Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΤΑΝΑ ΣΤΗ ΓΕΝΕΥΗ Ενδοϊμπεριαλιστικό αλισβερίσι στις πλάτες του συριακού λαού

Δημοσιεύτηκε στις

Από την έναρξη των έμμεσων ενδοσυριακών διαπραγματεύσεων στην Αστάνα
Από την έναρξη των έμμεσων ενδοσυριακών διαπραγματεύσεων στην Αστάνα   Copyright 2017 The Associated
Οι πρώτες (μετά από περίπου εννιά μήνες) ενδοσυριακές διαπραγματεύσεις στην Αστάνα του Καζακστάν που συμπτύχθηκαν σε ένα διήμερο στις αρχές της βδομάδας (23 – 24 Γενάρη), δείχνουν τις αντιθέσεις ανάμεσα σε ισχυρές καπιταλιστικές δυνάμεις.
Η γενικόλογη διακήρυξη περί σεβασμού της …«ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας» και εξεύρεσης πολιτικής λύσης «με βάση τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ» δεν ήταν το ουσιαστικό αποτέλεσμα της συνάντησης… Ούτε βεβαίως ήταν «είδηση» οι αξεπέραστες (επί του παρόντος) διαφορές των δύο βασικών εμπόλεμων πλευρών, παρά τις μετέπειτα προσπάθειες του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, να υποστηρίξει (την Τετάρτη) πως «ο συριακός στρατός, ένοπλες ομάδες αντικαθεστωτικών και η ρωσική πολεμική αεροπορία» συμφώνησαν να εστιάσουν τις επιθέσεις έναντι των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους» και της «Αλ Κάιντα». Δηλαδή, του πρώην «Μετώπου Νούσρα» νυν «Μετώπου Φατέχ αλ Σαμ», με το οποίο συνεργάζονταν αρκετές από τις ένοπλες ομάδες που συμμετείχαν στην αντιπροσωπεία της αντιπολίτευσης, με πρώτο τον «Στρατό του Ισλάμ» του επικεφαλής της Μοχάμεντ Αλούς.

