Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ρέγκλινγκ: Στα €100 δισ. το κόστος Τσίπρα-Βαρουφάκη για την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

«Πρώτη παρέμβαση για το χρέος εντός του 2016 – Θεμέλιος λίθος οι στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα» σημείωσε ο επικεφαλής του ESM


Αθήνα 
Στα 100 δισ. ευρώ εκτίμησε το κόστος της πρώτης περιόδου της κυβέρνησης Τσίπρα, της περιόδου Βαρουφάκη ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΣΚΑΪ. Ο κ. Ρέγκλινγκ ανέφερε μεταξύ άλλων πως δεν είναι δική του θέση να σχολιάσει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν καθοριστεί και υπογράμμισε πως η Αθήνα θα πρέπει να πορευθεί στον συμφωνημένο δρόμο των μεταρρυθμίσεων.

– Κύριε Ρέγκλινγκ χθες ανακοινώσατε την εκταμίευση των 7,3 δισεκατομμυρίων ευρώ, Τι θα πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να πάρει τα υπόλοιπα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ;
– Όλο αυτό είναι ένα μέρος των 86 δισεκατομμυρίων που συμφωνήθηκαν το περυσινό καλοκαίρι. Τους τελευταίους δύο μήνες του περασμένου έτους εκταμιεύσαμε από τον ESM 21 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό που συνέβη χθες είναι ότι η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος ολοκληρώθηκε και αυτό κάνει εφικτό το να εκταμιεύσουμε 10,3 δισεκατομμύρια ευρώ. 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ εκταμιεύτηκαν χθες. Χθες ουσιαστικά κάναμε την εκταμίευση και ήρθαν τα χρήματα στην Αθήνα. Και αυτό σημαίνει ότι 2,8 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν μείνει για την δεύτερη δόση της πρώτης αξιολόγησης. Γι’ αυτό προχωράμε στα επόμενα προαπαιτούμενα και ελπίζουμε ότι τα χρήματα μπορούν να εκταμιευτούν τέλος Σεπτεμβρίου, αυτό είναι το σχέδιο. Και φυσικά θα προχωρήσουμε στην επόμενη φάση και πριν το τέλος του έτους άλλα 6 δισεκατομμύρια ευρώ θα είναι διαθέσιμα αλλά γι’ αυτά θα πρέπει να καταλήξουμε στη δεύτερη αξιολόγηση. Όλο αυτό προχωρά με σταδιακά βήματα. Υπήρξαν καθυστερήσεις στο παρελθόν, μερικές φορές χρειάστηκε περισσότερος χρόνος. Γιατί δεν εκταμιεύουμε αν δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις και τις προσαρμογές. Και έτσι προχωράμε με αυτό το ρυθμό. Συνεχώς ελέγχουμε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΚΤ.
– Ποιος έχει την ευθύνη για τις καθυστερήσεις;
– Δεν νομίζω ότι είναι πολύ παραγωγικό να γίνεται ένα παιχνίδι αλληλοκατηγοριών, γι’ αυτό και δεν θέλω να αναμειχθώ. Όπως το βλέπω από την δική μου πλευρά έχουμε να αντιμετωπίσουμε δύσκολα και πολύπλοκα θέματα. Για παράδειγμα, για να κάνουμε την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση είναι δύσκολο για όλες τις χώρες, σε όλο τον κόσμο. Γιατί έχουμε να κάνουμε με κεκτημένα δικαιώματα και πρέπει να το προσαρμόσεις γιατί η σταθερότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος συνήθως δεν είναι διασφαλισμένη, γι’ αυτό πρέπει να γίνουν αλλαγές. Αυτό ακόμη και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες είναι πολύ δύσκολο. Είναι και πολιτικά δύσκολο αλλά και τεχνικά πολύπλοκο να το κάνουμε σωστά, να το κάνουμε με ένα δίκαιο τρόπο. Αυτά τα θέματα λοιπόν είναι πολύ δύσκολα και είναι σωστό να δίνουμε τον χρόνο που χρειάζεται για να φτάσουμε σε μία λύση που να είναι σωστή, αποτελεσματική και δίκαιη. Υπάρχουν ένα σωρό από δύσκολα θέματα, εκτός από την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, όπως η φορολογική μεταρρύθμιση, οι κατάλληλες φορολογικές μεταρρυθμίσεις και αυτό χρειάζεται χρόνο. Επίσης, υπάρχουν ορισμένα σημεία όπου η ιδιοκτησία του προγράμματος και η δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης δεν είναι παντού ισχυρή όπως το βλέπει ο υπουργός Οικονομικών ο κ. Τσακαλώτος, και ο πρωθυπουργός. Τις ιδιωτικοποιήσεις δεν τις υποστηρίζουν πολλοί.
