Διεθνή
Με λόγο και ρόλο η Μόσχα – Μηνύματα Τσιζόφ προς τους ξένους παίχτες – Συνέντευξη Ρώσου Πρέσβη
Επίλυση του Κυπριακού «που θα είναι αποδεκτή στις δύο κοινότητες, δεν θα επιβληθεί απ’ έξω, ούτε θα έχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εκ των προτέρων». Αυτές είναι οι προϋποθέσεις που κατά τον Βλαντιμίρ Τσιζόφ είναι απαραίτητες προκειμένου να ευδοκιμήσουν οι συνομιλίες. Σε αυτή τη φάση, πάντως, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εμφανίζεται αισιόδοξος. «Όσο γι’ αυτό που λέγεται ότι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία της Κύπρου, θυμάμαι μια προσωπικότητα που ήρθε στην Κύπρο, στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, δηλώνοντας “This is the year of the Cyprus solution”. Ήταν η Μαντλίν Ολμπράιτ. Και το έτος ήταν 1989», δηλώνει χαρακτηριστικά στον «Φιλελεύθερο» ο Βλαντιμίρ Τσιζόφ.
Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στην ΕΕ δεν χρειάζεται συστάσεις στην Κύπρο. Ασχολείται με τα ελληνικά θέματα εδώ και 45 χρόνια. Ήταν μόλις 18 χρονών όταν ξεκίνησε να μαθαίνει την ελληνική γλώσσα στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας. Τυχαία; τον ρωτάμε. «Η τύχη είναι μια κρυφή δύναμη που δεν αναγνωρίζουμε», θα μας απαντήσει. «Δύο χρόνια μόλις φοιτητής, πήγα στην Κύπρο για ενάμιση μήνα. Και έτυχε να βρίσκεται σε εξέλιξη η Διεθνής Έκθεση Λευκωσίας. Εκεί λοιπόν, ήμουν διερμηνέας του Μακάριου», λέει στον «Φ».
Πέντε χρόνια μετά, αποφοίτησε από το Ινστιτούτο – με διάκριση μάλιστα. Το 1976 εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα, με θητείες σε Αθήνα και Λευκωσία. Έκτατε ασχολείται με την σύγχρονη Ιστορία της περιοχής, την οποία γνωρίζει καλά. Προφανώς γι’ αυτό αντέδρασε έντονα σε δημοσίευμα της ευρωπαϊκής εκδοχής της εφημερίδας Politico που ανέφερε ότι η Ρωσία δεν βλέπει με καλό μάτι την επανένωση της Κύπρου. Αυτή ήταν και η αφορμή της συζήτησής μας. Η οποία δεν περιορίστηκε φυσικά μόνο στο Κυπριακό.
Τι προκάλεσε την αντίδρασή σας στο δημοσίευμα του Politico;
Τον τελευταίο καιρό διαπιστώνω μια ευρύτερη αντιρωσική εκστρατεία στον δυτικό Τύπο, ωστόσο το συγκεκριμένο δημοσίευμα περιείχε ψέματα που αφορούσαν όχι μόνο την πολιτική της χώρας μου αλλά κι εμένα προσωπικά. Διότι πριν από 30 χρόνια, τον Μάιο 1986, θυμάμαι πολύ καλά που τότε στην αρχή της Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ, υπηρετούσα στην Πρεσβεία στην Κύπρο. Η χώρα μου, που τότε λεγόταν Σοβιετική Ένωση, έκανε μια πρόταση για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο λύσης στο Κυπριακό, που τα περιείχε όλα, και τη Διεθνή Διάσκεψη – σωστή, όμως.
Κι έπειτα, στο δημοσίευμα υπήρχε μια αναφορά στο ρωσικό βέτο του 2004. Κι αυτό το θυμάμαι πολύ καλά, ήμουν στη Μόσχα τότε ως υφυπουργός Εξωτερικών. Ήταν ένα «τεχνικό βέτο», δηλαδή δεν αφορούσε την ουσία, αλλά περισσότερο συνδεόταν με τη διαδικασία προετοιμασίας του σχεδίου ψηφίσματος. Το σημαντικότερο είναι ότι μετά εκείνο το βέτο πήραμε μηνύματα και από τις δυο πλευρές, την ελληνική και την τουρκική, που ευχαρίστησαν τη Ρωσία για το βέτο.