Συνέχιση διαπραγμάτευσης σε Μόσχα και Γενεύη
Επιπλέον, οι διεργασίες που ξεκίνησαν στην Αστάνα αποφασίστηκε να συνεχιστούν ατύπως στη Μόσχα προχτές (Παρασκευή) μέσω της συνάντησης του Σ. Λαβρόφ μόνον με την αντιπροσωπεία της συριακής ένοπλης αντιπολίτευσης και μέσα στο Φλεβάρη στη Γενεύη της Ελβετίας στο πλαίσιο νέων ενδοσυριακών διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και του απεσταλμένου του στη Συρία, Στάφαν ντε Μιστούρα, που στην Αστάνα περιορίστηκε στο ρόλο κυρίως του «παρατηρητή». Ωστόσο σε σχέση με την ημερομηνία έναρξης των νέων παζαριών δεν υπήρχε ξεκάθαρη εικόνα.
Στις προχτεσινές συνομιλίες ανάμεσα στη συριακή ένοπλη αντιπολίτευση και τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών, τελικά δεν προσήλθαν οι ένοπλοι που στηρίζονται ανοιχτά από την Σαουδική Αραβία, αλλά παραβρέθηκαν οι Κούρδοι του Κόμματος Δημοκρατικής Ενωσης (PYD) και του ένοπλου σκέλους τους Μονάδες Λαϊκής Αμυνας (YPD), που η Τουρκία θεωρεί τρομοκρατικές και παρακλάδια του PKK. Tο θέμα του νέου συριακού συντάγματος φαίνεται να ξεχώρισε αλλά η Ρωσία διέψευσε ότι δέχεται αυτονομία των Κούρδων, όπως την κατηγορούσαν οι ομάδες που δεν προσήλθαν, με αφορμή το σχέδιο που κατέθεσαν οι Ρώσοι στην Αστάνα.
Συμμαχικές κόντρες
Είναι, επιπλέον, ενδιαφέρον το γεγονός πως οι τρεις χώρες που έπαιξαν το ρόλο του εγγυητή της διαπραγμάτευσης, δηλαδή η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία, επιχείρησαν να εμφανιστούν σαν «ισότιμοι εταίροι», ωστόσο οι άνισες δυνατότητές τους, αλλά και οι διαφορές μεταξύ τους, παρά την παράλληλη συνεργασία τους στα διπλωματικά και πολεμικά μέτωπα της Συρίας, δεν ήταν εύκολο να καλυφθούν πίσω από το δικό τους ανακοινωθέν που αναδείκνυε ως αποτέλεσμα των ενδοσυριακών συνομιλιών τη συμφωνία των τριών εγγυητριών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός μηχανισμού επιτήρησης και ενίσχυσης της γενικής εκεχειρίας που εφαρμόζεται στη Συρία από τις 30 Δεκέμβρη. Οι ανακοινώσεις ήταν γενικόλογες μέχρι του σημείου «παρεξηγήσεως», καθώς σχεδόν τίποτε δεν έγινε άμεσα γνωστό σε σχέση με αυτόν τον τριμερή «μηχανισμό επιτήρησης και ενίσχυσης της συμφωνίας εκεχειρίας» στη Συρία.
Είναι χαρακτηριστικές, για παράδειγμα, οι κόντρες Ρώσων – Ιρανών σχετικά με την παρουσία των ΗΠΑ στην Αστάνα. Οι Ιρανοί από νωρίς είχαν εκφράσει κατηγορηματικά την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε συμμετοχή των Αμερικανών, πόσο δε μάλλον επί της νέας κυβέρνησης του Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας είχε αναγορεύσει το Ιράν υπεύθυνο σχεδόν για όλα τα δεινά στη Μέση Ανατολή. Οι Ρώσοι, αντίθετα, είχαν επαφές και με τη νέα κυβέρνηση Τραμπ και επέβαλαν την παρουσία του Αμερικανού πρέσβη στο Καζακστάν, Τζορτζ Κρολ, έστω και στο ρόλο του «παρατηρητή».
Αγεφύρωτες παρέμειναν και οι διαφορές Ιρανών και Σύρων απέναντι στους Τούρκους, μεταξύ άλλων και λόγω της χερσαίας επέμβασης του τουρκικού στρατού, που πραγματοποιείται από τα τέλη Αυγούστου του 2016 στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη», με πρόσχημα την καταπολέμηση τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους», αλλά απώτερο στόχο την αποτροπή δημιουργίας αυτόνομου «Δυτικού Κουρδιστάν» στα νοτιοανατολικά σύνορά τους.
Η δυσφορία Ιρανών και Σύρων απέναντι στο ρόλο της Τουρκίας και στους στόχους που πασχίζει να προωθήσει η Αγκυρα επί του συριακού εδάφους, για την ώρα, φαίνεται πως είναι «υπό έλεγχο», παρατείνοντας τη συνέχιση της τριμερούς συγκυριακής συνεργασίας στον άξονα Μόσχα – Αγκυρα – Τεχεράνη. Ενα από τα λίγα αλλά ικανά πράγματα που φαίνεται πως τροφοδοτούν τη συνεργασία Αγκυρας – Τεχεράνης είναι η κοινή αντίθεση της αστικής τάξης αμφοτέρων των χωρών μπροστά στο ενδεχόμενο δημιουργίας νέου αυτόνομου κουρδικού κράτους στην περιοχή, καθώς και οι δύο χώρες έχουν στα εδάφη τους πολυάριθμες κουρδικές κοινότητες. Βεβαίως, τίποτε δεν εγγυάται τη συνέχιση της τουρκο-ιρανικής ή της τριμερούς συνεργασίας σε βάθος χρόνου, ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι κόντρες μεταξύ τους θεριέψουν πάνω στην αναδιανομή της πίτας, εάν και όταν έρθει η ώρα για «πολιτική επίλυση» του πολέμου στη Συρία.
