Διεθνή
Ο Τσίπρας το συνέδριο και το χρέος
«Όπως εμείς τηρούμε τη συμφωνία αψηφώντας το κόστος, έτσι αναμένουμε και απαιτούμε να τηρηθεί και από τους εταίρους μας… Η καθυστέρηση συγκεκριμενοποίησης των απαραίτητων μέτρων για την ελάφρυνση χρέους, καθώς και της ένταξης και της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση, της χώρας που το έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη, δεν έχει καμιά δικαιολογία… Και θέλω να το καταστήσω σαφές: Η αόριστη προτροπή: “Κάντε εσείς τα μαθήματά σας και βλέπουμε” δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εμείς τη συμφωνία τη τηρήσαμε στο ακέραιο και θα συνεχίσουμε να την τηρούμε. Και η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει στην ώρα της και θα είναι λιγότερο δύσκολη από την πρώτη. Αλλά ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα για την απομείωση του χρέους. Ταυτόχρονα, θα μπούμε στη ποσοτική χαλάρωση. Δεν υπάρχει θα δούμε. Ταυτόχρονα.»
Το ανωτέρω μήνυμα που ο Έλληνας πρωθυπουργού έστειλε την Παρασκευή το βράδυ προς τους Ευρωπαίους δανειστές είναι πράγματι ξεκάθαρο. Το γεγονός ότι είναι και εύλογο δεν σημαίνει πως θα εισακουστεί. Το Βερολίνο δέχεται ασφυκτικές πιέσεις από το ΔΝΤ και από την Ουάσιγκτον να συμφωνήσει σε μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Παρ’ όλες τις πιέσεις, όμως, παραμένει αμετακίνητο στη θέση του ότι δεν πρόκειται να ληφθεί σχετική απόφαση πριν τις γερμανικές εκλογές του φθινοπώρου 2017.
Αποκαλυπτικό του πόσο δια της διολισθήσεως έχει γίνει αποδεκτή η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη είναι το γεγονός ότι η επίκληση μίας στενά κομματικής-εκλογικής σκοπιμότητας του διδύμου Μέρκελ-Σόιμπλε γίνεται αποδεκτή από τις κυβερνήσεις των υπόλοιπων χωρών-μελών χωρίς αντιδράσεις. Εάν άλλη ευρωπαϊκή κυβέρνηση πρόβαλε μία αντίστοιχη σκοπιμότητα για να παγώσει τη λήψη ζωτικής σημασίας αποφάσεων θα είχε αμέσως κατηγορηθεί για πολιτική ανευθυνότητα και λαϊκισμό. Η Γερμανία, όμως, είναι πιο ίση από τις άλλες χώρες-μέλη, όπως θα έλεγε και ο Όργουελ.
Τα όσα ο Τσίπρας είπε από το βήμα του συνεδρίου εγείρουν ένα κρίσιμο ερώτημα: αποτελούν την επίσημη πολιτική της κυβέρνησής του ή προορίζονται για κομματική κατανάλωση; Είναι μία προειδοποίηση της Αθήνας προς τους δανειστές, ή έχουν σκοπό να δημιουργήσουν ένα πολιτικοψυχολογικό αντίβαρο στα συνειδησιακά ρήγματα που προκαλεί στα στελέχη και στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ η εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων;
Μιλώντας με κυβερνητικά στελέχη που έχουν ανάμιξη στη χάραξη της πολιτικής, δεν πήραμε σαφείς απαντήσεις. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση παγίως ζητάει οι αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους να ληφθούν εντός του 2016 δεν είναι επαρκής απάντηση. Ο πρωθυπουργός δεν επανέλαβε απλώς την ελληνική θέση. Οι κατηγορηματικές διατυπώσεις του παραπέμπουν σε μία προειδοποίηση προς τους δανειστές.
Το επόμενο ερώτημα, λοιπόν, αφορά την επόμενη κίνηση. Εάν υπό την πίεση του Βερολίνου το ευρωιερατείο δεν ανταποκριθεί θετικά ποια θα είναι η αντίδραση της Αθήνας; Ο Σόιμπλε είναι σαφής στην άρνησή του και έχει οχυρωθεί πίσω από την απόφαση που το Eurogroup έλαβε τον περασμένο Μάιο, ερμηνεύοντάς την όπως τον συμφέρει.
Όταν θέσαμε το δεύτερο κρίσιμο ερώτημα σε κυβερνητικά στελέχη, επίσης δεν πήραμε ξεκάθαρη απάντηση. Για την ακρίβεια, από τα συμφραζόμενα φάνηκε πως δεν έχει πραγματοποιηθεί κάποια κυβερνητική σύσκεψη, στην οποία να ελήφθησαν αποφάσεις για το πώς θα αντιδράσει η Αθήνα σε περίπτωση που το ευρωιερατείο αρνηθεί να προχωρήσει σε μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
Πηγή που είναι σε θέση να γνωρίζει, είπε στο “Θέμα”: «Πιέζουμε όσο μπορούμε για να γίνει και από τους δανειστές σεβαστή η συμφωνία. Δεν έχουμε τρόπο, όμως, να τους το επιβάλλουμε. Ο Αλέξης ανέβηκε ρητορικά ένα τόνο παραπάνω για τις ανάγκες του συνεδρίου, αλλά η ομιλία του δεν προαναγγέλλει κάποια δική μας δραματική στροφή εάν τελικά περάσει του Σόιμπλε».
Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι το μήνυμα του Τσίπρα είχε αποδέκτες περισσότερο τους συνέδρους και το κομματικό ακροατήριο και λιγότερο τους δανειστές. Στο επίπεδο που θα αποφασισθεί η ελάφρυνση του χρέους, άλλωστε, δεν έχουμε νέα δεδομένα. Οι διαβουλεύσεις που έγιναν πριν ένα δεκαήμερο στην Ουάσιγκτον δεν απέδωσαν αποτελέσματα. Είναι, ωστόσο, βαρυσήμαντο ότι εκδηλώθηκε και δημοσίως η πλήρης αντίθεση Βερολίνου-ΔΝΤ.
Σύμφωνα με αξιόπιστη πηγή, μάλιστα, σ’ αυτές τις διαβουλεύσεις οι Αμερικανοί δεν περιορίσθηκαν στην άσκηση σχετικών πιέσεων στη γερμανική κυβέρνηση. Επιχείρησαν εμμέσως πλην σαφώς να διασυνδέσουν την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους με το ενδεχόμενο ευνοϊκότερου διακανονισμού του ογκώδους αμερικανικού προστίμου στην Deutsche Bank. Ο Σόιμπλε απέρριψε κατηγορηματικά μία τέτοια διασύνδεση, γεγονός που έπαιξε τον ρόλο του για να προκύψει αδιέξοδο και σ’ αυτό το ζήτημα.
Τα σύννεφα στις αμερικανογερμανικές σχέσεις στριμώχνουν περαιτέρω την κυβέρνηση Μέρκελ. Ας σημειωθεί ότι το δημοσκοπικό ποσοστό των Χριστανοδημοκρατών έχει πέσει στο 30%, γεγονός που ενδέχεται ακόμα και να εγείρει ζήτημα αλλαγής ηγεσίας. Η παράλληλη άνοδος του ευρωσκεπτικιστικού και ξενοφοβικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (15%) πιέζει εκλογικά τους Χριστιανοδημοκράτες, απειλώντας με ανατροπή το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα.
Το δυσμενές πολιτικό αυτό κλίμα επιβαρύνεται και από την αντίφαση της κυβέρνησης Μέρκελ όσον αφορά την Ελλάδα: Από τη μία επιδιώκει τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, επειδή αυτό ζητούν το γερμανικό και άλλα βορειοευρωπαϊκά Κοινοβούλια. Από την άλλη αρνείται την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους που είναι η προϋπόθεση για να ξανακάτσει το Ταμείο στο τραπέζι.
Στην προσπάθεια του να απεγκλωβισθεί, ο Σόιμπλε προεξόφλησε ότι τελικώς το ΔΝΤ όχι μόνο θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και ότι θα εκταμιεύσει δόση εντός του 2016. Η απάντηση του Ταμείου ήταν ότι δεν αποδέχεται διορίες. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται και η προσπάθεια του επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών Ρέμπεργκ να ξανασερβίρει το επιχείρημα ότι αν αποφασισθεί τώρα η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους η Αθήνα θα σταματήσει τις μεταρρυθμίσεις.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι το Βερολίνο προσπαθεί να επαναφέρει στο τραπέζι το χαρτί του Grexit, ελπίζοντας πως κατ’ αυτό τον τρόπο θα τρομοκρατήσει την Αθήνα και θα την υποχρεώσει να κατεβάσει τους τόνους όσον αφορά την ελάφρυνση. Αυτό τον στόχο είχε άρθρο της δεξιάς εφημερίδας Die Welt, με το οποίο σερβιρίστηκε το σενάριο ότι όρος για ένα γενναίο κούρεμα του ελληνικού χρέους θα είναι η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.
Η διαφωνία Βερολίνου-ΔΝΤ για την ελάφρυνση του χρέους επιβεβαιώθηκε και σε συνάντηση υψηλού επιπέδου εμπειρογνωμόνων στο περιθώριο της συνόδου του ΔΝΤ. Ο Τόμσεν από το ΔΝΤ, ο Κερέ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ο Μπούτι από την Κομισιόν και ο Ρέγκλινγκ από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) δεν κατάφεραν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους και για το χρέος και για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Συμφώνησαν απολύτως, όμως, ότι θα τηρήσουν σκληρή γραμμή στις διαπραγματεύσεις για τη 2η αξιολόγηση.
Ο Τσίπρας επανέλαβε από το βήμα του συνεδρίου ότι πρόθεσή του είναι η 2η αξιολόγηση να ολοκληρωθεί πριν την εκπνοή του Νοεμβρίου. Η κυβέρνηση δεν πιέζεται από υποχρεώσεις να πάρει τη δόση. Ο λόγος που επείγεται είναι ότι δεν θέλει με καθυστερήσεις να δώσει το πρόσχημα στους Ευρωπαίους δανειστές να πετάξουν την μπάλα στο 2017 όσον αφορά την απόφαση για την ελάφρυνση του χρέους. Ας σημειωθεί ότι η εν λόγω απόφαση έχει αναγορευθεί σε προϋπόθεση και για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Μπορεί πρόθεση της Αθήνας να είναι η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης το ταχύτερο δυνατόν, αλλά αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την ίδια. Εξαρτάται και από τους δανειστές. Δεδομένου ότι αυτοί έχουν συμφωνήσει να ακολουθήσουν σκληρή γραμμή στις διαπραγματεύσεις, για να κλείσει η αξιολόγηση εντός του Νοεμβρίου η ελληνική πλευρά πρέπει να αποδεχθεί χωρίς πολλές αντιρρήσεις τις απαιτήσεις του Κουαρτέτου.
Αυτό δεν θα είναι εύκολο. Τα εργασιακά, που είναι το κύριο μενού της 2ης αξιολόγησης, αγγίζουν ευαίσθητες χορδές στον χώρο της Αριστεράς. Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος που το Κουαρτέτο εκτιμά ότι η 2η αξιολόγηση δεν θα ολοκληρωθεί πριν τις αρχές του 2017.
Η συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εκτός από το ότι θα φέρει στο κρατικό ταμείο μερικά δισ. ευρώ, θα διευκολύνει πολύ και την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές. Προφανώς, την επιστροφή θα διευκολύνει και μία γενναία ελάφρυνση του χρέους. Η επιστροφή στις αγορές δεν είναι απλώς μία επιδιωκόμενη επάνοδος στην κανονικότητα. Είναι προϋπόθεση για να μην υποχρεωθεί η Ελλάδα το 2018 που λήγει το 3ο Μνημόνιο να ζητήσει και 4ο (με την αντίστοιχη δανειακή σύμβαση), προκειμένου να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της σε πληρωμές.
Το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να μη συζητείται πολύ, αλλά δεν είναι απίθανο. Στέλεχος, μάλιστα, του οικονομικού ινστιτούτου Bruegel αυτές τις ημέρες το προεξόφλησε. Το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Κερέ αποφεύγει τέτοια πρόβλεψη, αλλά συνέδεσε την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους με την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές πριν τον Ιούλιο του 2018. Επιστροφή που είναι προϋπόθεση για να μη χρειασθεί 4ο Μνημόνιο.
Πίεση προς το ευρωιερατείο για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους ασκεί και η σχετική επιστολή 36 ευρωβουλευτών προς τον αρμόδιο επίτροπο. Ο Μοσχοβισί απάντησε ότι η Κομισιόν δεν έχει την αρμοδιότητα να αποφασίσει, αλλά θα παίξει τον ρόλο του έντιμου μεσολαβητή. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες μπορεί να μην είναι λυσιτελείς, αλλά οπωσδήποτε καλλιεργούν κλίμα, το οποίο εκ των πραγμάτων ασκεί πίεση στο Βερολίνο.
Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η εκτίμηση του ΔΝΤ πως είναι αδύνατη η επίτευξη των στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ το 2017 και 3,5% το 2018 και μετά. Ο Τόμσεν δεν χάνει ευκαιρία να δηλώνει πως εάν η Ευρωζώνη δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα πρέπει να επιβάλει στην Ελλάδα πρόσθετα μέτρα για να βγουν οι αριθμοί.
Το αντεπιχείρημα του ευρωιερατείου είναι πως εάν με τα ισχύοντα μέτρα η Ελλάδα αποτύχει να πιάσει το 2017 τον υφιστάμενο στόχο θα ενεργοποιηθεί αυτόματα ο “κόφτης” δημοσίων δαπανών. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα προκύψει το προβλεπόμενο πρωτογενές πλεόνασμα.
Το ΔΝΤ δεν αμφισβητεί ότι ο “κόφτης” μπορεί να επιτύχει τον δημοσιονομικό στόχο, αλλά σωστά υπογραμμίζει ότι η ενεργοποίησή του θα έχει ισχυρές παρενέργειες. Όχι μόνο στο πολιτικό επίπεδο (πιθανή αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης Τσίπρα), αλλά και στο επίπεδο της ανάπτυξης. Για την ακρίβεια θα εκτροχιάσει τους στόχους για την αύξηση του ΑΕΠ που επίσης περιλαμβάνονται στο 3ο Μνημόνιο. Ένας τέτοιος εκτροχιασμός θα απαιτήσει ή πρόσθετες γενναίες πιστώσεις προς την Ελλάδα, ή ακόμα μεγαλύτερη ελάφρυνση του χρέους για να καταστεί δυνατή η επιστροφή της στις αγορές.
Προς το παρόν, πάντως, δεν τίθεται θέμα απόκλισης από τον δημοσιονομικό στόχο για το 2016. Το εννεάμηνο εμφανίζει πολύ υψηλότερο του στόχου πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτό κατέστη δυνατόν για τρεις λόγους: Πρώτον, λόγω της υπερφορολόγησης. Δεύτερον, επειδή τα capital controls οδήγησαν σε μεγάλη επέκταση της χρήσης του πλαστικού χρήματος και κατ’ επέκτασιν σε μείωση της φοροδιαφυγής. Τρίτον, λόγω της περαιτέρω συγκράτησης των δημοσίων δαπανών.
Στην κυβέρνηση επικρατεί ικανοποίηση, επειδή αυτά τα δημοσιονομικά αποτελέσματα απομακρύνουν την ενεργοποίηση του “κόφτη”, η οποία θα είχε αναπόφευκτα μεγάλο πολιτικοεκλογικό κόστος. Από την άλλη πλευρά, όμως, η υπεράντληση πόρων από την πραγματική οικονομία με σκοπό την επίτευξη υπέρμετρων δημοσιονομικών στόχων την αφυδατώνει περαιτέρω με αρνητικές επιπτώσεις και στο οικονομικό και στο κοινωνικό επίπεδο.
δημοσιεύθηκε στο Πρώτο Θέμα 16-10-2016
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

