Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Το έτος της αποκάλυψης

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Βιλιάρδος

38
Όταν ο κόσμος αρχίσει να αγριεύει, θα συμβεί τόσο γρήγορα και με τόσο απίστευτο μένος που θα σβήσουν τα πάντα τριγύρω και θα τιμωρηθούν παραδειγματικά οι υπεύθυνοι – ενώ θεωρείται πως το 2018 θα είναι το πλέον κρίσιμο τόσο για την Ελλάδα, όσο και για τον υπόλοιπο πλανήτη.
«Δυστυχώς, από τι στιγμή που δεν αντιδράσαμε πλημμυρίζοντας τους δρόμους, μετά την αθλητική αναπαράσταση της ολυμπιακής κυβίστησης εκ μέρους του πρωθυπουργού, μετά το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος δηλαδή που μετατράπηκε ενδοτικά σε ΝΑΙ, η κατάσταση θα πρέπει να γίνει πολύ χειρότερη, πριν αρχίσει να βελτιώνεται. 
Η αιτία είναι το ότι, οι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να αναγνωρίσουν τα λάθη τους από την δυστυχία τους.
Επομένως, όσοι δεν εξαγριώθηκαν και δεν εξεγέρθηκαν την επόμενη μέρα
της αντιστροφής του ΟΧΙ, θα πρέπει να κάνουν τον κύκλο του διαλογισμού
τους – έτσι ώστε να συνειδητοποιήσουν μόνοι τους τον όγκο του
καρκινώματος που προκάλεσε η χλιαρότητά τους, η εκκωφαντική σιωπή των αμνών που επικράτησε.

Τα καλά νέα είναι πως όταν ο κόσμος αρχίσει να αγριεύει, θα συμβεί τόσο γρήγορα και με τόσο απίστευτο μένος (κάτι
που ιστορικά έχουμε βιώσει ξανά στην ιστορία μας) που θα σβήσουν τα
πάντα τριγύρω και θα τιμωρηθούν παραδειγματικά οι υπεύθυνοι.
Αυτή τη στιγμή πάντως η κατάρρευση κλιμακώνεται με γρήγορους ρυθμούς. Η ανεργία απλά σταμάτησε να αυξάνεται, παρά το ότι 500.000 Έλληνες δραπέτευσαν στο εξωτερικό παύοντας να καταγράφονται στις στατιστικές,
η μερική απασχόληση εκτινάχθηκε στα ύψη, η παραγωγικότητα βρίσκεται σε
ελεύθερη πτώση, η μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα συνεχίζεται, ενώ θα
ακολουθήσουν οι φθινοπωρινές ανατροπές στις ομαδικές απολύσεις, στις
συλλογικές διαπραγματεύσεις και το συνδικαλιστικό νόμο.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τους νέους
φόρους που θα επιβληθούν, με τις μαζικές κατασχέσεις, με τους
πλειστηριασμούς, με το κούρεμα των καταθέσεων, καθώς επίσης με την προβλεπόμενη καταναγκαστική φορολόγηση της ακίνητης και κινητής περιουσίας των Ελλήνων (άρθρο), σχηματίζουν ένα εξαιρετικά εκρηκτικό μίγμα – το οποίο αργά ή γρήγορα θα εκτονωθεί
«.
.