Είναι, πάντως, ενδιαφέρον το γεγονός πως στα παζάρια της Αστάνα δεν τέθηκε ζήτημα της νέας «αστυνομικής δύναμης» που ετοιμάζει για τη βόρεια Συρία η Τουρκία, εκπαιδεύοντας στο έδαφός της εκατοντάδες Σύρους πρόσφυγες. Ηδη 450 τέτοιοι «Ελεύθεροι Σύροι αστυνομικοί» περιπολούν στη συριακή μεθοριακή πόλη Τζαραμπλούς και εκατοντάδες άλλοι αναμένεται να αναλάβουν την αστυνόμευση και στην πόλη Αλ Μπαμπ, που συνεχίζει να τελεί υπό τον έλεγχο τζιχαντιστών, εάν και όταν ανακαταληφθεί από τα τουρκικά στρατεύματα που την πολιορκούν σε συνεργασία με μισθοφόρους του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού». Αίσθηση προκάλεσαν τα βίντεο που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο από την «εκπαίδευσή» τους στην Τουρκία, στα οποία εμφανίζονται μερικές εκατοντάδες νεαροί με στολές και όπλα να φωνάζουν τα συνθήματα: «Ο Θεός είναι μεγάλος», «Ζήτω η ελεύθερη Συρία», «Ζήτω ο Ερντογάν»…
Πρωταγωνιστές οι Ρώσοι και στη διαπραγμάτευση
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς τον δεσπόζοντα ρόλο της ρωσικής διπλωματίας στις συνομιλίες της Αστάνα που είχε εκεί ως επικεφαλής τον Αλεξάντερ Λεβαντίεφ, απεσταλμένο του Ρώσου Προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν, στη Συρία, ο οποίος τις χαρακτήρισε «γέννηση» ενός νέου διαπραγματευτικού σχήματος. Κάποιοι αναλυτές εκτιμούν ότι και μόνον διά της πραγματοποίησης των ενδοσυριακών συνομιλιών στην Αστάνα το Κρεμλίνο ενίσχυσε την γεωπολιτική επιρροή του στην ευρύτερη περιοχή, δείχνοντας πως δεν είναι ικανό μόνον στο ρόλο της ισχυρής στρατιωτικής δύναμης, αλλά και στο ρόλο εγγυητή και διαπραγματευτή. Ας μην ξεχνάμε πως με τον τρόπο αυτό στην Αστάνα η Ρωσία ανέλαβε για πρώτη φορά πρωταγωνιστικό ρόλο και στη διαπραγματευτική διαδικασία, τον οποίον είχαν έως πριν από λίγο καιρό, κυρίως στη Γενεύη, οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τους εταίρους τους σε ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις πετρελαιομοναρχίες του Περσικού Κόλπου.
Απαρατήρητη δεν μπορεί να περάσει ούτε η έντονη ενόχληση που προκάλεσε στην αντιπροσωπεία της συριακής κυβέρνησης, με επικεφαλής τον Σύρο διπλωμάτη Μπασάρ Τζααφάρι, η απαίτηση του Μοχάμεντ Αλούς, επικεφαλής της αντιπροσωπείας των αντικαθεστωτικών, λίγο μετά την τελετή έναρξης της διαπραγμάτευσης, να συμπεριληφθεί ο συριακός στρατός και η σιιτική οργάνωση «Χεζμπολάχ» στη μαύρη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων που δρουν στη Συρία! Παρ’ όλα αυτά, η κυβερνητική αντιπροσωπεία, κυρίως εξαιτίας των πιέσεων των Ρώσων και Ιρανών συμμάχων τους, παρέμεινε στην Αστάνα και ολοκλήρωσε τις έμμεσες συνομιλίες, αποφεύγοντας να απαντήσει στις προβοκάτσιες με αποχώρηση από το τραπέζι.
Με άλλα λόγια, η Ρωσία δείχνει να επιβάλλει, για την ώρα, το ρόλο της σε μια νέα «φόρμουλα» διαπραγμάτευσης στην Αστάνα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και άλλη φορά στο μέλλον. Οχι, βεβαίως, τόσο για να φέρει την ειρήνη στη Συρία, αλλά για να αυξήσει τον γεωπολιτικό ρόλο του Κρεμλίνου, ώστε να προωθήσει και να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των ρωσικών μονοπωλίων και της ρωσικής αστικής τάξης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Ο «παράγοντας» Τραμπ
Ωστόσο, κρίσιμο ρόλο σε όλους αυτούς τους σχεδιασμούς αναμένεται να παίξει και ένας πιθανός ανακαθορισμός των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ. Είναι ίσως ενδεικτική κάποιων προθέσεων η ανακοίνωση του νέου εκπροσώπου του Λευκού Οίκου Σον Σπάισερ πως οι ΗΠΑ προθυμοποιούνται να πραγματοποιήσουν κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις με τη Ρωσία έναντι τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους» στη Συρία, τονίζοντας: «Αν υπάρχει μια δυνατότητα να νικήσουμε το Ισλαμικό Κράτος σε συνεργασία με οποιαδήποτε χώρα, είτε αυτή είναι η Ρωσία είτε κάποια άλλη, και αν έχουμε εθνικό συμφέρον στο θέμα αυτό, τόσο ασφαλώς θα το κάνουμε».
Οπως και να ‘χει, οι διαπραγματεύσεις στην Αστάνα δείχνουν πως ήταν μόνον η «προθέρμανση» ενός νέου κύκλου παζαριών που ξεκινά μέσα στον Φλεβάρη στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου ιμπεριαλιστικές δυνάμεις θα ξαναμοιράσουν τα χαρτιά στο τραπέζι με απώτερο τον ίδιο στόχο, για τον οποίο προκλήθηκε και το μακελειό στην Συρία: Τον έλεγχο σφαιρών επιρροής, ενεργειακών πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους.

Δ. ΟΡΦ.

rizospastis

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις20 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO50 λεπτά πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

Δημοφιλή