Διεθνή
Σκληρές Συζητήσεις με τους Ρώσους Αναμένουν τον Ερντογάν στη Μόσχα
προς πολλούς αποδέκτες, που προφανώς αντλείται από αρμόδιες πηγές, είναι το
κατωτέρω άρθρο τακτικού συνεργάτη ρωσικών μέσων διεθνούς ενημέρωσης, που εξηγεί
τα στρατιωτικά δεδομένα που υπαγόρευσαν την ρωσική ανοχή στη τουρκική εισβολή
στη Συρία και προεικάζει (;) τον τελεσιγραφικό χαρακτήρα που πρόκειται να
προσλάβουν οι συνομιλίες Πούτιν και Ρώσων επιτελών με τον Ερντογάν τον Μάρτιο.
Η διεξοδική ανάλυσή του ρίχνει άπλετο φως στην υφή, την ποιότητα και την αντοχή
των τούρκο-ρωσικών σχέσεων και είναι γι’
αυτό χρησιμότατη για κατανόηση, πρόβλεψη
,διερεύνηση και ενδεχομένως σχεδιασμούς.]
9 και 10 Μαρτίου, με τον Πρόεδρο Πούτιν και κορυφαία στελέχη της ρωσικής
κυβέρνησης για σκληρές, όπως αναμένεται, συζητήσεις για τις διμερείς σχέσεις
και για τον πόλεμο στη Συρία, μετά την τουρκική κατάληψη της πόλης Αλ-Μπάμπ.
των τούρκο-ρωσικών σχέσεων, οικονομικών και στρατιωτικών – συμπεριλαμβανομένου
αναμφίβολα και του αιωρούμενου θέματος
της πώλησης των προηγμένων
αντιαεροπορικών πυραύλων S-400 στη Τουρκία- και φυσικά του πολέμου
στη Συρία.
του ΝΑΤΟ και ότι η αποτελεσματικότητα
των S-400
συνίσταται στο ότι οι ΗΠΑ ελάχιστα ξέρουν γι’ αυτούς, υποπτεύομαι πως οι Ρώσοι
θα είναι πολύ επιφυλακτικοί να τους πωλήσουν στους Τούρκους, με κίνδυνο να
υπονομευθεί το σύστημα και να κοινοποιηθεί στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ.
Ερντογάν θα εστιαστούν στη Συρία. Οι δύο χώρες συμφώνησαν μιαν ανακωχή μεταξύ
του συριακού στρατού και των τζιχαντιστών ανταρτών που υποστηρίζει η Τουρκία
και η ανακωχή αυτή σε μεγάλο βαθμό γίνεται σεβαστή. Η Τουρκία είναι επίσης
συνοργανώτρια με τη Ρωσία της ειρηνευτικής διάσκεψης της Αστάνα (πρωτεύουσας
του Καζακστάν).
της Τουρκίας να ανατρέψει τη κυβέρνηση της Συρίας, η παράδοση με διαπραγματεύσεις της πόλης Αλ-Παμπ από τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού
Κράτους στον τουρκικό στρατό είναι ευνόητο ότι προκαλεί ανησυχίες.
τους Τούρκους να καταλάβουν τη πόλη, παρέχοντας στον τουρκικό στρατό αεροπορική
υποστήριξη, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν
την Αλ Μπαμπ με τη συγκατάθεση των Ρώσων.
Ρώσων και Τούρκων στη Συρία, αν και είναι πιθανόν ότι ο βαθμός της συνεργασίας
αυτής είναι περιορισμένος και ότι μπορεί να δει κανείς και αυτό γρήγορα μπορεί
να καταρρέει.
αντιληφθεί κανείς ποιοι είναι οι λόγοι της συνεργασίας των Ρώσων με τους
Τούρκους στη Συρία. Το βασικό κίνητρο
για τους Ρώσους είναι ότι έχουν ανάγκη τους Τούρκους για να διατηρήσουν σε
λειτουργία τόσο τις ειρηνευτικές συνομιλίες όσο και την ανακωχή. Κρίσιμος
παράγων είναι και οι περιορισμένες δυνάμεις του συριακού στρατού. Τα γεγονότα
μετά την κατάληψη του Χαλεπιού εξεικονίζουν τα συνεχή προβλήματα που καλείται ν’ αντιμετωπίσει .