Ανάλυση

Εάν δεν συμβεί κάτι απρόοπτο, τα χρήματα
από τη νέα δανειακή σύμβαση που σύναψε η κυβέρνηση το 2015, χωρίς
ουσιαστικά την έγκριση των Ελλήνων, είναι αρκετά για τη χρηματοδότηση
της χώρας μας έως το 2018 – όπου άλλωστε λήγει, με μηδενικές σχεδόν
πιθανότητες να συναφθεί μία επόμενη. Η αιτία είναι το ότι, δεν θα έχουν πλέον κανένα συμφέρον να συμφωνήσουν σε κάτι τέτοιο οι δανειστές
– αφού δεν θα υπάρχει κίνδυνος για την Ευρωζώνη, θα έχει ολοκληρωθεί η
λεηλασία μεγάλου μέρους της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, ενώ οι
τράπεζες ήδη τους ανήκουν.
Επομένως, εάν η Ελλάδα δεν καταφέρει
μέχρι τότε να δανείζεται από τις αγορές με βιώσιμα επιτόκια, κάτι που
προϋποθέτει την οικονομική εξυγίανση της (επάνοδος της σε πορεία ανάπτυξης, ισοσκέλιση προϋπολογισμού, βιωσιμότητα του χρέους κλπ.), θα αναγκασθεί να δηλώσει στάση πληρωμών – άρα να χρεοκοπήσει επίσημα.
Εάν συμβεί τότε κάτι τέτοιο, ένα ενδεχόμενο που είναι εξαιρετικά πιθανό, θα έχει δυστυχώς όλα τα μειονεκτήματα της χρεοκοπίας (αδυναμία εισαγωγών, κλείσιμο σχολείων και νοσοκομείων, κατάρρευση του κοινωνικού κράτους κοκ.),
χωρίς κανένα από τα πλεονεκτήματα της – όπως, για παράδειγμα, η
προστασία των περιουσιακών της στοιχείων από τους δανειστές, αφού θα
έχει προηγηθεί η λεηλασία της.
Το βασικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι άλλο, από το εάν θα καταφέρει η Ελλάδα να ξεφύγει από την κρίση έως το 2018 – κάτι που είναι πολύ δύσκολο, αφού προϋποθέτει τη διενέργεια επενδύσεων ύψους τουλάχιστον 100 δις €.
Ποιός όμως θα επενδύσει σε μία υπερχρεωμένη χώρα, χωρίς να έχει
διαγραφεί προηγουμένως ένα μεγάλο μέρος των χρεών της, έτσι ώστε να
καταστεί το υπόλοιπο βιώσιμο;
Κατά την άποψη μας κανένας – ενώ το
γεγονός ότι, οι δανειστές επιμένουν στην απλή αναδιάρθρωση του χρέους
(επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής με χαμηλά επιτόκια), χωρίς καμία πρόθεση να εγκρίνουν στην Ελλάδα ένα επενδυτικό σχέδιο, χρηματοδοτούμενο από τους ίδιους, εκμηδενίζει ακόμη και τις ελάχιστες πιθανότητες επανόδου της σε πορεία ανάπτυξης.
Ως εκ τούτου το επόμενο βασικό ερώτημα
είναι το τι θα συμβεί το 2018, όταν η Ελλάδα θα αναγκασθεί να
χρεοκοπήσει. Εν προκειμένω, παρά το ότι αρκετοί ισχυρίζονται πως θα
εκδιωχθεί από την Ευρωζώνη, έχουμε την άποψη ότι παραπλανούν σκόπιμα
τους Πολίτες, αφού κάτι τέτοιο προϋποθέτει την εκούσια έξοδο της από την
ΕΕ (ανάλυση) – άρα ένα δημοψήφισμα που θα εγκρινόταν από τη Βουλή, έτσι ώστε να καταθέσει αίτημα εξόδου της κατά το βρετανικό παράδειγμα (άρθρο).
Ακόμη όμως και να συνέβαινε κάτι τέτοιο,
θα απαιτούνταν τουλάχιστον δύο χρόνια διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με τους
κανόνες της ΕΕ – οπότε, τυχόν έξοδος της Ελλάδας από την
Ευρωζώνη, ως αποτέλεσμα της εξόδου της από την ΕΕ, δεν θα μπορούσε να
συμβεί πριν από τα τέλη του 2020.
Υπενθυμίζουμε εδώ πως η
συμμετοχή στην Ευρωζώνη είναι ανέκκλητη – γεγονός που σημαίνει ότι,
είναι αδύνατον να εξέλθει μία χώρα εκούσια ή ακούσια, εκτός εάν
προηγηθεί η έξοδος της από την ΕΕ – επειδή ένα κράτος που δεν είναι
μέλος της ΕΕ, δεν επιτρέπεται να είναι μέλος της Ευρωζώνης.
Στα πλαίσια αυτά, εάν η Ελλάδα έπαυε να
χρηματοδοτείται από τους εταίρους της το 2018, χωρίς να έχει αποκτήσει
πρόσβαση στις αγορές, θα ήταν υποχρεωμένη να καλύπτει τις υποχρεώσεις της με δικά της μέσα
– κάτι που δεν είναι απίθανο, εάν πάψει να πληρώνει τα παλαιά χρέη της
προβαίνοντας σε στάση πληρωμών, καθώς επίσης εκδίδοντας ένα παράλληλο
πληθωριστικό νόμισμα (κάτι που θεωρούμε πολύ πιθανόν).
Αφού όμως θα αναγκασθεί να το κάνει το 2018, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, τότε γιατί να μην το επιδιώξει σήμερα, πριν ακόμη χάσει όλα της τα περιουσιακά στοιχεία; Προφανώς επειδή ελπίζει ότι δεν θα συμβεί κάτι τέτοιο – ενώ η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, είτε είναι ρεαλιστική, είτε όχι.
Οι διεθνείς συνθήκες το 2016
Περαιτέρω, οι συνθήκες που επικρατούν και θα επικρατήσουν τόσο στην Ευρώπη, όσο και παγκοσμίως, είναι αυτές που θα επηρεάσουν, μεταξύ άλλων, τη μελλοντική πορεία της Ελλάδας –
ενώ σε αυτές οφείλεται κυρίως η έγκριση της τρίτης δανειακής σύμβασης,
σε συνδυασμό με τις προσπάθειες των δανειστών να εισπράξουν τα χρήματα
τους, πλειστηριάζοντας τα πάντα στη χώρα μας.
Εν πρώτοις λοιπόν οι αμερικανικές εκλογές στα τέλη του 2016, λόγω των οποίων διατηρείται ανέπαφη η φούσκα των χρηματιστηρίων με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών – οι οποίες διεξάγουν το μεγαλύτερο νομισματικό πείραμα στην ανθρώπινη ιστορία (άρθρο).
Εντός της Ευρωζώνης, τα πλέον σημαντικά
γεγονότα είναι η αδυναμία της Ισπανίας να δημιουργήσει κυβέρνηση, μετά
από δύο διαδοχικές εκλογές, καθώς επίσης το δημοψήφισμα της Ιταλίας στα
τέλη του 2016 – το οποίο θεωρείται μεγάλο λάθος του πρωθυπουργού της, αντίστοιχο με αυτό του κ. Cameron,
επειδή και αυτός το συνέδεσε με την παραμονή του στην εξουσία, χωρίς να
υπάρχει κάποιος λόγος. Εάν λοιπόν οι Ιταλοί τοποθετηθούν αρνητικά, τότε
δεν θα μπορέσει να παραμείνει στην ηγεσία της χώρας του – η οποία δεν
υποφέρει μόνο από μία βαθύτατη τραπεζική κρίση, αλλά από μία ευρύτερη
οικονομική (ανάλυση).
Στην περίπτωση αυτή, η Ιταλία θα
προσφύγει σε πρόωρες εκλογές – όπου πιθανότατα θα κέρδιζαν τα κόμματα
που είναι εναντίον της παραμονής της χώρας τους στην Ευρωζώνη, επειδή
είναι αδύνατον να επιλυθούν τα προβλήματα της οικονομίας της εντός του
ευρώ. Αιτία είναι η πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα που εφαρμόζει η Γερμανία (ανάλυση), απομυζώντας αχόρταγα όλους τους εταίρους της – γεγονός που φαίνεται καθαρά από το γράφημα που ακολουθεί.
36
Επεξήγηση γραφήματος: Επάνω – Υπόλοιπο των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας (κίτρινη καμπύλη) και των χωρών της περιφέρειας σε δις €. Κάτω
– Κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος της Γερμανίας (κίτρινη καμπύλη),
σε σύγκριση με τις χώρες της περιφέρειας (Ισπανία μωβ, Ελλάδα πράσινη,
Πορτογαλία γκρίζα, Ιταλία γαλάζια, Ιρλανδία κόκκινη), με αφετηρία το
2000 (=100).

