Διεθνή
Δυσανάγνωστο γεωπολιτικό παίγνιο στη Συρία
Η προς το παρόν μετρημένη τουρκική εισβολή στη βόρεια Συρία εκ των πραγμάτων περιπλέκει και καθιστά ακόμα πιο ασταθείς τις ισορροπίες στην περιοχή. Μέχρι πρότινος, οι δυνάμεις του καθεστώτος Άσσαντ, με τη βοήθεια της Ρωσίας, ανακαταλάμβαναν εδάφη, εκτοπίζοντας αφενός αντικαθεστωτικούς αντάρτες που υποστηρίζουν η Τουρκία και η Δύση, αφετέρου μαχητές του Ισλαμικού Κράτους και άλλους τζιχαντιστές.
Παραλλήλως, οι κουρδικές δυνάμεις, με τη βοήθεια και των Αμερικανών και των Ρώσων, εκτόπιζαν κυρίως το Ισλαμικό Κράτος, παγιώνοντας τον έλεγχό τους σε μεγάλο μέρος της βόρειας Συρίας. Στρατηγικός στόχος των Κούρδων ήταν και παραμένει να ενώσουν εδαφικά το δυτικό κουρδικό καντόνι του Αφρίν με τα δύο άλλα κουρδικά καντόνια που βρίσκονται ανατολικά του Ευφράτη.
Αποφασιστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση έκαναν στις 12 Αυγούστου, όταν κατέλαβαν τη στρατηγικής σημασίας πόλη Μανμπίτζ που βρίσκεται δυτικά του Ευφράτη. Επειδή στη βόρεια Συρία κατοικούν και άλλες εθνοτικές ομάδες, οι Κούρδοι (πολιτικά ελέγχονται από το κόμμα PYD, το οποίο είναι το παρακλάδι του ΡΚΚ στη Συρία) έχουν συνάψει πολιτική και στρατιωτική συμμαχία με κάποιες αραβικές φυλές, με Ασσύριους, με Γεζίντι, με Αρμένιους και με κάποιους Τουρκομάνους, συγκροτώντας τις Δημοκρατικές Δυνάμεις Συρίας.
Στρατιωτικός στόχος της συμμαχίας είναι η συντριβή των τζιχαντιστών και πολιτικός στόχος η ίδρυση του κράτους της Ροζάβα στο πλαίσιο μίας συνομοσπονδιακής Συρίας.
Μέχρι πριν μερικές ημέρες, οι Κούρδοι και το καθεστώς Άσαντ απέφευγαν επιμελώς να συγκρουσθούν μεταξύ τους. Θα ήταν, άλλωστε, απαγορευτική πολυτέλεια, δεδομένου ότι είχαν κοινό εχθρό το Ισλαμικό Κράτος, τις άλλες τζιχαντιστικές οργανώσεις και την Τουρκία που βοηθούσε πολλαπλώς τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες.
Υπενθυμίζουμε ότι από την έναρξη σχεδόν του πολέμου στη Συρία, ο Ερντογάν είχε αναλάβει με τις ευλογίες της Δύσης την εργολαβία να υποστηρίξει παντοιοτρόπως τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (άθροισμα αντικαθεστωτικών ανταρτικών ομάδων τζιχαντιστικού κατά κανόνα χαρακτήρα) με σκοπό την ανατροπή του Άσαντ. Θεωρούσε πως με τον τρόπο αυτό θα κατάφερνε να εγκαθιδρύσει ένα σουνιτικό καθεστώς, το οποίο θα μετέτρεπε τη Συρία σε άτυπο προτεκτοράτο της Τουρκίας.
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά απ’ ότι τα υπολόγιζε η Άγκυρα. Μετά τους τελετουργικούς αποκεφαλισμούς, η Δύση υποχρεώθηκε να στραφεί εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, με το οποίο οι νεοοθωμανοί είχαν αναπτύξει άτυπες σχέσεις συνεργασίας. Η πολιορκία της πόλης Κομπάνι ήταν το αντάλλαγμα των τζιχαντιστών προς την Άγκυρα για την έμμεση αλλά πολύπλευρη βοήθειά της. Σ’ εκείνη τη μάχη, όμως, νικητές αναδείχθηκαν οι Κούρδοι, αντιστρέφοντας την πορεία του πολέμου.
Αναγνωρίζοντας ότι ο κουρδικός παράγοντας είναι η πιο αξιόμαχη δύναμη στον πόλεμο εναντίον των τζιχαντιστών, οι Αμερικανοί ποντάρισαν πολιτικά και στρατιωτικά σ’ αυτόν. Η υποστήριξή τους προκάλεσε νευρική κρίση στην Τουρκία, αλλά η Ουάσιγκτον δεν υποχώρησε στις συνεχείς πιέσεις του Ερντογάν.