– Αναφέρεστε σε υπουργούς που δεν τις υποστηρίζουν;
– Φαίνεται στις δημόσιες δηλώσεις υπουργών που δεν είναι υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων.
– Εννοείτε τον κ. Σπίρτζη.
– Αλλά είναι μέρος του συμφωνημένου προγράμματος, έχει υπογραφεί από τον πρωθυπουργό. Γίνεται και είναι σημαντικό μέρος του προγράμματος. Θεωρώ ότι η δημιουργία του ταμείου κρατικοποιήσεων είναι ένα σημαντικό βήμα. Ήταν μέρος του προγράμματος που συμφωνήθηκε από την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού, Τσίπρα, τον περασμένο Ιούλιο. Τώρα έχει γίνει και θεωρώ ότι είναι σημαντικό για να κάνουμε την οικονομία ισχυρή. Το είδαμε αυτό με το λιμάνι του Πειραιά, με τους Κινέζους επένδυσαν μερικά χρόνια πριν, η απόδοση του λιμανιού βελτιώθηκε και το εμπόριο στο λιμάνι του Πειραιά αυξήθηκε κατακόρυφα. Και αυτό είναι πολύ καλό για την ελληνική οικονομία. Όχι μόνο για το λιμάνι και τους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί. Έχει πολλές επιδράσεις. Περισσότερα κοντέινερ περνάνε από το λιμάνι του Πειραιά και μπαίνουν στα φορτηγά που πάνε στα τρένα. Η υπόλοιπη ελληνική οικονομία θα επωφεληθεί από αυτό και ο Πειραιάς μπορεί να γίνει σημαντικός σταθμός. Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι ένα καλό παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει η ιδιωτικοποίηση.
– Κύριε Ρέγκλινγκ, ανάμεσα στις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις είναι και  η εργασιακή μεταρρύθμιση. Ωστόσο η ελληνική κυβέρνηση δεν δείχνει τόσο πρόθυμη να προχωρήσει σε αλλαγές, που θα επηρεάσουν τον κατώτατο μισθό ή να προχωρήσει σε αλλαγές που θα επηρεάσουν γενικότερα τα εργασιακά κεκτημένα των τελευταίων δεκαετιών. Ποια είναι τα περιθώρια αυτής της διαπραγμάτευσης;
–  Έχετε δίκιο, αυτό είναι στην ατζέντα για τους επόμενους δυο μήνες, και πάλι είναι σε μια ευαίσθητη πολιτικά περιοχή και επίσης είναι πολύ δύσκολο να γίνει τεχνικά. Αλλά και πάλι αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό θέμα. Ξέρουμε ότι και η Γαλλία κάνει μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Η Ιταλία το έκανε πέρυσι. Αυτό είναι πάντα πολύ δύσκολο. Γίνανε πολλές διαδηλώσεις εναντίον αυτού του νόμου  στη Γαλλία. Γι’ αυτό είναι σχεδόν φυσιολογικό γιατί αυτά τα θέματα προκαλούν αντιδράσεις. Υπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα, αλλά η εμπειρία δείχνει πόσο σημαντικό είναι να το κάνεις σωστά. Γιατί οι χώρες που κάνουν μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά, η δική μου χώρα η Γερμανία έκανε πριν 10 χρόνια, τα αποτελέσματα είναι πολύ πειστικά. Η ανεργία στη Γερμανία έπεσε αυτά τα 10 χρόνια στο μισό, ακριβώς λόγω αυτών των μεταρρυθμίσεων στην εργασία. Στην Ιταλία βλέπουμε τώρα τα πρώτα θετικά αποτελέσματα. Σε ότι αφορά στη δημιουργία απασχόλησης, ως αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης που έγινε πριν 1-2 χρόνια. Συνεπώς ενθαρρύνω την ελληνική κυβέρνηση να δει αυτά τα παραδείγματα και να δράσει. Οι συμβουλές που δίνονται από τους θεσμούς είναι καλές. Είναι απαραίτητο να μειωθεί η ανεργία στην Ελλάδα, αλλά αποδέχομαι ότι πολιτκά  αυτό είναι πολύ δύσκολο, όπως και τεχνικά, αλλά δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική.