Όπως διαπιστώνεται από το επάνω γράφημα,
μετά την υιοθέτηση του ευρώ άρχισαν να αυξάνονται τα πλεονάσματα της
Γερμανίας, εις βάρος των ελλειμμάτων των χωρών της περιφέρειας (τα
πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα του άλλου) – έχοντας κορυφωθεί το
2008, όπου ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση. Η αύξηση αυτή οφείλεται στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που φαίνεται στο κάτω γράφημα
– το οποίο η Γερμανία διατήρησε σταθερό εις βάρος των εργαζομένων της
(δεν αύξανε τους μισθούς τους ανάλογα με την άνοδο της παραγωγικότητας
τους), όταν στις υπόλοιπες χώρες αυξανόταν, έτσι ώστε να αποκτήσει
ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα εναντίον τους (με αποτέλεσμα να εξάγει
ανεργία και να εισάγει τα χρήματα των άλλων).
Περαιτέρω, τυχόν έξοδος της Ιταλίας από την Ευρωζώνη, θα σημάνει την αρχή του τέλους της νομισματικής ένωσης – ένα ενδεχόμενο που μάλλον θα αρχίσουν να αποτιμούν οι αγορές από το Φθινόπωρο, με ανάλογες συνέπειες για τα επιτόκια των ευρωπαϊκών ομολόγων, καθώς επίσης για τις μετοχές, ιδίως τις τραπεζικές.
Μία τέτοια πιθανή εξέλιξη θα ήταν ασφαλώς σημαντική για την Ελλάδα – χωρίς όμως να μπορεί κανείς να προβλέψει εάν θα είχε θετικά η αρνητικά επακόλουθα, αφού θα εξαρτηθεί από τον τρόπο χειρισμού της εκ μέρους τόσο της Κομισιόν, όσο και της ελληνικής κυβέρνησης.
Παραμένει βέβαια κενό το θέμα της Βρετανίας, στην οποία δεν έχει ακόμη εγκρίνει το BREXIT το Κοινοβούλιο, ενώ φαίνεται πως τυχόν αίτηση εξόδου της από την ΕΕ θα αναβληθεί για το 2017 – καθώς επίσης της Ισπανίας, η οποία αποτελεί μία βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της Ευρωζώνης.
Τέλος, παραμένει επίσης άλυτο το θέμα του υπερχρεωμένου τραπεζικού συστήματος της Ευρωζώνης, παρά τις προσπάθειες συγκάλυψης του προβλήματος εκ μέρους της ΕΚΤ, με τη βοήθεια των πρόσφατων τεστ αντοχής – όπου όμως αναδείχθηκε το τεράστιο πρόβλημα της Deutsche Bank (ανάλυση).
Το 2017
Συνεχίζοντας, το 2017 θα διεξαχθούν οι
γαλλικές εκλογές όπου, εάν τυχόν κερδίσει το «Εθνικό Μέτωπο» της κυρίας
Le Pen (κάτι όχι πολύ πιθανόν), οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες – αν και
δεν πιστεύουμε πως θα επιλεχθεί η έξοδος από την ΕΕ και την Ευρωζώνη,
παρά τη ρητορική της γαλλίδας πολιτικού. Κατά την έποψη μας, οι Γάλλοι δεν έχουν το θάρρος να αντιπαρατεθούν με τη Γερμανία – από την οποία ανέκαθεν ηττούνταν κατά κράτος, τόσο στο στρατιωτικό, όσο και στο οικονομικό μέτωπο.
Αμέσως μετά τις γαλλικές εκλογές θα ακολουθήσουν οι γερμανικές, τις οποίες δεν είναι βέβαιο πως θα κερδίσει η καγκελάριος, ενώ ο υπουργός οικονομικών της δεν θέλει να παραμείνει στη θέση του
– αν και κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί στη
Γερμανία, την οποία ουσιαστικά κυβερνάει το βιομηχανικό καρτέλ με τη
γνωστή εθνικοσοσιαλιστική πολιτική που εφαρμόζει.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα θα διατηρηθεί στην ομηρία, με τη βοήθεια των κυβερνήσεων κατοχής που έχουν εγκαταστήσει οι δανειστές,
τουλάχιστον έως ότου ξεκαθαρίσουν οι συνθήκες στον πλανήτη και στην
Ευρώπη – όπου ναι μεν έχει φύγει από το προσκήνιο η κρίση της Κίνας,
αλλά συνεχίζει να μαίνεται, με πολλές άλλες μεγάλες χώρες να βρίσκονται
σε μία ανάλογα απελπιστική θέση, όπως η Ιαπωνία και η Βραζιλία.
Κατά την άποψη μας τώρα, η σημερινή κυβέρνηση θα παραμείνει στην εξουσία τα επόμενα χρόνια, αφού εξυπηρετεί καλύτερα τα σχέδια των δανειστών
– επειδή έχει τη δυνατότητα να διατηρεί τους Πολίτες σε μία κατάσταση
αποχαύνωσης, οπότε να μην σημειώνονται σοβαρές αντιδράσεις, πόσο μάλλον
εξεγέρσεις.
Με δεδομένο δε το ότι, η κυβέρνηση έχει το χάρισμα να τοποθετείται εναντίον των μνημονίων εφαρμόζοντας τα ταυτόχρονα βασιλικότερα του βασιλιά,
ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση τάσσεται υπέρ των μνημονίων χωρίς να
προσφέρει κάποια εναλλακτική λύση, δύσκολα θα υπάρξει κάποια ανατροπή –
εκτός εάν ο πρωθυπουργός είχε το θάρρος και το ήθος να παραιτηθεί
αρνούμενος να συνεχίσει να προδίδει την πατρίδα του (άρθρο), κάτι που δεν φαίνεται πολύ πιθανόν.
Επίλογος
Το περιοδικό Economist είχε προβλέψει το 1988 πως το 2018 ο πλανήτης, οι πλούσιες χώρες της Δύσης καλύτερα, θα έχουν ένα νέο νόμισμα, κοινό για όλους – το φοίνικα της φωτογραφίας που ακολουθεί (πηγή).
Επομένως μία παγκόσμια κεντρική τράπεζα, καθώς επίσης μία παγκόσμια
διακυβέρνηση – αφού διαφορετικά δεν νοείται ένα κοινό νόμισμα.
37
.
Φυσικά οι προβλέψεις αυτού του είδους
είναι αυθαίρετες, ειδικά όταν αφορούν ένα συγκεκριμένο έτος – αν και
πολλά από αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες δεκαετίες, από τη δημιουργία της ΕΕ και της Ευρωζώνης έως τις διατλαντικές συμφωνίες (ανάλυση), συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση.
Εν τούτοις, αυτό που κυρίως μας αφορά
είναι η πατρίδα μας, η Ελλάδα – για την οποία το 2018, εάν δεν
μεσολαβήσει κάποια σοβαρή αντίδραση εκ μέρους των Πολιτών της, θα είναι
ένα πάρα πολύ κρίσιμο έτος για όλες τις επόμενες γενιές. Στα πλαίσια
αυτά, εάν αποδεχθούμε πως η σημαντικότερη αποστολή των ανθρώπων
στον πλανήτη είναι να κάνουν συνεχώς καλύτερο το μέλλον των επομένων
γενεών
, η δική μας έχει ασφαλώς πολύ μεγάλες ευθύνες – τις
οποίες οφείλει να αναλάβει, εάν δεν θέλει να χαρακτηρισθεί ως η
χειρότερη της μακραίωνης ιστορίας μας.