Και θα ήθελα να προσθέσω μια περιγραφή ενός επεισοδίου της τότε εποχής. Ήταν λίγες μέρες πριν από τα δημοψηφίσματα του Απριλίου του 2004, όταν ένας συνάδελφός μου, πολιτικός διευθυντής από χώρα της ΕΕ, που δεν θα πω ποια, επισκέφθηκε τη Μόσχα και είχαμε διαβουλεύσεις για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του Κυπριακού. Και με ρωτούσε τι σκέφτομαι, με την πείρα μου στην Κύπρο, για τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Του απάντησα ξεκάθαρα ότι οι Ελληνοκύπριοι θα ψήφιζαν «όχι». Κι εκείνος μου λέει: «Εμείς στην ΕΕ ξέρουμε καλύτερα, τα ξέρουμε όλα, θα είναι 52%-54% υπέρ στην ελληνοκυπριακή πλευρά». Του απάντησα καλή επιτυχία. Μία εβδομάδα αργότερα, πήρε τηλέφωνο από τη χώρα του και μου είπε: «Πόσο δίκιο είχες!».
Πρακτικά η Ρωσία πόσο μπορεί να βοηθήσει και να συνδράμει στην επίλυση του Κυπριακού;
Η Κύπρος είναι μια χώρα της ΕΕ. Αλλά το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα με το οποίο ασχολείται μόνιμα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Κάθε έξι μήνες το Συμβούλιο Ασφαλείας εκδίδει ένα ψήφισμα που στην τελευταία παράγραφο αναφέρει πάντοτε ότι «το Συμβούλιο εξακολουθεί να ασχολείται με το θέμα». Η Ρωσία, ως μόνιμο μέλος, βεβαίως, εξακολουθεί επίσης να ασχολείται με το θέμα. Γι’ αυτό και η παλιά ρωσική πρόταση για τη διεθνή διάσκεψη προέβλεπε τη συμμετοχή των πέντε μονίμων μελών. Και το ότι είναι ζήτημα Ηνωμένων Εθνών το αναγνωρίζει και η ΕΕ. Ωστόσο, το ζήτημα είναι περίπλοκο. Γιατί τα χρόνια που πέρασαν είναι μεν μια ιστορική πείρα του κυπριακού λαού, αλλά το ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια δεν βοηθά, αφού έχουν μεγαλώσει τόσες γενιές. Υπάρχει βέβαια και ο ρόλος της Ελλάδας και της Τουρκίας. Και θα έλεγα περισσότερο της Τουρκίας, με την παρουσία των στρατευμάτων, με τον έλεγχο πάνω σε ένα μέρος της Κύπρου, με την ευρεία διάσταση της χώρας στην περιοχή.
Αρκετές φορές οι συνομιλητές μου εδώ στην ΕΕ προσπαθούν να παρουσιάσουν την ΕΕ σαν «γυαλιστερό ναό πάνω στον λόφο» που αποτελεί υπόδειγμα για τον υπόλοιπο κόσμο. Τους λέω: «Καλά, έχετε πετύχει κάτι, κάπου, έχετε τραβήξει με τα μαλλιά τους Σέρβους και τους Κοσοβάρους, ανεξάρτητα απ’ ό,τι και εκεί το κλίμα είναι τεταμένο. Αλλά πρέπει να μην ξεχνάτε ότι μέσα στο έδαφος της ΕΕ υπάρχει μια ειρηνευτική επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών. Έτσι δεν είναι;»
Πιστεύετε ότι το ξεχνάνε;
Το ξεχνάνε! Προσωπικά, ακόμη και πριν ακόμη έρθω στις Βρυξέλλες, δηλαδή πριν από πολύ καιρό, εγώ επέμενα πάντα το Κυπριακό να είναι μέσα στο γενικό πρόγραμμα του πολιτικού διαλόγου μεταξύ Ρωσίας και ΕΕ. Το δέχονταν με το ζόρι. Αλλά μετά το 2004, που η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ, μας είπαν καθαρά: Πλέον δεν συζητάμε για το Κυπριακό, ούτε την κατάσταση μέσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Και πάλι όμως, αναφέρω τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Δεν είναι που εμείς επιθυμούμε να είμαστε παρόντες για να μοιράσουμε τα λάβαρα, αλλά επειδή το θέμα είναι ζήτημα διεθνούς δικαίου και τα πολλά, πάρα πολλά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας παραμένουν νομική βάση για τη επίλυση του Κυπριακού. Και επιπλέον, υπάρχουν οι δυο συμφωνίες του 1977 και 1979 μεταξύ του Μακαρίου-Ντενκτάς και Κυπριανού-Ντενκτάς. Εκείνα τα έγγραφα δεν τα θυμούνται παρά ελάχιστοι σήμερα. Αλλά αποτελούν μια βάση: Είναι εκεί που για πρώτη φορά η ελληνοκυπριακή πλευρά δέχθηκε να είναι μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.
Επομένως, ποια θα ήταν μια καλή λύση για τη Ρωσία;
Σε αντίθεση με άλλες χώρες, η Ρωσία δεν επιθυμεί να επιβάλει τίποτα στους Κυπρίους. Ό,τι και να συμφωνήσουν οι δύο κοινότητες, για εμάς είναι καλό. Αν θέλουν να συμφωνήσουν εκ περιτροπής προεδρία, για μας είναι εντάξει. Αν θέλουν προεδρικό συμβούλιο, κι αυτό θα δεχθούμε. Αλλά το Κυπριακό έχει εσωτερικές και εξωτερικές πτυχές που δεν αφορούν μόνο τις δύο κοινότητες, είναι θέμα όπως είπα διεθνούς δικαίου, της θέσης της Κύπρου στην περιοχή και τον κόσμο. Γι’ αυτό έχουμε άμεσο ενδιαφέρον.
Οι τεράστιες επενδύσεις Ρώσων στην Κύπρο, αλλά και η μετανάστευση χιλιάδων Ρώσων στην Κύπρο, τι ρόλο παίζουν;
Θα ήθελα να πω ότι παίζουν σταθεροποιητικό ρόλο, και οικονομικά και πολιτικά. Και είναι ένας ακόμα κρίκος που συνδέει τη Ρωσία με την Κύπρο. Δε θα πω ότι όλοι αυτοί είναι άγγελοι. Όχι. Αλλά η Κύπρος, παρόλο που είναι μικρή χώρα, είναι πολύ καλά οργανωμένη από την άποψη διάρθρωσης του οικονομικού και του τραπεζικού συστήματος, όπως και των ελέγχων. Γι’ αυτό έχουμε καλή συνεργασία σ’ αυτόν τον τομέα.
Δεν διαπραγματευόμαστε την άρση των κυρώσεων με κανέναν
Ποιες είναι οι σχέσεις της Ρωσίας με την Ελλάδα και την Κύπρο;
Οι σχέσεις Ρωσίας – Ελλάδας βασίζονται σε μια γερή σταθερή παράδοση που κρατά από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Και, λόγω και της θρησκείας και του πολιτισμού, πάντοτε είχαμε φιλικές σχέσεις μεταξύ δύο λαών. Οι διακρατικές σχέσεις δεν ήταν άριστες πάντα – π.χ. ήταν… μισοπαγωμένες κατά τον Εμφύλιο και το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα. Όμως, στα τελευταία 40 χρόνια, υπήρξε μια ανοδική πορεία. Καταλαβαίνουμε ότι η Ελλάδα είναι μέλος και της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Αντιλαμβανόμαστε ότι η επιρροή της Ελλάδας –να το πω αντικειμενικά– σ’ αυτούς τους δύο οργανισμούς δεν είναι καθοριστική. Καταλαβαίνουμε επίσης και τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας που περιορίζουν το περιθώριο πολιτικών δραστηριοτήτων μέσα στους δυο οργανισμούς, περισσότερο στην ΕΕ.
Μιλάτε και για τη δυνατότητα της Ελλάδας και της Κύπρου να αντι- δράσουν για τις κυρώσεις;
Όταν συζητώ το θέμα με Έλληνες εκπροσώπους και άλλων χωρών της ΕΕ, όλοι τοποθετούνται εναντίον των κυρώσεων, ορισμένοι μάλιστα το δηλώνουν και δημόσια. Παρατήρησα ότι στο θέμα αυτό, μετά από κάθε συζήτηση στην ΕΕ, οι υπεύθυνοι βγαίνουν και λένε «ευτυχώς ακόμη μια φορά, καταφέραμε να τηρήσουμε μια ενωμένη θέση». Δηλαδή, η κοινή θέση έχει γίνει αυτοσκοπός χωρίς να παίζει ρόλο η ουσία της απόφασης. Εμείς δεν διαπραγματευόμαστε την άρση των κυρώσεων με κανέναν. Και βεβαίως δεν παρακαλούμε να αρθούν. Είναι ένα πρόβλημα που δημιούργησε η ΕΕ, ίσως ύστερα από συμβουλές άλλων. Αλλά είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να το λύσει η ίδια η ΕΕ. Και για να το λύσει, πρέπει να συγκεντρώσει αρκετή πολιτική βούληση. Πότε θα συμβεί αυτό, δεν ξέρω. Αλλά είναι όπως στην πυρηνική φυσική, που χρειάζεται η συσπείρωση μιας κριτικής μάζας για να γίνει έκρηξη. Δεν λέω ότι θα γίνει πυρηνική έκρηξη και σε αυτήν την περίπτωση, αλλά θα επέλθει μια αλλαγή πορείας. Κι όταν συμβεί αυτό, η ΕΕ θα ξέρει πού να μας βρει.