– Σε ότι αφορά στους φόρους τώρα, πολλοί λένε ότι αυτό το πρόγραμμα δεν είναι βιώσιμο λόγω του ύψους της φορολογίας. Συμφωνείτε με αυτήν την αύξηση των φόρων στην Ελλάδα και τίνος ευθύνη ήταν; Γιατί η ελληνική κυβέρνηση λέει ότι αυτα τα μέτρα μας επιβλήθηκαν, η άλλη πλευρά, οι Βρυξέλλες και το ΔΝΤ υποστηρίζουν ότι το μείγμα των μέτρων ήταν επιλογή της κυβέρνησης.
– Δε χρειάζεται να κατηγορηθεί κάποιος.

– Νομίζετε όμως ότι θα λειτουργήσει;
– Οι οικονομολόγοι γνωρίζουμε πως η δημοσιονομική εξυγείναση που γίνεται μέσα από περικοπές δαπανών είναι πιο φιλική προς την ανάπτυξη από την εξυγείανση που επιτυγχάνεται μέσω της αύξησης των φόρων. Σε αυτήν την περίπτωση έχουμε μεγάλες εξοικονομήσεις που επιτυγχάνονται μέσω των φόρων, και όταν κανείς δει τις αυξήσεις των φόρων αυτές δε γίνονται με διεύρυνση της φορολογικής βάσης που θα ήταν και πάλι πιο αποτελεσματικό, αλλά ανεβάζοντας τα ποσοστά. Αυτός δεν είναι ο ιδανικός τρόπος. Αλλά την ίδια στιγμή γνωρίζω από άλλες χώρες  που πέρασαν κρίση, ότι συχνά αυτό είναι το αναπόφευκτο πρώτο βήμα γιατί οι εναλλακτικές, δηλαδή η περικοπή δαπανών, είναι πολύ πιο δύσκολη.
-Είμαστε ακόμη στο πρώτο βήμα μετά από τόσα χρόνια;
-Δεν έχει τελειώσει ακόμη και φαίνεται ότι παραμένει ακόμη δύσκολο να υπάρξει μια συμφωνία πάνω στο θέμα της περικοπής δαπανών που θα ήταν μία πιο παραγωγική εναλλακτική, αλλά, μην κάνετε λάθος, και οι άνθρωποι που επηρεάζονται από τις περικοπές δαπανών δεν είναι ευχαριστημένοι. Άρα υπάρχει κι εκεί αντίδραση. Αλλά, η κυβέρνηση έχει δύο τρόπους. Το ΔΝΤ το έχει κάνει πολύ σαφές, κι εγώ μοιράζομαι αυτήν την άποψη, πως αν ανεβάσεις πολύ τους φόρους, αυτό θα έχει συνέπειες στην ανάπτυξη. Άρα η διεύρυνση της φορολογικής βάσης είναι σαφώς καλύτερη λύση, αλλά και αυτό κρίθηκε πως ήταν πολύ δύσκολο.
– Ας προχωρήσουμε στο θέμα του πλεονάσματος κ. Ρέγκλινγκ. Γνωρίζετε ότι υπάρχει μεγάλη πίεση από το ΔΝΤ, από την κυβέρνηση, από την κεντρική τράπεζα,  για χαμηλότερα πλεονάσματα από αυτά που αποφασίστηκαν πρόσφατα. Φανήκατε αδιάλλακτος σε αυτό το θέμα σε χθεσινή σας δήλωση. Γιατί αυτό; Είναι γιατί επειδή πιστεύετε ότι αυτό το σχέδιο στο οποίο έχετε συμφωνήσει είναι βιώσιμο;
– Η διάρκεια δεν έχει αποφασιστεί ακόμη, αλλά για να φτάσουμε σε τέτοια πλεονάσματα  το 2018 ήταν θεμέλιος λίθος της συμφωνίας του πρωθυπουργού Τσίπρα με τους Ευρωπαίους εταίρους τον περασμένο Ιούλιο. Δεν είναι δικό μου θέμα να το αμφισβητήσω αυτό. Απλά είπα ότι δεν περιμένω αυτό να αλλάξει, γιατί θυμάμαι πολύ καλά τις δύσκολες αυτές διαπραγματεύσεις. Και δεν βλέπω καμία κίνηση προκειμένου να αλλάξει αυτό. Επίσης, σήμερα το πρωί η ελληνική κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι είναι δεσμευμένη σε αυτό, γιατί θέλει να είναι αξιόπιστη και προσηλωμένη στην συμφωνία. Ίσως γι’ αυτό να θεωρείτε ότι εγώ εμφανίζομαι μη ευέλικτος. Απλώς βλέπω τι δηλώνεται και τι πολιτικά έχει συμφωνηθεί και τι έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση. Και δεν βλέπω καμία κίνηση απομάκρυνσης από αυτό. Ούτε από την ελληνική κυβέρνηση.