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Βασίλης Βιλιάρδος

Βασίλης Βιλιάρδος

Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι ένας σύγχρονος οικονομολόγος,
πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο
του Αμβούργου – όπου και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά για αρκετά
χρόνια, με ιδιόκτητες επιχειρήσεις σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας.
Έχει  εκδώσει τρία βιβλία αναφορικά με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική
κρίση, ενώ έχει δημοσιεύσει πάνω από 2.500 αναλύσεις σε ηλεκτρονικά και
έντυπα μέσα, με κέντρο βάρους την εθνική και διεθνή μακροοικονομία,
καθώς επίσης το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Για το πλήρες βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, πατήστε εδώ.
Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία

http://www.analyst.gr/2016/08/17/to-etos-tis-apokalipsis/

Οικονομία

Η Ινδία στρέφεται σε Κατάρ και Κόλπο για την ενεργειακή της μετάβαση – Στόχος κεφάλαια για διυλιστήρια και ασφάλεια εφοδιασμού

Το Νέο Δελχί αναζητά συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων του Κόλπου σε ενεργειακές υποδομές – Στο επίκεντρο το Κατάρ, η Saudi Arabia και τα ΗΑΕ

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η Ινδία επιταχύνει την προσπάθειά της να προσελκύσει κεφάλαια από το Κατάρ και άλλες χώρες του Κόλπου για τη χρηματοδότηση της μεγάλης αναβάθμισης του ενεργειακού της τομέα, με βασικό στόχο την επέκταση της διυλιστικής ικανότητας και τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η Gulf Times, οι ινδικές αρχές επιδιώκουν μεγαλύτερη συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων της Μέσης Ανατολής σε έργα του downstream τομέα, δηλαδή σε διύλιση, επεξεργασία και υποδομές που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ενεργειακής αλυσίδας.

Η κίνηση εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό του Νέου Δελχί να αυξήσει τη συνολική εθνική διυλιστική ικανότητα από περίπου 5,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε περισσότερα από 6,2 εκατομμύρια βαρέλια, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση καυσίμων.

Ενδιαφέρον από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ

Ο Ινδός υπουργός Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου Hardeep Singh Puri είχε δηλώσει ήδη τον προηγούμενο μήνα ότι μεγάλοι ενεργειακοί παραγωγοί της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν εκφράσει ισχυρό ενδιαφέρον για επενδύσεις στον ινδικό τομέα διύλισης.

Η σημασία αυτών των κεφαλαίων είναι διπλή.

Από τη μία πλευρά, η Ινδία αποκτά πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για έργα πολύ μεγάλης κλίμακας.

Από την άλλη, οι χώρες του Κόλπου αποκτούν άμεση συμμετοχή σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ενέργειας στον κόσμο.