Μετά την κατάρριψη του ρωσικού Σουχόι τον περασμένο Νοέμβριο από τουρκικό μαχητικό, οι σχέσεις Μόσχας-Άγκυρας έφθασαν στα όρια της ρήξης. Οι Ρώσοι παρενέβησαν ακόμα πιο δυναμικά υπέρ του καθεστώτος Άσαντ, αλλά και υπέρ των Κούρδων. Ταυτοχρόνως, διατηρούσαν ανοικτούς διαύλους συνεννόησης με την Ουάσιγκτον για πολιτική λύση του Συριακού.
Δεν είναι τυχαίο, βεβαίως, ότι ενώ πριν μερικές ημέρες ξεκίνησε η χρήση της ιρανικής βάσης Χαμαντάν από τα βαριά ρωσικά βομβαρδιστικά που επιχειρούν στη Συρία, αυτή σταμάτησε ξαφνικά. Προφανώς, αυτό συνέβη κατόπιν αμερικανικής παρέμβασης και στο πλαίσιο μίας συνεννόησης που εμπεριέχει κάποιου είδους ανταλλάγματα.
Η Άγκυρα είχε εδώ και καιρό προειδοποιήσει ότι δεν θα ανεχθεί οι κουρδικές δυνάμεις να περάσουν προς τα δυτικά τον Ευφράτη. Ο διάδρομος από Βορρά προς Νότο που χωρίζει τα κουρδικά καντόνια ανατολικά του Ευφράτη με το κουρδικό καντόνι του Αφρίν στα δυτικά είναι ζωτικής στρατηγικής σημασίας και για τη δυνατότητα της Τουρκίας να παρεμβαίνει στο Συριακό, αλλά και για την επιβίωση των υποστηριζόμενων από αυτή αντικαθεστωτικών ανταρτών.
Όταν ο Ερντογάν διαπίστωσε ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τους Κούρδους επιχείρησε το εντυπωσιακό διπλωματικό άνοιγμά του για να κλείσει τα μέτωπα αφενός με τη Ρωσία, αφετέρου με το Ισραήλ. Η στροφή του υπαγορεύθηκε πρωτίστως από την προσπάθειά του να αποτρέψει τη διαφαινόμενη στρατιωτική επικράτηση των υπό την ηγεσία των Κούρδων Δημοκρατικών Δυνάμεων Συρίας στα βόρεια της χώρας και κατ’ επέκτασιν την εδραίωση του κρατικού μορφώματος της Ροζάβα.
Η στροφή προς τη Μόσχα ήταν και μία ευρύτερη στροφή όσον αφορά το Συριακό. Ο νεοοθωμανός ηγέτης όχι μόνο εγκατέλειψε τη διακηρυγμένη πολιτική ανατροπής του Άσαντ, αλλά, με τη μεσολάβηση των Ρώσων, έριξε γέφυρα συνεννόησης μαζί του. Για τον σκοπό αυτό επισκέφθηκε τη Δαμασκό ο υποδιοικητής και στη συνέχεια ο διοικητής της τουρκικής μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ.
Η συμφιλίωση με το καθεστώς Άσαντ επιδιώκεται με σκοπό να αναβιώσει μία παλαιότερη συνεννόηση της Άγκυρας με την Τεχεράνη και τη Δαμασκό, η οποία είχε στόχο την αναχαίτιση του κουρδικού αλυτρωτισμού. Μία τέτοια συνεννόηση, ωστόσο, προσκρούει σε εγγενή εμπόδια. Η Τουρκία δύσκολα μπορεί να “πουλήσει” τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες που υποστηρίζει και με τις ευλογίες της Δύσης. Από την άλλη πλευρά, ούτε η Μόσχα μπορεί εύκολα να “πουλήσει” τους Κούρδους, υποχρεώνοντάς τους να πέσουν ολοσχερώς στην αγκαλιά των Αμερικανών.
Η εν εξελίξει αναδιάταξη των ισορροπιών, πάντως, έφερε το πρώτο αποτέλεσμά της. Ήταν ο βομβαρδισμός των Κούρδων από αεροσκάφη του Άσαντ στην πόλη Χασάκα, που δεσπόζει στην πλούσια σε πετρέλαια βορειοανατολική Συρία. Αφορμή ήταν το γεγονός ότι οι κουρδικές δυνάμεις, που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, επιχείρησαν να καταλάβουν και τις γειτονιές που έλεγχαν οι δυνάμεις του Άσαντ.
Ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά που δυνάμεις του καθεστώτος συγκρούσθηκαν με τους Κούρδους. Ο βομβαρδισμός των κουρδικών θέσεων χαιρετίστηκε από την Άγκυρα, η οποία δηλώνει ότι είναι υπέρ της ακεραιότητας της Συρίας και βεβαίως κατηγορηματικά εναντίον της δημιουργίας κουρδικής κρατικής οντότητας.
Οι Αμερικανοί, όμως, αντέδρασαν διαφορετικά. Προειδοποίησαν τη Δαμασκό ότι εάν επαναλάβει τον βομβαρδισμό Κούρδων θα παρέμβουν τα δικά τους πολεμικά αεροσκάφη. Ήταν μία αντίδραση που εκείνες τις ημέρες ερμηνεύθηκε σαν στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον να παίξει το κουρδικό χαρτί. Τα δυσάρεστα θα έρχονταν λίγες ημέρες αργότερα.
Από την πλευρά τους, οι Ρώσοι παρενέβησαν πυροσβεστικά και επέτυχαν μία εκεχειρία. Το Ισλαμικό Κράτος, άλλωστε, πραγματοποιεί αυτές τις ημέρες μία αντεπίθεση νότια της Χασάκα, υποχρεώνοντας και το καθεστώς Άσαντ και τους Κούρδους να βάλουν προς το παρόν στην άκρη τις αντιθέσεις τους.
Αυτών των εξελίξεων είχε προηγηθεί το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, το οποίο έδωσε μεγαλύτερη ώθηση στη στροφή του Ερντογάν. Μπορεί δημοσίως να κατηγορεί σαν υποκινητή τον Γκιουλέν και το δίκτυό του, αλλά στην πραγματικότητα εμμέσως πλην σαφώς κατηγορεί την Ουάσιγκτον.
Μετά το πραξικόπημα, η αντιαμερικανική ρητορική της νεοοθωμανικής εξουσίας προσέλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις. Κατ’ αντιδιαστολή, η ρήξη με τον Πούτιν φάνηκε σε χρόνο ρεκόρ να μεταστρέφεται σε πολιτική συνεννόηση αν όχι άτυπη συμμαχία. Πολλοί έσπευσαν να προεξοφλήσουν πως η Τουρκία απομακρύνεται από τη Δύση και εμμέσως προσδένεται στο ρωσικό άρμα.
Στην Ουάσιγκτον είναι εξαγριωμένοι με τις ρητορικές επιθέσεις και με τη στροφή του Ερντογάν. Θα ήθελαν πολύ με κάποιον τρόπο στο μέλλον να τον ξεφορτωθούν. Το κύριο, όμως, για τους Αμερικανούς είναι να μην χάσουν γεωπολιτικά την Τουρκία. Έχοντας πειστεί πως ο νεοοθωμανός ηγέτης είναι ικανός να φθάσει στα άκρα και μη έχοντας, λόγω των μαζικών εκκαθαρίσεων, εσωτερικά ερείσματα για να τον εκβιάσουν, κατέληξαν σε μία τακτική κατευνασμού του.
Την αποστολή γεφύρωσης του αμερικανοτουρκικού ρήγματος ανέλαβε ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν. Μπορεί να παρέπεμψε το ζήτημα της έκδοσης του Γκιουλέν στις νομικές καλένδες, αλλά έδωσε ανταλλάγματα στην Άγκυρα. Το ύφος των δηλώσεών του αρμόζει σε εκπρόσωπο εξαρτημένου κράτους και όχι υπερδύναμης.
Είχε στόχο να κατευνάσει την τουρκική οργή, αλλά στην πραγματικότητα δικαιώνει τον πολιτικό εκβιασμό του Ερντογάν, του προσφέρει νίκη στο πεδίο των πολιτικών εντυπώσεων και τροφοδοτεί την αλαζονεία του. Είναι αξιοσημείωτο ότι η είσοδος τουρκικών δυνάμεων στη Συρία, σε συνδυασμό με τη στάση των Αμερικανών, έχει προκαλέσει εθνικιστικό πυρετό στην Τουρκία.
Πριν ο Μπάιντεν φθάσει στην Άγκυρα, η Ουάσιγκτον είχε ανάψει το πράσινο φως για την πραγματοποίηση της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης στον κρίσιμο διάδρομο πλάτους 90-100 χλμ που αρχίζει από την παραμεθόριο τουρκική πόλη Κιλίτς και οδηγεί στο Χαλέπι. Είναι η ίδια εδαφική ζώνη που χωρίζει το κουρδικό καντόνι του Αφρίν από τα άλλα δύο κουρδικά καντόνια που είναι ανατολικά του Ευφράτη. Είναι η εδαφική ζώνη, την οποία οι Κούρδοι επιδιώκουν διακαώς να θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Και σαν να μην έφθανε αυτό, ο Μπάιντεν δήλωσε απειλητικά πως εάν οι κουρδικές δυνάμεις δεν αποσυρθούν ανατολικά του Ευφράτη θα χάσουν την αμερικανική υποστήριξη.