-Ξέρετε όμως,  κύριε Ρέγκλινγκ, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μία θολή συμφωνία για το χρέος από την άλλη… όλο αυτό ακούγεται σαν ευχή παρά σαν ένα ρεαλιστικό σχέδιο. Πολλοί εδώ πιστεύουν πως ίσως να θέλατε μία προσωρινή συμφωνία, έτσι ώστε η Ελλάδα να είναι εκτός πλάνου αυτό το καλοκαίρι λόγω Brexit κλπ…
-Αυτή είναι μία περίεργη περιγραφή του τι συνέβη. Δε θα χαρακτήριζα τη συμφωνία μας στο Eurogroup θολή. Μην ξεχνάτε ότι χθες εκταμιεύθηκαν 7,5 δις και σε αυτό δεν υπάρχει τίποτα θολό. Όλο αυτό είναι βασισμένο στην συμφωνία αυτού του Eurogroup, κομμάτι της οποίας ήταν και το χρέος, στο οποίο κάναμε τεράστια πρόοδο. Υπήρξε συμφωνία για το τι πρέπει να κάνουμε βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και υπήρξε ισχυρή δέσμευση από το Eurogroup ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να δέχεται βοήθεια και επιπλέον μέτρα ελάφρυνσης του χρέους αν χρειάζονται και εφόσον συνεχίσουν οι μεταρρυθμίσεις. Δεν υπάρχει τίποτα θολό σε αυτό.
-Το ΔΝΤ αμφιβάλλει για το αν υπάρχει καν συμφωνία…
-Μόλις άκουσα το ΔΝΤ στο συνέδριο σήμερα το πρωί. Είναι μέρος αυτής της συμφωνίας, ήμουν κι εγώ σε αυτή τη συνάντηση, οπότε το θυμάμαι καθαρά. Το ΔΝΤ έχει σε ένα θέμα μία διαφορετική άποψη. Έχουμε συμφωνήσει σε πολλά άλλα θέματα τα τελευταία χρόνια. Έχουμε συμφωνήσει σε ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο θα αντιμετωπίσουμε το ελληνικό πρόβλημα χρέους. Έχουμε συμφωνήσει στις βασικές αρχές, πώς δηλαδή θα επιτύχουμε μείωση του ελληνικού χρέους κι αυτό είναι πολύ καλό. Στο χρόνο έχουμε μια διαφορετική άποψη. Το ΔΝΤ θέλει το ελληνικό πρόγραμμα να ανταποκρίνεται στο καταστατικό του, είναι λογικό, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι το καταστατικό του ΔΝΤ είναι μεν πολύ καλό και έχει αποδειχθεί σε πολλές χώρες, όμως δεν ανταποκρίνεται στην περίπτωση της Ελλάδας. Δεν είναι το κατάλληλο πλαίσιο γι αυτήν την περίπτωση. Γιατί οι δικοί μας θεσμοί παρέχουν χρηματοδότηση για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι έκανε το ΔΝΤ. Συνήθως το ΔΝΤ έχει να κάνει με ιδιώτες πιστωτές που θέλουν να πάρουν τα χρήματά τους από μία χώρα το συντομότερο δυνατό αν υπάρξει κάποιο πρόβλημα. Αυτές οι χώρες όμως δεν έχουν άλλη επίσημη πηγή χρηματοδότησης. Εδώ στην περίπτωση της Ελλάδας τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Εμείς σήμερα έχουμε στο χαρτοφυλάκιό μας το μισό ελληνικό χρέος. Είμαστε ένας αξιόπιστος εταίρος για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Αυτό είναι κάτι πρωτοφανές στον κόσμο. Δίνουμε χρήματα με προνομιακούς όρους, τα επιτόκια σήμερα είναι κάτω του 1%. Θα είμαστε εδώ για πολλά χρόνια και για αυτό η κανονική λειτουργία του ΔΝΤ εκτός Ευρώπης, ότι δηλαδή πρέπει πολύ γρήγορα να επιτυγχάνεται βιωσιμότητα του χρέους δε χρειάζεται στην περίπτωση της Ελλάδας. Αυτό που χρειάζεται είναι μία δέσμευση από την Ευρώπη να βοηθά την Ελλάδα όποτε αυτό είναι απαραίτητο. Αυτή η δέσμευση έγινε το Μάιο,  υπήρχε ήδη και αυτό αξίζει πολλά. Γιατί σημαίνει πώς όλη αυτήν την χρονική περίοδο, που είναι δύσκολο να έχεις σιγουριά γύρω από τις οικονομικές εξελίξεις, υπάρχει μία δέσμευση για ευελιξία. Θα είμαστε εκεί να βοηθήσουμε, αλλά είναι επίσης σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι οι ευρωπαίοι δανειστές δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν περισσότερα από όσα χρειάζονται. Αυτό δεν είναι αποδεκτό από τους φορολογούμενους στη βόρεια Ευρώπη.
– Τελευταία ερώτηση, πώς νιώθετε για αυτή τη μεταστροφή της ελληνικής κυβέρνησης. Υπάρχει μία μεγάλη συζήτηση στην Ελλάδα για το κόστος της πρώτης περιόδου της κυβέρνησης Τσίπρα, της περιόδου Βαρουφάκη. Ποια είναι η άποψή σας; Ποιο ήταν το κόστος στην ελληνική οικονομία;
-Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος να το υπολογίσει κανείς. Γνωρίζω ότι η ΤτΕ έχει υπολογίσει ένα ποσό ύψους 80 δις ευρώ αν δεν κάνω λάθος. Θα μπορούσε κανείς να σταθεί και στις προβλέψεις για την ανάπτυξη, που πριν αλλάξει η κυβέρνηση, η εκτίμηση του ΔΝΤ το Δεκέμβριο του 2014, είναι δημοσιοποιημένη, μιλούσε για ανάπτυξη στην Ελλάδα 2,5% το 2015 και 3,5% το 2016. Άρα αυτό αθροιστικά μας κάνει ανάπτυξη 6%. Αντιθέτως, αυτά τα δύο χρόνια είχαμε μικρή ύφεση, αυτό θα μπορούσε επίσης να μετρηθεί για να υπολογίσεις το κόστος. Έξι μονάδες του ΑΕΠ, άρα αυτό κάνει  περισσότερο από 100 δις ευρώ. Όπως είπα δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος, αλλά το κόστος ήταν πολύ μεγάλο.
-Συνεπώς ανακουφιστήκατε όταν η ελληνική κυβέρνηση άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόταν το περασμένο καλοκαίρι.
-Ως δημοκράτης, πρέπει να ζήσω με οποιαδήποτε απόφαση των πολιτών. Η αλλαγή των κυβερνήσεων είναι κάτι κανονικό στις δημοκρατίες, αλλά σαφώς εκείνη την περίοδο, δεν υπήρχε καλή συνεργασία ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση -και ειδικά τον τότε υπουργό οικονομικών, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το ΔΝΤ. Τα πράγματα χάλασαν, οι μεταρρυθμίσεις σταμάτησαν κι αυτό δεν ήταν προς το συμφέρον της ελληνικής οικονομίας.


Πρώτη παρέμβαση για το χρέος εντός του 2016

Μέχρι το τέλος του έτους θα έχει πραγματοποιηθεί η πρώτη παρέμβαση στο θέμα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, όπως σημειώνει στη συνέντευξη που παραχώρησε την Πέμπτη στην εφημερίδα Ναυτεμπορική ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ.
Η παρέμβαση αυτή θα γίνει στο πλαίσιο των βραχυπρόθεσμων μέτρων που έχουν συμφωνηθεί και με βάση την εντολή που έχει λάβει ο ESM από το Eurogroup και τα οποία στοχεύουν σε μείωση του επιτοκιακού ρίσκου, σε επιμήκυνση των ωριμάνσεων των δανείων και γενικότερα σε εξομάλυνση του προφίλ αποπληρωμών για την Ελλάδα, με την προϋπόθεση ωστόσο ότι η Αθήνα θα συνεχίσει σθεναρά στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων.
ΒΗΜΑ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή