε όμως ο άνδρας αυτός εξαφανίστηκε.
Tις δηλώσεις του επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών στην «Κ» –πως υπάρχουν στοιχεία και πως δουλεύουν σε ένα απόρρητο επίπεδο για τον άμεσο εντοπισμό του– οι δικοί του τις άκουσαν με μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Τρία χρόνια μετά την απαγωγή του, είναι όλοι έτοιμοι να μάθουν την αλήθεια για το τι είχε συμβεί στον δεσπότη τους εκείνο το απόγευμα.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας








