Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το ΝΑΤΟ ως μηχανισμός απορρόφησης των ενδο-ευρωπαϊκών κρίσεων στην περίοδο της προσφυγικής κρίσης

Δημοσιεύτηκε στις

Ιωσήφ Παρούτογλου

Διεθνολόγος
Βρισκόμαστε στη δίνη μιας άνευ προηγουμένου
μεταναστευτικής πλημμυρίδας, η οποία έχει επιφέρει τεράστια κοινωνικά,
οικονομικά και πολιτικά προβλήματα. Η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης είναι
μία ιδιαιτέρως ευαίσθητη και επίπονη διαδικασία, η οποίο μπορεί να αλλάξει τις
γεωπολιτικές ισορροπίες και τους στρατηγικούς προσανατολισμούς στην ευρύτερη
Μεσόγειο αλλά και εντός της Ένωσης. Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό στρατηγικών
εξελίξεων και ανταγωνισμό[1]
ισχύος με επίκεντρο την Ελλάδα, η ελληνική στρατηγική πρέπει να αναπτύξει
μορφές ήπιας ισχύς[2]
προκειμένου να αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των ετέρων διεθνών
δρώντων.

Η προσφυγική
κρίση φανέρωσε ακόμα ένα ρήγμα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανέδειξε
τις χώρες του Βισεγκραντ, (Σλοβακία, Ουγγαρία, Πολωνία και Τσεχία) ως
δορυφόρους αποδόμησης της Συνθήκης Σένγκεν. Μέσω έντεχνων κινήσεων στη
διεθνοπολιτική σκακιέρα διαπόμπευσαν τη χώρα μας διεθνώς και έδειξαν με
εμφατικό τρόπο την ανθελληνική στάση τους στο προσφυγικό ζήτημα, κατηγορώντας την
Ελλάδα για ελλιπή έλεγχο των συνόρων της και κατά συνέπεια βαρύνουσα
υπαιτιότητα στις προσφυγικές εκροές  από
τα την Ελλάδα προς τη Βόρεια Ευρώπη.
Η στρατηγική
που σχεδίασαν οι ευρωπαϊκοί εταίροι μας για την αποκλιμάκωση της προσφυγικής
κρίσης επέφερε πλήγμα στις διεθνείς σχέσεις της χώρας μας.  Σε αυτό συνετέλεσε και η υλοποίηση μονομερών
αποφάσεων κρατών, κατά μήκος της βαλκανικής οδού, για τροποποιήσεις στην
αντι-μεταναστευτική τους πολιτική[3] με
επακόλουθο το οριστικό κλείσιμο των συνόρων τους και την εγκατάσταση προσφύγων
και μεταναστών στη Χώρα μας.
Η
συγκεκριμένη χάραξη πολιτικής εκ μέρους ευρωπαϊκών κρατικών δυνάμεων  με εξέχουσα συμπαράσταση τη Γερμανική εθνική
στρατηγική, δημιούργησε διεθνώς αρνητικό αντίκτυπο και γενικώς λοιδορήθηκε από
την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Κατά τον Λίτσα Σπ[4]. η ανάδειξη τέτοιων εγωιστικών
συμπεριφορών και διεθνών πολιτικών «αποτελεί
φυσικό επακόλουθο της άναρχης δομής του διεθνούς συστήματος, της άνισης
ανάπτυξης ισχύος και της ετερογένειας  ως
προς το φάσμα των συμφερόντων που το κάθε κράτος προβάλλει στις διακρατικές
σχέσεις  και δομεί ως ζωτικό τμήμα της
οντολογίας του, ώστε να εξυπηρετήσει τη θέση του στη διεθνή σκηνή»
, ενώ ο
Βοσκόπουλος[5] τονίζει ότι η  «ασυμβατότητα στόχων των εθνικών κρατών
αποτέλεσε επί μακρόν αιτία ενδο-ευρωπαίων συγκρούσεων».
Επιπλέον, το
κλείσιμο των συνόρων στην Ευρώπη με στόχο την αναχαίτιση των προσφυγικών ροών
χαρακτηρίζεται ως αναποτελεσματική λύση με μειωμένα δείγματα ανθρωπισμού και
αλληλεγγύης προς το συνάνθρωπο, καθόσον οι προσπάθειες των κυβερνήσεων να
περιορίσουν τις ροές των προσφύγων[6] αποτρέπουν την κρίση μόνο
προσωρινά. Το βέβαιο είναι ότι η ξενοφοβική και ρατσιστική εμπάθεια  συγκεκριμένων κρατών προς την μεταναστευτική
πλημμυρίδα σε συνδυασμό με την άρνηση συνεργασίας/εφαρμογής των ευρωπαϊκών
αποφάσεων προκαλούν διχασμό στους ευρωπαϊκούς λαούς. Γενικότερα, εκτιμάται ότι
οι εγωιστικές τάσεις και εμμονές ως προς το ξένο στοιχείο αντηχούν αρνητικά
στον ευρωπαϊκό κόσμο της αλληλεγγύης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ
συγχρόνως επιβραδύνουν την μελλοντική ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία, που
είχαν οραματισθεί οι θεμελιωτές-θιασώτες της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης. Η
επίλυση παρόμοιων καταστάσεων πραγματοποιείται στη βάση κοινών προβληματισμών
και όχι προβλημάτων εθνικών συνόρων. Κατά συνέπεια, η αιφνίδια φραγή της
συνοριακής οριογραμμής και οι επακόλουθες ενέργειες στις οποίες προέβησαν
μονομερώς[7]
κράτη ήταν απάνθρωπες σε βάρος πολλών ευάλωτων ανθρώπων. Πρόκειται για ένα
χαμηλής αποδοτικότητας μέτρο διότι δεν προσέφερε τα οφέλη και αποτελέσματα που
προσδοκούσαν οι ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίοι αντέδρασαν με τρόπο που
κάλλιστα παραπέμπει αυτομάτως σε ξενοφοβία ή ρατσισμό προς τις προσφυγικές
ροές.
Οι αυξημένες προσφυγικές ροές[8] από τη γειτονική Τουρκία,
σε συνδυασμό με την ως άνω πολιτική των κλειστών συνόρων των βόρειων χωρών της
Ε.Ε., μεγιστοποιούν  καθημερινά τον
αριθμό των εγκλωβισμένων μεταναστών και προσφύγων εντός της ελληνικής
επικράτειας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ανεπαρκή υποδομή που διαθέτει
η χώρα μας σε δομές φιλοξενίας και κέντρα υποδοχής τόσο της νησιωτικής όσο και
της ηπειρωτικής χώρας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για την εκδήλωση επιθετικών
συμπεριφορών εκ μέρους των μεταναστών. Η διαχείριση είναι ακόμα πιο δυσχερής
καθόσον η ένταση του φαινομένου ήταν πρωτοφανής για τα ελληνικά και τα
ευρωπαϊκέ δεδομένα. Επιπλέον πριν την προσφυγική κρίση δεν είχαμε τέτοιο μεγάλο
αριθμό εισροών, που να δώσει το έναυσμα στις πολιτικές δυνάμεις της χώρα μας
για έναρξη προεργασιών με σκοπό την ομαλή υποδοχή και διαχείριση των προσφύγων.
Στα
προηγούμενα αν προστεθεί ότι οι ήδη υφιστάμενοι χώροι φιλοξενίας στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται
από προχειρότητα, σημαντικές υλικοτεχνικές ελλείψεις και πραγματικά ασφυκτιούν
από πληθυσμό τότε ο μέσος κοινωνικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι επικρατεί
αβεβαιότητα, η κατάσταση είναι μη ελεγχόμενη και η ριζοσπαστικοποίηση των
μεταναστών-προσφύγων, με ότι αυτό συνεπάγεται, φαίνεται να είναι θέμα χρόνου. Η
αδυναμία δε κοινής πλεύσης των εθνικών στρατηγικών, άρρηκτα συνδεδεμένη με την
ανάπτυξη εγωιστικών τάσεων εκ μέρους των ευρωπαϊκών κρατικών οντοτήτων, οδηγεί
με μαθηματική ακρίβεια στην ενεργοποίηση
δυνάμεων του ΝΑΤΟ
, ως έσχατης λύσης και στην αναβάθμιση του επιχειρησιακού του ρόλο στα ύδατα της Μεσογείου και σαφέστατα
του Αιγαίου. Σκοπός της ανάπτυξης δυνάμεων ΝΑΤΟ στα θαλάσσια σύνορα της χώρας
με τη Τουρκία συνιστά αρχικά η αποτροπή
εισόδου
παράτυπων αλλοδαπών και εν συνεχεία η επαναπροώθηση στα τουρκικά παράλια όσων περισυλλέχθηκαν στα νερά
του Αιγαίου. Ουσιαστικά θα λειτουργεί ως καταλύτης στρατηγικών και πολιτικών
εξελίξεων και  ως δύναμη αποτροπής και ως αξιόπιστος πολλαπλασιαστής ισχύος για την
Ελλάδα
[9], καθόσον η συμμετοχή
δυνάμεων  του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο αναβαθμίζει
τη στρατηγική λειτουργία της Ελλάδας ως ακρογωνιαίου λίθου της νοτιοανατολικής
πτέρυγας της Συμμαχίας απέναντι στην επανεμφάνιση της Ρωσίας στην ανατολική
Μεσόγειο. Ένας ουσιαστικός παράγοντας, για τη μείωση των θαλάσσιων
μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών από την Τουρκία προς την Ελλάδα είναι η
ανάπτυξη της ΝΑΤΟϊκής δύναμης “Standing NATO Maritime Group 2” (SNMG2) στο
ανατολικό Αιγαίο[10]. Η
κύρια αποστολή της εν λόγω δύναμης είναι η συλλογή και η παροχή κρίσιμων
πληροφοριών προς την Ελλάδα, την Τουρκία και την FRONTEX, σχετικά με την
παράνομη διακίνηση μεταναστών και προσφύγων. Δέον να αναφερθεί ότι, έχει
αποφασισθεί ότι «όταν απαιτείται, η SNMG2 θα συμμετέχει σε επιχειρήσεις Έρευνας
και Διάσωσης, καθότι η διάσωση ατόμων που κινδυνεύουν είναι γενική και καθολική
υποχρέωση» και ότι «σε περίπτωση διάσωσης ατόμων που απέπλευσαν από τα τουρκικά
παράλια, θα επιστρέφονται πίσω στην Τουρκία». Ωστόσο, ερωτηματικό παραμένει
ακόμη και δεν έχει πλήρως διευκρινισθεί τι θα συμβεί στην περίπτωση που οι
τουρκικές διωκτικές αρχές αρνούνται να παραλάβουν τους διασωθέντες.
Υπό το φως
των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι υφίσταται αδήριτη και επείγουσα ανάγκη
συλλογικής προσπάθειας τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο για την
αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Η συμβολή της Βορειο – Ατλαντικής Συμμαχίας
στον αγώνα εναντίον των διακινητών ανθρώπων συνιστά στους άμεσους στρατηγικούς
στόχους του ΝΑΤΟ, το οποίο σε παρόντα χρόνο καλείται να διαδραματίσει
έναν κομβικό ρόλο στην κεντρική Μεσόγειο[11] και δη στο Αιγαίο,
προκειμένου να συμβάλει από κοινού με την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ναυτικές
επιχειρήσεις εναντίον των διακινητών μεταναστών που δρουν με ορμητήριο τις
τούρκικες και λιβυκές ακτές. Επιπλέον η οικοδόμηση δεσμών συνεργασίας με την Ε.Ε.
στο Αιγαίο εκλαμβάνεται ως στρατηγική κορωνίδα για την αντιμετώπιση της αυξάνουσας
παράτυπης μετανάστευσης. Διαθέτοντας έναν αξιόλογο στόλο ναυτικής ισχύος
δύναται να αναπτυχθεί επιχειρησιακά στα ανοικτά των τουρκικών ακτογραμμών και
να διαχέει πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο με τις ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας
και της Τουρκίας, καθώς με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της
Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής
Ένωσης (FRONTEX).
Η Ελλάδα
έχει συμφέρον για έναν καλύτερο έλεγχο των θαλάσσιων οδών, που εκμεταλλεύονται
οι διακινητές παράνομων μεταναστών ή οι τρομοκράτες, αλλά οφείλει να δώσει
ιδιαίτερη προσοχή και στα επιμέρους ζητήματα ιδιαίτερου εθνικού συμφέροντος.
Ουσιαστικά πρέπει να καταστεί αντιληπτό διεθνώς ότι η παρουσία του ΝΑΤΟ στα
ελληνικά ύδατα πρεσβεύει την ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού των
επιχειρήσεων. Η δράση του δεν αντιβαίνει τις αρχές του σεβασμού της εθνικής
κυριαρχίας και δεν υπομονεύει την παρουσία των ελληνικών διωκτικών αρχών.
Η Ελλάδα
αποτελεί μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας από το 1952 και από τη συμμετοχή
της στον Οργανισμό πηγάζουν σημαντικά
εργαλεία ισχύος για την εξωτερική πολιτική της χώρα μας
[12]. Αποτελούσε και αποτελεί
παγία εθνική τακτική η συνεχής πολιτική και οικονομική ένταξη της χώρα μας σε
διεθνούς οργανισμούς και συμμαχίες, δείχνοντας έμπρακτα την πρόθεση της να ανήκει στο Δυτικό κόσμο[13] και
αναπτύσσοντας ικανότητα και οξυδέρκεια για να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα ποικίλα
στρατηγικοπολιτικά οφέλη, όπως βοήθεια, υποστήριξη και συμπαράταξη από τους
συμμάχους σε κάποιο διεθνές ζήτημα.
Η παρουσία
στο ΝΑΤΟ μάς καθιστά συμμέτοχους και όχι απλά παρατηρητές των διεθνών εξελίξεων
και αυτό γιατί η Συμμαχία, στην οποία είμαστε μέλη, θα λειτουργεί ως δύναμη
αποτροπής και θα μεταφέρει πίσω στα τουρκικά παράλια παράτυπους μετανάστες που
θα περισυλλέγονται στα νερά του Αιγαίου[14]. Χαρακτηριστική είναι και
η τοποθέτηση του πρώην υπουργού Άμυνας της Γερμανίας Ρόυντολφ Σάρπινγκ[15], ο οποίος τοποθετήθηκε
επί της σημασίας και συμμετοχής του ΝΑΤΟ στην ευρωπαϊκή αμυντική πρωτοβουλία
και τονίζοντας ότι «το ΝΑΤΟ από απλό
όργανο αμυντικής συνεργασίας μετεξελίχθηκε σήμερα σε εργαλείο συλλογικής
διπλωματίας και ελέγχου των διεθνών συγκρούσεων»
.
Η δίνη της μεταναστευτικής – προσφυγικής κρίσης, η
αβεβαιότητα της Μέσης Ανατολής, ο συριακός εμφύλιος, η εσωτερική αστάθεια της
Τουρκίας, ο αναδυόμενος ηγεμονισμός της Ρωσίας στην ανατολική Μεσόγειο
δημιουργούν ένα κυκεώνα εξελίξεων στη διεθνή σκηνή. Το ασταθές περιβάλλον που
περιβάλλει τη χώρα μας την καθιστά συμμέτοχο, και όχι παρατηρητή των εξελίξεων.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να λάβει υπόψη τα νέα στρατηγικά δόγματα
και τα νέα δεδομένα που ισχύουν στη διεθνή σφαίρα και σταθεί με αξιώσεις στο
εσωτερικό της Ένωσης. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία της Ελλάδας,
τόσο ως ναυτική δύναμη, όσο και ως παράγοντα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή
του Αιγαίου.