Η Δαμασκός διαμαρτυρήθηκε για την τουρκική εισβολή στη συριακή επικράτεια και η Μόσχα εξέφρασε την ανησυχία της. Είναι σαφές, ωστόσο, πως οι αντιδράσεις τους είναι πολιτικά χλιαρές, ενισχύοντας την εντύπωση πως υπάρχει κάποιους είδους συνεννόηση, στην οποία εμπλέκονται και οι Αμερικανοί. Αυτός είναι και ο λόγος που τουλάχιστον προς το παρόν η τουρκική επιχείρηση είναι περιορισμένης έκτασης.
Στην πραγματικότητα, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί. Δεν θέλει να εγκαταλείψει τους Κούρδους, αλλά βάζει εμπράκτως ένα φραγμό στις εθνικές επιδιώξεις τους στη βόρεια Συρία. Ταυτοχρόνως, ικανοποιεί το πάγιο αίτημα της Άγκυρας για δημιουργία μίας υπό τουρκικό έλεγχο ζώνης στο συριακό έδαφος και πιο συγκεκριμένα στον κρίσιμο διάδρομο που αφενός εξασφαλίσει τη στρατηγική πρόσβαση των Τούρκων στη Συρία, αφετέρου χωρίζει στα δύο τα κουρδικά εδάφη. Όλα δείχνουν, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον έχει θέσει όρια στην Άγκυρα, την τήρηση των οποίων θα επιτηρούν οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι που λαμβάνουν μέρος στην επιχείρηση.
Το πρώτο μέρος της επιχείρησης ήταν η μεταφορά ελεγχόμενων από την Άγκυρα αντικαθεστωτικών ανταρτών κυρίως από την περιοχή του Ιντλίμπ (νοτιοδυτικά του Χαλεπίου) στην τουρκική παραμεθόρια πόλη Καρκαμίς. Από εκεί με τη βοήθεια των τουρκικών ειδικών δυνάμεων και τεθωρακισμένων κατέλαβαν την παραμεθόρια συριακή πόλη Τζαραμπλούς. Για την ακρίβεια, οι εκεί μαχητές του Ισλαμικού Κράτους την εγκατέλειψαν, αποχωρώντας προς τα νότια με κατεύθυνση την πόλη Αλ Μπαμπ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι αντικαθεστωτικοί αντάρτες και οι τουρκικές δυνάμεις που τους υποστηρίζουν θα επιχειρήσουν να καταλάβουν την πόλη Μανμπίζ που βρίσκεται νοτιοανατολικά της Τζαραμπλούς. Οι Κούρδοι δήλωσαν πως θα αποσυρθούν από την πόλη, που με πολλές θυσίες κατέλαβαν πριν δύο εβδομάδες, αλλά όλα δείχνουν πως θα παραμείνουν στην περιοχή με άλλο καπέλο.
Οι Αμερικανοί θέλουν να αποφύγουν μία τέτοια σύγκρουση, που εκ των πραγμάτων θα τινάξει στον αέρα την τωρινή πολιτική σχοινοβασία τους και θα τους θέσει σε δίλημμα “με ποιον θα πάνε και ποιόν θα αφήσουν”. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα συμφέροντα των δύο επιτόπιων κύριων αντιπάλων ωθούν σε σύγκρουση.
Κύριος στόχος των Τούρκων δεν είναι το Ισλαμικό Κράτος. Είναι η συντριβή ή τουλάχιστον η εκδίωξη των Κούρδων προς τα ανατολικά του Ευφράτη. Αντιθέτως, επιδίωξη των Κούρδων είναι να εδραιώσουν τον έλεγχό τους στη Μανμπίτζ και στη συνέχεια να προελάσουν προς δυσμάς από τη νότια διαδρομή, καταλαμβάνοντας σε πρώτη φάση την ελεγχόμενη από το Ισλαμικό Κράτος πόλη Αλ Μπαμπ.
Η τουρκική επιχείρηση “Ασπίδα του Ευφράτη” είχε, όμως, και τις επιπτώσεις της στον ακήρυχτο πόλεμο στο τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν. Η πολύνεκρη βομβιστική επίθεση του ΡΚΚ εναντίον της αστυνομικής διεύθυνσης στην κουρδική πόλη Τζίζρε υπενθυμίζει ότι το πρόβλημα για την Τουρκία είναι εντός και όχι μόνο εκτός των συνόρων της.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