Επομένως, ποιες είναι οι σχέσεις με την Κύπρο και την Ελλάδα;
Με την Ελλάδα έχουμε και οικονομική συνεργασία, και μάλιστα σε ευαίσθητους τομείς, το ενεργειακό και τη στρατιωτική τεχνολογική συνεργασία. Γενικά βλέπω ένα καθαρό μέλλον. Εννοείται ότι το ίδιο ισχύει και για την Κύπρο, η οποία θα έλεγα αντικειμενικά ότι βρίσκεται λίγο πιο μπροστά από την Ελλάδα σχετικά με την οικονομική της ανασυγκρότηση. Κι επίσης το ενεργειακό θα είναι κι εκεί ένα σημαντικό θέμα.
Eφικτή μια λύση, αλλά να είναι αποδεχτή από τις δύο κοινότητες
Ασχολείστε με το Κυπριακό εδώ και 45 χρόνια. Σ’ αυτή τη φάση είστε αισιόδοξος;
Ναι, νομίζω μια λύση είναι εφικτή, αλλά θα πρέπει να είναι μια λύση που θα τη δεχθούν οι δύο κοινότητες. Που να βασίζεται στην πλειοψηφία του πληθυσμού και στα δύο μέρη της νήσου. Δεν θα πετύχει μία λύση που θα επιβληθεί απ’ έξω. Και, καταλαβαίνοντας πόσο περίπλοκη είναι η κατάσταση, δεν θα πετύχει καμία λύση που θα είχε ένα χρονοδιάγραμμα εκ των προτέρων. Γιατί αυτό το έχουμε δει.
Εγώ δεν ανέμεινα να γίνεται κάποια συγκλονιστική αλλαγή στον τελευταίο γύρο. Διότι αν κοιτάξουμε την κατάσταση στην περιοχή, βλέπουμε την Τουρκία να οδεύει προς συνταγματικές αλλαγές και αυτό είναι το επίκετρο της εσωτερικής πολιτικής της. Συνεπώς η στιγμή δεν είναι η καλύτερη – είναι αντικειμενικό.
Οσο γι’ αυτό που λέγεται κάθε τόσο, ότι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία της Κύπρου, θυμάμαι μια προσωπικότητα που ήρθε στην Κύπρο, στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, δηλώνοντας: «This is the year of the Cyprus solution». Ηταν η Μαντλίν Ολμπράιτ. Και το έτος ήταν 1989.
Η Τουρκία ποτέ δεν ήταν ένας εύκολος εταίρος ή συνομιλητής
Πόση σημασία έχουν για τη Ρωσία τα κοιτάσματα της Κύπρου και οι συζητήσεις για αγωγούς μεταφοράς προς Ευρώπη;
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα. Υπάρχουν σκέψεις για αγωγό μέχρι την Κρήτη, ο οποίος θα μεταφέρει όχι μόνο κυπριακό αλλά και ισραηλινό αέριο. Εγώ θα έλεγα ότι αυτή είναι μία από μια σειρά λύσεων. Μία εναλλακτική λύση θα μπορούσε να είναι να γίνει εργοστάσιο επεξεργασίας στην Κύπρο. Υπάρχει και η τρίτη εναλλακτική, να χρησιμοποιηθούν τα ήδη υπάρχοντα εργοστάσια στην Αίγυπτο, με την κατασκευή ενός αγωγού Κύπρου-Αιγύπτου. Όμως από τεχνολογικής άποψης, δεν είναι εύκολο. Και υπάρχει βέβαια και ο τουρκικός παράγοντας.
Κι ερχόμαστε σε ένα ακόμη φλέγον θέμα. Τη σχέση Ρωσίας-Τουρκίας.
Η Ρωσία επιθυμεί να έχει καλές σχέσεις και με τις τρεις χώρες. Με την Τουρκία οι σχέσεις μας πέρασαν μια επτάμηνη κρίση. Δεν ήταν λίγο, αλλά καταφέραμε να την ξεπεράσουμε. Δεν μπορώ να πω ότι έχουμε επιστρέψει εντελώς στην πρότερη κατάσταση. Η Τουρκία ποτέ δεν ήταν ένας εύκολος εταίρος ή συνομιλητής. Ούτε για τη Ρωσία, ούτε για την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, ούτε καν την Αμερική. Όμως είναι μια χώρα γειτονική και έχουμε αναπτυγμένες οικονομικές επαφές, έχουμε ανταλλάξει επενδύσεις, ακόμη και πυρηνικό σταθμό χτίζουμε.
Η Ελλάδα αποφάσισε να μην εκδώσει τους οχτώ στρατιωτικούς στην Τουρκία.
Ανέμενα κάτι τέτοιο. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να μην παραδοθούν. Αυτό δεν θα αρέσει στην Άγκυρα, βέβαια, και είναι αναμενόμενο. Αλλά η απόφαση βασίζεται σε ορισμένες νομικές βάσεις…
Είσαστε προσεκτικός, αλλά και επικριτικός με την ΕΕ. Με τη νέα ηγεσία των ΗΠΑ;
Με την προηγούμενη Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο αρχίσαμε καλά πριν από 8 χρόνια, αλλά τελικά φτάσαμε σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Επέβαλαν κυρώσεις, έστειλαν πίσω 35 υπαλλήλους της Πρεσβείας και των προξενείων και μας έκλεψαν ουσιαστικά δύο κτήματα στα παράλια των ΗΠΑ, ιδιοκτησίας της ρωσικής ομοσπονδίας.
Ελπίζετε με τον Τραμπ ότι θα αλλάξει το κλίμα;
Από αυτά που δήλωσε ο Τραμπ, ανοίγει μια προοπτική. Καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει και το Κογκρέσο, όπου αρκετοί γερουσιαστές και από τα δύο κόμματα δεν θέλουν τη βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Αρκετοί από τους υποψήφιους υπουργούς, κατά τη διαδικασία έγκρισής τους από τη Γερουσία, έλεγαν διαφορετικά πράγματα, γιατί αν έλεγαν ακριβώς αυτά που είχε πει ο Τραμπ για τη Ρωσία, δεν θα τους ενέκριναν ποτέ. Θα δούμε όμως. Δεν έχουμε ευφορία, αλλά προβλέπουμε, δεν μπορούν να γίνουν χειρότερες οι σχέσεις.
Η Ρωσία επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα στις ΗΠΑ;
Είναι τρελή όλη αυτή η ιστορία. Μας κατηγορούν για ό,τι και να συμβαίνει. Και για την κακοκαιρία και για σεισμούς, η Ρωσία φταίει. Ο Πρόεδρος Πούτιν είπε απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου για τον αποφασιστικό δήθεν ρόλο της Ρωσίας στη νίκη του Τραμπ: «Μα τι είναι οι ΗΠΑ, είναι μια δημοκρατία μπανάνας; Εγώ βλέπω τις ΗΠΑ ως μεγάλη, ισχυρή χώρα. Αν κάνω λάθος, διορθώστε με».
Πώς βλέπετε το μέλλον της Ευρώπης, ως μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στην ΕΕ;
Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται ενώπιον μιας κατάστασης που ο Γιούνκερ ο ίδιος ονόμασε πολυκρίση. Συνέπεσαν μερικές κρίσεις μαζί: οικονομική, Προσφυγικό, Brexit. Το κύμα των προσφύγων είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα μιας πολιτικής της ΕΕ. Όπως είπε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σ. Λαβρώφ, είναι όπως το εμπόριο, όταν εξάγεις δημοκρατία, μετά εισάγεις πρόσφυγες. Όπως λέμε και στα ελληνικά και στα ρωσικά, όταν σπέρνεις ανέμους, θερίζεις θύελλες. Αλλά και η οικονομική κρίση, η κρίση της Ευρωζώνης δεν έχει περάσει εντελώς.
Επομένως, πράγματι, η Ευρώπη θα κληθεί να αντιμετωπίσει πολλά θέματα. Αλλά δεν νομίζω ότι η ΕΕ οδηγείται σε κατάρρευση. Θα έχει αρκετά προβλήματα ακόμη και μπορεί να βγει ίσως μικρότερη, αλλά πιο σταθερή και πιο ενωμένη. Όταν με ρωτούν τι σκέφτομαι για το Brexit, εγώ λέω πως για εμάς έχει σημασία η ΕΕ να είναι ισχυρή, ενωμένη και ανεξάρτητη στη λήψη αποφάσεων. Το αν θα είναι με ή χωρίς τη Μ. Βρετανία είναι θέμα δευτερεύον. Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, χωρίς τους Βρετανούς ίσως θα είναι πιο ενωμένη…
Συνέντευξη: Μαρία Ψαρά
Πηγή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