Συνεπώς, η απόφαση που λήφθηκε για ανάπτυξη δυνάμεων
του ΝΑΤΟ εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα, καθόσον αφενός μεν συμβάλει στη μείωση των προσφυγικών-μεταναστευτικών
ροών
[16]
αφετέρου δε λειτουργεί ως μηχανισμός ενημέρωσης της Ε.Ε. περί της τουρκικής
επεκτατικής πολιτικής, λόγω των επισημάνσεων των παραβάσεων και παραβιάσεων από
τη γείτονα χώρα, που υποπίπτουν στην αντίληψη των νατοϊκών δυνάμεων. Η Ελλάδα
καλείται να παίξει το ρόλο του σταθεροποιητή στα Βαλκάνια και στην Ανατολική
Μεσόγειο και συνεπώς η παρουσία δυνάμεων ΝΑΤΟ αποτελεί το μέσο για την επίτευξη
της περιφερειακής σταθεροποίησης κα την διαιώνιση της σταθερότητας και
ασφάλειας στη μεστή από διεθνοπολιτικές εξελίξεις περιοχή της Μεσογείου.

[1]
Για μία επισκόπηση του ανταγωνισμού και για της ισορροπίας ισχύος βλ. Κουσκουβέλης Η.,
Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις,
Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα, ΣΤ΄ έκδοση, 2010 σελ. 192, 255, 339
[2] Για
την ισχύ στις εύρω –ατλαντικές σχέσεις βλ. Βοσκόπουλος Γ., Ευρωπαϊκή Ένωση και
ΗΠΑ – Εκφάνσεις Ισχύος, αλληλόδραση και το ζήτημα της παγκόσμιας ηγεμονίας,
Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2012 και βλ. Joseph S. Nye Jr, Ήπια Ισχύς: Το Μέσο Επιτυχίας στην
Παγκόσμια Πολιτική, 2005.Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, σελ.25-35. Η έννοια της
ήπιας ισχύος, όπως αυτή ορίζεται από τον Joseph Nye, βρίσκεται στην ικανότητα να διαμορφώνεις τις προτιμήσεις των
άλλων, να κάνεις τους άλλους να θέλουν τα αποτελέσματα που θέλεις μέσω έλξης
και όχι καταναγκασμού
[3] Βλ.Soeren Kern, Europe’s Great
Migration Crisis, https://www.gatestoneinstitute.org/6146/europe-migration, τελευταία προσβ.09-08-2016.17:00 όπου
«Hungarian lawmakers on July 6 voted 151 to 41 in favor of building a
4-meter-high (13-foot) fence along the 175-kilometer (110-mile) border with
Serbia. The measure aims to cut off the so-called Western Balkan Route, which
constitutes the main land route through Eastern Europe for migrants who enter
the EU from Turkey via Greece and Bulgaria.». Στο σημείο αυτό δέον να επισημανθεί παρόμοια τακτική ακολούθησαν και οι
ελληνικές κυβέρνησες για να αναχαιτίσουν τα μαζικά κύματα παράτυπων μεταναστών
που προσέγγιζαν τα ελληνοτουρκικά σύνορα στην περιοχή του Έβρου και
επιχειρούσαν την είσοδο τους στο ελληνικό έδαφος. Απόρροια αυτής της τακτικής
ήταν η πρόταση για κατασκευή ενός πανύψηλου φράχτη, ύψους περίπου 206  χιλιομέτρων κατά μήκος της οριογραμμής με
απώτερο σκοπό την επιτήρηση και ουσιαστικό έλεγχο της χερσαίας μετανάστευσης
μέσω της Τουρκίας. Ωστόσο κατόπιν πολιτικών αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό της
χώρας αποφασίσθηκε ο περιορισμός των χιλιομέτρων και η υλοποίηση του έργου μόνο
για 12,5 χιλιόμετρα.