Το Κατάρ μπαίνει βαθύτερα στην εξίσωση

Παράλληλα με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, το Νέο Δελχί διευρύνει την οικονομική και ενεργειακή προσέγγισή του με το Κατάρ.

Τον Απρίλιο του 2026, κατά τη διάρκεια διήμερης επίσκεψής του στη Ντόχα, ο Hardeep Singh Puri συναντήθηκε με τον υπουργό Επικρατείας για Ενεργειακές Υποθέσεις και διευθύνοντα σύμβουλο της QatarEnergy, Saad Sherida al-Kaabi.

Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στις στρατηγικές ενεργειακές σχέσεις, στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στην ασφάλεια των θαλάσσιων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και στη διατήρηση της απρόσκοπτης θαλάσσιας εμπορικής δραστηριότητας σε περιόδους περιφερειακών κρίσεων.

Από τις αγορές LNG στις κοινές επενδύσεις

Η σχέση Ινδίας–Κατάρ στηριζόταν παραδοσιακά στις μακροχρόνιες συμφωνίες για προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Αυτή η σχέση, όμως, φαίνεται ότι διευρύνεται.

Ο διμερής διάλογος μετατοπίζεται σταδιακά από μια απλή σχέση αγοραστή–προμηθευτή προς ένα μοντέλο αμοιβαίας συμμετοχής σε ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία της Petronet LNG με την QatarEnergy για προμήθεια 7,5 εκατομμυρίων τόνων LNG ετησίως, στο πλαίσιο μακροχρόνιας συνεργασίας που παραμένει βασικός πυλώνας των ενεργειακών σχέσεων των δύο χωρών.

Το Νέο Δελχί επιδιώκει πλέον το επόμενο βήμα: όχι μόνο να αγοράζει καταριανό αέριο, αλλά να προσελκύσει καταριανά κεφάλαια σε ινδικά διυλιστήρια, δίκτυα και ενεργειακές υποδομές.

Ο ρόλος της Qatar Investment Authority

Η παρουσία του Κατάρ στην ινδική ενεργειακή αγορά δεν ξεκινά τώρα.

Η Qatar Investment Authority (QIA) έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε ινδικές εταιρείες ενέργειας και κοινής ωφέλειας.

Τον Φεβρουάριο του 2020 απέκτησε ποσοστό 25,1% στην Adani Electricity Mumbai Limited έναντι περίπου 450 εκατ. δολαρίων.

Τον Αύγουστο του 2023 προχώρησε σε νέα επένδυση, αποκτώντας 2,68% της Adani Green Energy Limited έναντι περίπου 500 εκατ. δολαρίων.

Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι το καταριανό κρατικό επενδυτικό ταμείο έχει ήδη αποκτήσει επιχειρησιακή παρουσία σε κρίσιμα τμήματα της ινδικής ενεργειακής αγοράς.

Τον Απρίλιο του 2026, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Κατάρ και πρόεδρος της QIA, Sheikh Bandar bin Mohammed bin Saoud al-Thani, είχε συνάντηση με τον εκτελεστικό διευθυντή της Adani Green Energy, Sagar Adani, με αντικείμενο τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και τις επενδυτικές προοπτικές.

Θεσμική θωράκιση των επενδύσεων

Ινδία και Κατάρ έχουν ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς που διευκολύνουν πιο οργανωμένες επενδυτικές ροές.

Η Joint Task Force on Investment έχει συσταθεί για να εξετάζει επενδυτικές ευκαιρίες σε υποδομές, τεχνολογία και ενέργεια.

Η πρώτη συνεδρίαση της κοινής ομάδας πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί τον Ιούνιο του 2024.

Παράλληλα, οι δύο χώρες διαθέτουν εδώ και χρόνια φορολογικό πλαίσιο μέσω της συμφωνίας αποφυγής διπλής φορολογίας, στοιχείο που μειώνει τα εμπόδια για διασυνοριακές επενδύσεις.

Εμπόριο άνω των 13 δισ. δολαρίων

Η οικονομική σχέση είναι ήδη σημαντική.

Το διμερές εμπόριο είχε φτάσει περίπου τα 13,46 δισ. δολάρια το 2023, με την Ινδία να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Κατάρ.

Οι καταριανές εξαγωγές προς την Ινδία περιλαμβάνουν κυρίως LNG, LPG, χημικά, πετροχημικά, πλαστικά και αλουμίνιο.

Αντίστοιχα, η Ινδία εξάγει προς το Κατάρ δημητριακά, προϊόντα χαλκού, σίδηρο και χάλυβα, λαχανικά, μπαχαρικά, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, δομικά υλικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.

Γιατί η Ινδία χρειάζεται τον Κόλπο

Το πραγματικό βάθος της στρατηγικής φαίνεται από τις προβλέψεις για τη μελλοντική ενεργειακή ζήτηση της Ινδίας.

Η χώρα αναμένεται να ευθύνεται για περίπου το 25% της αύξησης της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.

Αυτό σημαίνει ότι το Νέο Δελχί δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Χρειάζεται κεφάλαια, υποδομές, πρόσβαση σε παραγωγούς και μακροχρόνιες στρατηγικές συμμαχίες.

Οι χώρες του Κόλπου διαθέτουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: τεράστια επενδυτικά αποθέματα, ενεργειακή ισχύ και μακρά εμπειρία στην πετρελαϊκή και αεριοπαραγωγική αλυσίδα.

Μια νέα ενεργειακή γεωοικονομία

Η κίνηση της Ινδίας δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση από τα συμβατικά καύσιμα.

Αντιθέτως, για μια οικονομία του μεγέθους και της ταχύτητας ανάπτυξης της Ινδίας, η μετάβαση απαιτεί ταυτόχρονα περισσότερη διύλιση, περισσότερες υποδομές, σταθερές προμήθειες LNG και μεγαλύτερη διαφοροποίηση των επενδυτικών πηγών.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Κατάρ και ο ευρύτερος Κόλπος μετατρέπονται όχι μόνο σε προμηθευτές ενέργειας, αλλά και σε μετόχους της ίδιας της ενεργειακής ανάπτυξης της Ινδίας.

Και αυτό δημιουργεί μια βαθύτερη στρατηγική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο Νέο Δελχί και τις μοναρχίες του Κόλπου, με επιπτώσεις που ξεπερνούν την ενέργεια και αγγίζουν πλέον την οικονομία, τη ναυσιπλοΐα και τη γεωπολιτική της ευρύτερης περιοχής.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομία

Ινδικός κολοσσός επενδύει 18 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ – Ο Τραμπ ανακοίνωσε το μεγαλύτερο χαλυβουργείο στην αμερικανική ιστορία

Μία από τις μεγαλύτερες ινδικές βιομηχανικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, παρουσιάζοντας σχέδιο του ομίλου Essar για επενδύσεις συνολικού ύψους 18 δισ. δολαρίων, με επίκεντρο την κατασκευή γιγαντιαίου χαλυβουργείου στην Αϊόβα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το νέο εργοστάσιο, προϋπολογισμού περίπου 15 δισ. δολαρίων, θα αναπτυχθεί από την Mesabi Metallics, αμερικανική θυγατρική του ινδικού ομίλου Essar, και σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο φιλοδοξεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο συγκρότημα παραγωγής χάλυβα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η ανακοίνωση έγινε στον Λευκό Οίκο, παρουσία στελεχών της οικογένειας Ruia, που ελέγχει τον όμιλο Essar.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε το έργο «το μεγαλύτερο εργοστάσιο χάλυβα στην αμερικανική ιστορία», υποστηρίζοντας ότι θα αποτελέσει ακόμη ένα δείγμα επιστροφής της βαριάς βιομηχανίας στις ΗΠΑ.

Παραγωγή έως 10 εκατ. τόνους χάλυβα τον χρόνο

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η παραγωγή αναμένεται να ξεκινήσει το 2030.

Το συγκρότημα προβλέπεται αρχικά να παράγει περίπου 7,5 εκατομμύρια τόνους χάλυβα ετησίως, με τελικό στόχο δυναμικότητας που θα φθάνει τα 10 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το σχέδιο βασίζεται στη δημιουργία μιας σχεδόν πλήρως καθετοποιημένης αμερικανικής αλυσίδας παραγωγής.

Το σιδηρομετάλλευμα θα προέρχεται από τις εγκαταστάσεις της Mesabi Metallics στη Μινεσότα και θα μεταφέρεται στην Αϊόβα για την παραγωγή χάλυβα, ενισχύοντας τη σύνδεση εξόρυξης, επεξεργασίας και τελικής βιομηχανικής παραγωγής εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Mesabi έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια στις δραστηριότητές της στη Μινεσότα.

Χιλιάδες θέσεις εργασίας

Το έργο αναμένεται να δημιουργήσει τουλάχιστον 1.750 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ κατά τη διάρκεια της κατασκευής υπολογίζεται ότι θα υποστηριχθούν έως και 6.000 θέσεις εργασίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν κατά την ανακοίνωση, η συνολική οικονομική επίδραση του έργου μπορεί να φτάσει περίπου τα 95 δισ. δολάρια κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του.

Τραμπ: Οι δασμοί φέρνουν τα εργοστάσια πίσω στις ΗΠΑ

Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε άμεσα την επένδυση με την εμπορική πολιτική της κυβέρνησής του και ειδικότερα με τους υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα.

Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τις επενδύσεις αυτές ως απόδειξη ότι οι εμπορικοί φραγμοί ωθούν ξένες εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγική δραστηριότητα στο αμερικανικό έδαφος.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η αμερικανική χαλυβουργία «επιστρέφει δυναμικά», αποδίδοντας σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης στην πολιτική προστασίας της εγχώριας παραγωγής.

Η ανακοίνωση πραγματοποιείται παράλληλα με ευρύτερες αμερικανικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας υπερπαραγωγής χάλυβα, με την Ουάσιγκτον να πιέζει και άλλες χώρες να υιοθετήσουν αυστηρότερα εμπορικά μέτρα απέναντι σε παραγωγούς με μεγάλη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.

Κρίσιμος ο χάλυβας για άμυνα και βιομηχανία

Η επένδυση έχει ευρύτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο χάλυβας αποτελεί βασικό υλικό για μια σειρά κρίσιμων τομέων της αμερικανικής οικονομίας και εθνικής ασφάλειας.

Η παραγωγή του νέου εργοστασίου προορίζεται μεταξύ άλλων να καλύψει ανάγκες:

  • της αμυντικής βιομηχανίας,
  • της ναυπηγικής,
  • της αυτοκινητοβιομηχανίας,
  • του ενεργειακού τομέα,
  • των κατασκευών και μεγάλων υποδομών,
  • καθώς και της βιομηχανίας μηχανημάτων και οικιακού εξοπλισμού.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Mesabi Metallics, Joe Broking, χαρακτήρισε το σχέδιο σημαντικό βήμα για τον αμερικανικής παραγωγής χάλυβα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη εγχώριας τροφοδοσίας στρατηγικών βιομηχανιών.

Η Essar και η διεθνής επέκταση

Ο όμιλος Essar ιδρύθηκε στην Ινδία το 1969 από τους αδελφούς Shashi και Ravi Ruia και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς βιομηχανικούς ομίλους της χώρας, με δραστηριότητες στους τομείς της ενέργειας, των μετάλλων, των εξορύξεων, της τεχνολογίας και των υποδομών.

Ο όμιλος έχει αναπτύξει μεγάλα βιομηχανικά περιουσιακά στοιχεία στην Ινδία, ενώ έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και εκτός χώρας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Mesabi Metallics έχει παρουσία στη Μινεσότα από το 2007 και ελέγχει σημαντικά αποθέματα σιδηρομεταλλεύματος.

Το σχέδιο των 18 δισ. δολαρίων σηματοδοτεί πλέον μία σαφή αναβάθμιση της παρουσίας του ινδικού ομίλου στις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται και στη γενικότερη αμερικανική προσπάθεια επαναφοράς κρίσιμων παραγωγικών αλυσίδων στο εσωτερικό της χώρας.

Και πολιτική διάσταση ενόψει ενδιάμεσων εκλογών

Η επιλογή της Αϊόβα έχει και πολιτική βαρύτητα, καθώς η ανακοίνωση έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Στην παρουσίαση συμμετείχαν στελέχη των Ρεπουμπλικανών από την Αϊόβα, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι σχεδιάζει να πραγματοποιήσει προεκλογική συγκέντρωση στην Πολιτεία.

Το Reuters σημειώνει ότι η κυβέρνηση προβάλλει το έργο ως σημαντική επιτυχία της βιομηχανικής της πολιτικής, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία και η εγχώρια παραγωγή βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Το μέγεθος πάντως της σχεδιαζόμενης επένδυσης υπερβαίνει την άμεση πολιτική συγκυρία: εφόσον το έργο υλοποιηθεί στον προβλεπόμενο χρόνο και στην ανακοινωθείσα κλίμακα, η Essar και η Mesabi Metallics θα αποκτήσουν κομβικό ρόλο στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα χάλυβα, από την εξόρυξη του μεταλλεύματος μέχρι την τελική παραγωγή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

CPEC 2.0 and Pakistan’s Digital Dependency on China

The second phase of the China-Pakistan Economic Corridor is no longer just an infrastructure story. As Chinese technology becomes embedded in Pakistan’s telecom, AI, surveillance and cloud ecosystems, CPEC 2.0 is emerging as a test case for a wider geopolitical question: can a state modernise digitally without surrendering strategic control over its data and technological architecture?

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

The China-Pakistan Economic Corridor entered a new stage in 2025. Known as CPEC 2.0, the second phase represents a significant departure from the original model, which was dominated by roads, energy projects, ports and other large-scale physical infrastructure.

The new agenda places greater emphasis on industrial development, agriculture and digital integration. Of these three pillars, the digital component may prove the most strategically consequential.

Pakistan’s planned transformation now extends into artificial intelligence, cloud services, data centres, 5G connectivity, smart-energy systems, agricultural technologies and urban surveillance networks. This evolution offers Islamabad access to technologies that would otherwise require major domestic investment and years of development.

But it also raises a more difficult question: who will ultimately control the technological architecture on which Pakistan’s digital economy depends?

China’s wider Digital Silk Road strategy has long focused not only on exporting hardware but also on expanding Chinese technological standards, platforms and infrastructure abroad. Under this model, physical connectivity — fibre-optic cables, satellite links, servers, data centres and telecom equipment — becomes inseparable from questions of data governance, software ecosystems and long-term strategic influence.

For Pakistan, this creates both opportunity and risk.

Chinese technology companies, particularly Huawei, have become increasingly involved in Pakistan’s telecommunications, cloud-computing, smart-city and artificial-intelligence sectors. Training programmes have also been established for Pakistani students and young professionals in areas such as AI, cybersecurity and cloud technology.

On the surface, such initiatives strengthen Pakistan’s human capital and accelerate digital readiness. Yet critics argue that they can also create a form of technological lock-in.

If engineers, government agencies and private companies are trained primarily on proprietary Chinese systems, future switching costs rise considerably. Once a country’s databases, cloud infrastructure, telecom equipment and cybersecurity architecture are built around one technological ecosystem, diversification becomes both expensive and operationally difficult.

The result could be a progressively deeper dependence on Chinese platforms, expertise and technical standards.

The question of digital sovereignty

This dependence becomes especially sensitive when technology moves from the commercial sector into critical national infrastructure.

As Pakistan develops national databases, cybersecurity systems and digital-governance platforms in close cooperation with Chinese institutions and companies, it may also be adopting, implicitly or explicitly, Chinese technical norms and data-management standards.

That matters because technological sovereignty is not simply about owning computers, servers or fibre-optic cables. It is also about maintaining control over software, code, access permissions, encryption standards, data storage and the ability to replace one supplier with another.

A country that cannot easily alter its technological architecture without external assistance may possess digital infrastructure without enjoying full digital autonomy.

This is where the debate over what some analysts describe as “digital colonialism” begins.

The term is controversial, but it captures a real strategic concern: that dependency on a foreign technology provider can eventually influence policy choices, procurement decisions, data access and national security.

In Pakistan’s case, the concern is amplified by the scale of Chinese involvement.

Western pressure could expose Pakistan’s vulnerabilities

Heavy integration into Chinese technology supply chains could also complicate Pakistan’s relationship with Western markets.

The United States and several allied governments have tightened restrictions on Chinese technology companies over concerns related to cybersecurity, data protection and national security.

If further sanctions or export controls are imposed on components, software or services linked to Chinese digital platforms, Pakistani companies deeply integrated into those ecosystems could face indirect consequences.