ν’ αποκρούσει επιθέσεις του Ι.Κ. στις περιοχές της Παλμύρας και του Ντέιρ Εζόρ
και να εξουδετερώσει μιαν απόπειρα των
τζιχαντιστών να αποκόψουν τον δρόμο Χανάσερ, που συνδέει το Χαλέπι με περιοχές
της ενδοχώρας υπό κυβερνητικόν έλεγχο, στην κεντρική και νότιο Συρία.
το ίδιο το Χαλέπι, όσο προήλαυνε προς τη στρατηγική πόλη αλ Μπαμπ, βόρεια του
Χαλεπιού. Παράλληλα έχει να ανασχέσει μια μεγάλη και επικίνδυνη συγκέντρωση
πολεμιστών της Αλ Κάϊντα στη βόρεια επαρχία Χάμα, ενώ διατηρεί υπό πίεση το
βασικό οχυρό της Αλ Κάϊντα, που είναι η επαρχία Ιντλίμπ.
της υπαίθρου πέριξ της Δαμασκού και να ανακτήσει τον έλεγχο του Ουαντί Μπαραντά, προκειμένου να αποκαταστήσει τον
εφοδιασμό με νερό της πρωτεύουσας, παράλληλα
διατηρώντας την ασφάλεια σ’ αυτήν και στις άλλες πόλεις υπό τον
κυβερνητικό έλεγχο.
μέτωπα διαστέλλουν στο έπακρο τις περιορισμένες δυνάμεις του συριακού στρατού
και θέτουν τους άνδρες του υπό σοβαρή πίεση, όσο και εάν αισθάνονται ότι έχουν
τώρα τον αέρα της νίκης.
ταυτόχρονα την συντριπτική υπεροχή, γι’ αυτό κάποτε είναι υποχρεωμένος να αναδιπλωθεί και γι’ αυτό οι
προωθήσεις του –αντίθετα προς των αντιπάλων του, όταν συμβαίνουν- είναι σταδιακές.
οι Ρώσοι παραβλέπουν τη σημασία αυτού του παράγοντα: Ακριβώς επειδή είναι
περιορισμένα τα μέσα του συριακού στρατού και τόσο άκρως εκτεταμένες οι υποχρεώσεις του,
περισσότερο ωφελημένος από τις εκεχειρίες είναι ο στρατός της Συρίας και όχι οι
αντίπαλοί του, εφ’ όσον οι ανακωχές του δίνουν τον απαραίτητο χρόνο και χώρο να
αναπαυθεί και ανεφοδιασθεί και να συγκεντρώσει δυνάμεις εκεί που υπάρχει
μεγαλύτερη ανάγκη.
Οι περιορισμένες δυνατότητες του συριακού στρατού σημαίνουν ότι δεν μπορεί να
γίνει διαφορετικά. Οι εκεχειρίες είναι αναγκαίο στοιχείο του είδους πολέμου που
έχει να διεξαγάγει ο στρατός της Συρίας. Η ουσία είναι πως τον κερδίζει.
είναι παντού ισχυρός, έχει ανάγκη την ανακωχή με τους ενόπλους που υποστηρίζει
η Τουρκία για να επικεντρώσει την επίθεσή του στους δυο πιο επίφοβους εχθρούς
του: την Αλ Κάϊντα στα δυτικά της Συρίας και το Ι.Κ. στα ανατολικά. Αυτή είναι
η στρατιωτική πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από τη συμφωνία των Ρώσων, για την εκεχειρία και τις συνομιλίες της Αστάνα,
με τον Ερντογάν και τη Τουρκία και το γιατί, εφ’ όσον είναι στο χέρι των
Τούρκων ν’ αποφασίσουν αν θα υπάρξει εκεχειρία, οι Ρώσοι είναι αναγκασμένοι να
συνεργαστούν με τους Τούρκους και να συγκατανεύσουν στην κατάληψη του Αλ-Μπαμπ
από αυτούς.