[4]
Λίτσας Σπ., Ιλιάδα και Διεθνής Πολιτική, ο.π. σελ.63-64
[5] Βοσκόπουλος
Γ., Η πολιτική υποδομή των ευρω-ατλαντικών σχέσεων από τον Ψυχρό Πόλεμο στη μετα
– ψυχροπολεμική εποχή,  στο
Κωνσταντινίδης Γ., Η Ευρωπαϊκή Ένωση στο Διεθνές Σύστημα, Εκδόσεις Πανεπιστήμιο
Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 110
[6] Βοσκόπουλος
Γ.,  Οι πολιτικές της προσφυγικής κρίσης, Η ΕΕ, η Ελλάδα και ο
τουρκικός παράγων, Foreign Affairs Hellenic Edition, 24 Μαρτίου 2016
[7] Εφημερίδα
Καθημερινή, 27-02-2016, όπου κάνει μνεία σε δημοσίευμα του γερμανικού
περιοδικού Der Spiegel, που περιγράφει τη στάση των Ευρωπαίων εταίρων μας, ως
προς τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος με τον περιγραφικό αλλά αυταρχικό
και αποκρουστικό τίτλο  «Ο καθένας για τον εαυτό του», http://www.kathimerini.gr/851107/article/epikairothta/politikh/der-spiegel-h-ellada-8a-dyskoleytei-na-e3yphrethsei-ta-xreh-ths, (τελευταία πρόσβαση 15-06-2016) ∙ βλ. Κυριαζή Τ., ο.π
σελ. 51 όπου αναφέρει «..η μεμονωμένη
δράση των κρατών εντός των εθνικών 
συνόρων τους δεν επαρκεί για να καταστείλει και να τιμωρήσει την εμπορία
ανθρώπων, αλλά περιορίζεται στην αντιμετώπιση κάποιων ενδημικών στοιχείων».
[8] Βοσκόπουλος Γ., Foreign
Affairs, ο.π.
[9] Εφημερίδα  Δημοκρατία, της 21ης Φεβρουαρίου
2016, άρθρο του Λίτσας Σπ., Τι σημαίνει ο ερχομός του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο
[10] Γιαννακόπουλος Βασίλης, ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: Τι θα επηρεάσει την εξέλιξη της εθνικής πρόκλησης και
απειλής,
Μάρτιος, 2016,
http://www.militaire.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1/  τελευταία πρόσπ. 31-05-2016
[11] Πολλά
πλοία της Ατλαντικής Συμμαχίας συμμετέχουν στην αντιτρομοκρατική επιχείρηση
Active Endeavour στη Μεσόγειο, και οι ηγέτες των χωρών μελών του Συμφώνου
αναμένεται να τους επιτρέψουν να μοιράζονται σε πραγματικό χρόνο δεδομένα με τη
διοίκηση της ναυτικής επιχείρησης Σοφία της ΕΕ.
[12]
Βλ. Κουσκουβέλης Η., Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις, Εκδόσεις Ποιότητα, ΣΤ Έκδοση,
Αθήνα, 2004. σελ.176-177
[13] Βλ. Κουσκουβέλης Η., Λήψη αποφάσεων, Κρίση,
Διαπραγμάτευση, Θεωρία και Πράξη, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα,1997σελ.24-25
[14] Εφημερίδα  Δημοκρατία, της 21ης Φεβρουαρίου
2016, άρθρο του Λίτσας Σπ., Τι σημαίνει ο ερχομός του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο
[15] Στην
Εισαγωγή του Νταλής Σ., Οι Διαταλαντικές Σχέσεις, Συνεργασία ή Ανταγωνισμός,
Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2004, σελ. 43
[16]
Βλ. Δηλώσεις Υπουργού Άμυνας Καμμένου Π. στη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες όπου
ανέφερε χαρακτηριστικά «.η δραστηριότητα του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο έχει στεφθεί με
απόλυτη επιτυχία, μειώνοντας τις ροές από 5.000-8.000 μετανάστες και πρόσφυγες
την ημέρα σε 0-25..», http://www.dimokratianews.gr/content/63592/kammenos-apolyta-epityhimeni-i-drasi-toy-nato-sto-aigaio,
τελ.προσβ. 9-8-2016.17:05

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO22 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις53 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

Δημοφιλή