This could affect everything from software compatibility and equipment upgrades to access to international cloud platforms, financial systems and Western technology partnerships.

The deeper Pakistan becomes embedded in one technological sphere, the greater the potential cost of geopolitical fragmentation between China and the West.

Surveillance and the legal vacuum

The most sensitive dimension of Pakistan’s digital transformation concerns surveillance.

Pakistan still lacks a fully developed and comprehensive framework for personal-data protection. At the same time, large-scale surveillance systems are expanding through projects such as Safe City, which combine cameras, monitoring systems, databases and digital policing technologies.

Human-rights organisations have warned that sophisticated surveillance tools operating without strong institutional safeguards can facilitate privacy violations, censorship and political monitoring.

This concern is particularly serious because Pakistan has already faced international criticism regarding internet restrictions, censorship and state surveillance.

The country’s evolving digital-control architecture has at times been described as a “Great Digital Firewall of Pakistan”, reflecting the increasing technological capacity to filter communications, monitor users and restrict online activity.

Research by Amnesty International has also highlighted the international nature of Pakistan’s surveillance ecosystem, which includes technology originating not only from China but also from companies based in Europe, the United Arab Emirates and North America.

Therefore, the problem cannot be reduced simply to Chinese involvement.

However, China remains central to the wider debate because of the scale and strategic depth of its technological partnership with Islamabad.

Modernisation without ownership

Pakistan faces a genuine structural problem.

Its limited fiscal capacity, recurring economic crises and shortage of domestic capital make it extremely difficult to finance next-generation infrastructure independently.

CPEC 2.0 therefore offers something highly attractive: rapid access to digital systems, capital, expertise and technology.

But speed can carry strategic costs.

Importing ready-made digital infrastructure is easier than building a domestic technological base. Yet over time, excessive dependence on imported systems can weaken incentives to develop indigenous alternatives.

If Pakistan’s most important AI platforms, data centres, telecom systems, cybersecurity architecture and surveillance technologies remain dependent on foreign vendors, the country may modernise without becoming technologically independent.

In that scenario, Pakistan would possess advanced infrastructure but remain dependent on external suppliers for upgrades, maintenance, security patches, technical standards and specialised expertise.

From physical infrastructure to data dependence

The first phase of CPEC was largely about physical assets: highways, energy plants, logistics corridors and connectivity.

CPEC 2.0 introduces something much more intangible — and potentially more consequential.

Data itself becomes a strategic resource.

Historically, colonial powers extracted raw materials and economic resources from territories under their control. Critics of modern technological dependency argue that data, algorithms and digital infrastructure can now create comparable asymmetries of power.

Pakistan is not a colony of China, and describing the relationship literally in colonial terms would oversimplify a complex strategic partnership.

Yet the analogy highlights an important concern.

If one side provides subsidised or preferential access to digital infrastructure while also supplying the software, technical standards, hardware and institutional architecture governing that infrastructure, dependence can become structural rather than temporary.

The key question is therefore not whether Pakistan should cooperate with China.

It is whether Pakistan can cooperate while preserving the ability to control, modify and ultimately replace the systems it adopts.

Pakistan needs safeguards

To protect its long-term strategic autonomy, Islamabad would need to accompany Chinese investment with stronger domestic safeguards.

That would include strict data-localisation rules, robust personal-data legislation, domestic access to source code where national-security systems are concerned, diversified suppliers and serious investment in indigenous research and development.

Pakistan would also need to avoid building critical infrastructure around a single technological ecosystem.

The objective should be interoperability rather than dependence.

CPEC 2.0 could undoubtedly accelerate Pakistan’s digital transformation. But technological progress should not be measured solely by how quickly infrastructure is deployed.

The more important question is who controls the system once it is built.

If Pakistan’s data, AI infrastructure and surveillance networks become inseparable from Chinese technological architecture, the country may find that the short-term benefits of rapid modernisation come with a long-term strategic price.

That would not necessarily amount to colonialism in the traditional sense.

But it could create something increasingly important in the 21st century: technological path dependence powerful enough to constrain national sovereignty.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO27 λεπτά πριν

Μουντζουρούλιας: «Πού είναι η ελληνική αντίδραση;» – Μακεδονικό, γαλλοτουρκική προσέγγιση και αποτροπή στο Αιγαίο

Αιχμές για τις αναφορές της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ερωτήματα για τη στάση του Παρισιού απέναντι στην Άγκυρα και ανάλυση...

GEOPOLITICO48 λεπτά πριν

Η Nexans διαψεύδει το σχέδιο ενημέρωσης της Τουρκίας για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η γαλλική εταιρεία ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε ούτε σχεδιάζει επαφές με την Άγκυρα για τις έρευνες βυθού. Η επιστολή στην...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Μάζης: «Αυτό δεν είναι ενημέρωση, είναι υποτέλεια» – Προειδοποίηση για το καλώδιο και την Τουρκία

Ο καθηγητής, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», προειδοποίησε ότι μια ειδική ενημέρωση της Άγκυρας για το ηλεκτρικό καλώδιο μπορεί να αξιοποιηθεί ως...

school of gray fish school of gray fish
GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Θεσσαλονίκη: Αλιείς «έσπασαν» την απεργία και αγόρασαν ψάρια από τουρκικό φορτηγό

Ένταση προκαλεί στη Θεσσαλονίκη υπόθεση αγοραπωλησίας αλιευμάτων εκτός ιχθυόσκαλας, την ώρα που ο κλάδος βρίσκεται σε κινητοποιήσεις. Βίντεο που παρουσίασε...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά,...

Δημοφιλή