πράσινο φως να εξαπολύσει την επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη και να στείλει
στρατεύματα στο εσωτερικό της Συρίας. Αντίθετα αιφνιδιάστηκαν άσχημα όταν το
έκανε ο Ερντογάν. Δεδομένης όμως της πραγματικής ανάγκης να εξασφαλιστεί η
τουρκική υποστήριξη για την διατήρηση
της εκεχειρίας, οι Ρώσοι υποχρεώθηκαν να κρύψουν την οργή τους και να
συνεργαστούν με τους Τούρκους στη Συρία, αν και σε περιορισμένο βαθμό μόνο και
χωρίς επίσημη δήλωση στήριξης στην επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» ή στην εκεί
τουρκική παρουσία.
οποίο συνδέθηκε το προσωπικό κύρος του προέδρου Ερντογάν με την κατάληψη της
πόλης από τον τουρκικό στρατό, οι Ρώσοι – με την ανάγκη που έχουν της
συνεργασίας του Ερντογάν για την διατήρηση της εκεχειρίας- δεν είχαν άλλη
επιλογή από το να βοηθήσουν τον Ερντογάν να καταλάβει την Αλ-Μπαμπ.
διακινδύνευε άμεση σύγκρουσή του με τον τουρκικό στρατό, ενώ η άλλη ολέθρια
επιλογή θα ήταν να αφεθεί η Αλ-Μπαμπ στον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους.
Οποιαδήποτε από τις δύο αυτές επιλογές θα κινδύνευε να οδηγήσει σε κατάρρευση
τη ρώσο-τουρκική συνεργασία στη Συρία, με τον Ερντογάν να πιστεύει πως οι Ρώσοι
εργάζονται εναντίον του. Ευνόητο ότι η εκεχειρία μπορούσε να καταρρεύσει,
ανανεώνοντας τις συγκρούσεις των φιλοτουρκικών ομάδων ενόπλων με τον στρατό της
Συρίας και πολλαπλασιάζοντας τα προβλήματά του.
να συνεργασθούν με τον Ερντογάν και να συγκατατεθούν στην τουρκική κατάληψη του
Αλ Μπαμπ, θα χρησιμοποιήσουν ωστόσο κατά βεβαιότητα τις συνομιλίες της Μόσχας
για να καθορίσουν τα όρια κινδύνου, προειδοποιώντας τον Ερντογάν για το μέχρι
που θα του επιτρέψουν να πάει. Αναμφίβολα θα του αποκλείσουν οποιαδήποτε
περαιτέρω προώθηση προς το Χαλέπι και πιθανότατα θα τον προειδοποιήσουν
εναντίον τουρκικής επέκτασης προς την
Ράκα, η οποία θα προκαλούσε σύγκρουση με τους Κούρδους.
Ερντογάν μπορεί να δεχτεί αυτές τις κόκκινες γραμμές. Ο συνάδελφός μου ΄Ανταμ
Γκάρι περιέγραψε τη συνθηκολόγηση του Ι.Κ. στο Αλ- Μπαμπ ως αντικατάσταση μιας
«σχετικά ασθενούς δυνάμεως κατοχής» με μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις του
κόσμου.»
ισχυρότερες δυνάμεις του κόσμου». Μολονότι ο τουρκικός στρατός είναι πράγματι
στα χαρτιά ο δεύτερος μεγαλύτερος στο ΝΑΤΟ, αποδείχτηκε κάτ’ επανάληψη
χειρότερος από τους τζιχαντιστές του Ι.Κ. σε σειρά μαχών γύρω και μέσα στη
Αλ-Μπαμπ. Σε κάποιο βαθμό αυτό μπορεί να οφείλεται στην αποδιοργάνωση του με
τις μαζικές εκκαθαρίσεις αξιωματικών, που
ακολούθησαν την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου. Είναι όμως κυρίως συνέπεια της απροθυμίας του προέδρου Ερντογάν να αντιμετωπίσει τους
τεράστιους πολιτικούς κινδύνους της αποστολής μεγάλων αριθμών στρατευσίμων
τουρκικού πεζικού στη Συρία.
ισχνές στο πεδίο και ευάλωτες σε επιθέσεις είτε από το Ι.Κ. είτε από την καλά
οργανωμένη κουρδική πολιτοφυλακή, το YPG.
μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας μεταξύ των τούρκων στρατιωτικών τη Συρία και του
YPG. Δοθέντος ωστόσο ότι
και οι δυο θεωρούν αλλήλους θανάσιμους εχθρούς, εύκολα φαντάζεται κανείς τι θα
συνέβαινε και πως σε τέτοια περίπτωση θα πολλαπλασιάζονταν τα προβλήματα του
Ερντογάν στη Συρία.
παράδειγμα των επαναληπτικών διπλωματικών σφαλμάτων του Ερντογάν. Τον Αύγουστο,
την επαύριο της πραξικοπηματικής απόπειρας και παράλληλα με τις προσπάθειες να
τα φτιάξει με τη Μόσχα, βρήκε και άρπαξε μιαν ευκαιρία για να αιφνιδιάσει τους
Ρώσους, εξαπολύοντας την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» και να στείλει στρατεύματα μέσα στη Συρία. ΄Όπως
πάντα, ωστόσο, δεν καλοεξέτασε τους κινδύνους και τις τελευταίες βδομάδες
βρέθηκε πολύ κοντά στην επικίνδυνη θέση να βλέπει το στρατό του καθηλωμένο και
υποκείμενο σε βαριές απώλειες. Για να αποφύγει την καταστροφή, πρώτα
αναγκάσθηκε να φωνάξει τους Ρώσους σε βοήθεια και τελικά υποχρεώθηκε να κλείσει
συμφωνία με τους τζιχαντιστές του Ι.Κ. για να δεχτούν να αποχωρήσουν από τα
Αλ-Μπαμπ.
κύρος του- η λογική επιλογή για τον Ερντογάν θα ήταν να φύγει όσο βρίσκεται
επάνω και να αξιοποιήσει τα κέρδη του με την «Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη» για να βελτιώσει τη θέση
του στις συνομιλίες ειρήνευσης της Αστάνα για το μέλλον της Συρίας. Σε τέτοια
περίπτωση δεν θα του ήταν δύσκολο να δεχτεί τις κόκκινες γραμμές της Μόσχας.
που μπορεί κανείς να εμπιστευτεί ότι θα ακολουθήσει τη λογική. Υπάρχει δυστυχώς
πραγματικός κίνδυνος ότι, έχοντας καταλάβει το Αλ Μπαμπ, η «επιτυχία» θα του
ανέβει στο κεφάλι και –ξεχνώντας πόσο κοντά βρέθηκε εκεί στην καταστροφή- θα
ορμήσει πάρα πέρα και θα ποντάρει για περισσότερα. Ακούγεται ήδη μια παρανοϊκή
κουβέντα για τη σύσταση ενός «προτεκτοράτου» της Τουρκίας στη Βόρειο Συρία, μια
περιπέτεια που με τον χρόνο μπορεί να εμπλέξει τη Τουρκία σε περισσότερες
συρράξεις επί συριακού εδάφους με τη
κυβέρνηση της Συρίας, τους Κούρδους, το Ιράν και τη Ρωσία, που η Τουρκία δεν
είναι σε θέση να επωμισθεί και πού απλά θα εξαντλήσουν τους πόρους της.
να εξηγήσουν όλα αυτά στον Πρόεδρο Ερντογάν όταν έρθει στη Μόσχα τον Μάρτιο.
Πρόεδρος Ερντογάν έδειχνε αναλαμπές κατανόησης αυτής της πραγματικότητας
και των ορίων μέσα στα οποία θα πρέπει
να περιορίζονται οι ενέργειες της Τουρκίας. Ωστόσο ουδέποτε φάνηκε ικανός να το
κάνει επί πολύ και δείχνει από ιδιοσυγκρασία ανήμπορος να εγκαταλείψει τις
υπερφίαλες φιλοδοξίες του για τον εαυτό του και για την Τουρκία. Η επιτυχία ή
αποτυχία των συνομιλιών της Μόσχας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο και
μέχρι ποιου βαθμού θα σταθεί ικανός να επιτρέψει στους υπολογισμούς του προσωπικού του
συμφέροντος να τιθασεύσουν τα αισθήματά του. Αλλά δυστυχώς κανένας που
παρακολούθησε προσεκτικά την σταδιοδρομία του Ερντογάν δεν θα πόνταρε σ’ αυτό
το παραμικρό ποσό.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
