Διεθνή
Η ψηφοθηρική κόντρα και το στρατηγικό ρήγμα στις ευρωτουρκικές σχέσεις
Ο κεντροδεξιός Ρούτε έχει ήδη εισπράξει το πολιτικό όφελος από την πρωτοφανή κόντρα του με τους νεοοθωμανούς. Ο Ερντογάν πρέπει να περιμένει μέχρι τις 16 Απριλίου για να δει εάν η τακτική του θα αποδώσει. Όλα δείχνουν, πάντως, ότι η επιθετική ρητορική του, που συνδυάζει το εθνικό μεγαλείο με τον ισλαμισμό, συσπειρώνει τη “βαθιά Τουρκία”. Η κατάσταση θυμίζει τη σύγκρουση του Σουλτανάτου με τη χριστιανική Ευρώπη στους προηγούμενους αιώνες.
Ας σημειωθεί ότι παραδοσιακά οι σχέσεις Χάγης-Άγκυρας ήταν στενές και στον οικονομικό και στον πολιτικό τομέα. Η Ολλανδία είναι ένας από τους τρεις μεγαλύτερους επενδυτές στην Τουρκία και κατά κανόνα τηρούσε φιλοτουρκική στάση. Σύμφωνα με διπλωματική πηγή, μάλιστα, η Άγκυρα είχε ειδοποιηθεί να αποφύγει συγκεντρώσεις ειδικά στην Ολλανδία για να μην δώσει εκλογική τροφή στην Ακροδεξιά.
Η νεοοθωμανική ηγεσία αρχικά είχε δείξει κατανόηση. Στη συνέχεια, όμως, άλλαξε γραμμή πλεύσης, επιδιώκοντας τη ρητορική-διπλωματική σύγκρουση για ψηφοθηρικούς λόγους. Η αλλαγή επιβεβαιώνεται και από παλαιότερη δήλωση του πρωθυπουργού Γιλντιρίμ σε τηλεοπτική εκπομπή στο ATV: «Στις 15 Μαρτίου έχουν εκλογές στην Ολλανδία. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιήσουμε κάποια εκδήλωση σε εκείνη τη χώρα πριν από αυτή την ημερομηνία».
Υπενθυμίζουμε ότι το πρώτο επεισόδιο προέκυψε από την απροθυμία του Βερολίνου να επιτρέψει την πραγματοποίηση συγκέντρωσης υπέρ του “ναι” στυ δημοψήφισμα. Ο Ερντογάν ήταν να κατηγορήσει ευθέως τις γερμανικές αρχές για ναζιστική πρακτική. Η Μέρκελ απέφυγε την κλιμάκωση, αφενός επειδή δεν ήθελε να εμπλακεί σε δημόσιο “σκυλοκαυγά”, αφετέρου επειδή δεν θέλει να τινάξει στον αέρα τις γέφυρες με την Άγκυρα.
Το γερμανικό πολιτικό σύστημα θεωρεί παραδοσιακά την Τουρκία σημαντική χώρα. Είναι χαρακτηριστικό δημοσίευμα της Σιντόιτσε Τσάιτουνγκ. Αφού αναφέρεται στην ανησυχία του ΝΑΤΟ για το ρήγμα στις ευρωτουρκικές σχέσεις, καταλήγει ότι «σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εξοργίσουμε έναν τόσο στρατηγικά σημαντικό σύμμαχο». Εκτός αυτού, η Γερμανία είναι κορυφαίος επενδυτής στην Τουρκία.
Ένας δεύτερος λόγος είναι η ευρωτουρκική συμφωνία για τους πρόσφυγες-μετανάστες. Η Άγκυρα απειλεί ότι θα την ακυρώσει, επειδή η ΕΕ αρνείται να καταργήσει τη βίζα για τους Τούρκους πολίτες. Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν δεν μπορεί να πλημμυρίσει την Ευρώπη με πρόσφυγες-μετανάστες. Με κλειστό τον βαλκανικό διάδρομο και αντιμέτωποι με την προοπτική να εγκλωβισθούν στην Ελλάδα σε δύσκολες συνθήκες, οι πρόσφυγες-μετανάστες είναι κατά κανόνα απρόθυμοι να κάνουν το άλμα. Η Άγκυρα μπορεί να στείλει μερικές χιλιάδες ακόμα στα νησιά, προκαλώντας έμφραγμα στις ήδη υπερπλήρεις δομές φιλοξενίας στην Ελλάδα.
Η Μέρκελ δεν επιθυμεί να διαψευσθεί η εντύπωση που η ίδια καλλιεργεί εν όψει των δύσκολων εκλογών του Σεπτεμβρίου ότι με την ευρωτουρκική συμφωνία έχει διευθετήσει το προσφυγικό-μεταναστευτικό. Εάν επανακάμψει στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας θα αναζωπυρώσει την κριτική που της ασκείται και θα της προκαλέσει εκλογικό κόστος.
Η εφημερίδα Ντι Βελτ αποκάλυψε πως η καγκελάριος με τον τότε προεδρεύοντα της ΕΕ Ολλανδό Ρούτε είχαν τον Μάρτιο 2016 συνάψει μυστική συμφωνία με τον Νταβούτογλου η Γερμανία να δέχεται από την Τουρκία γύρω στις 200.000 πρόσφυγες ετησίως. Δεν επρόκειτο για ανθρωπιστικού χαρακτήρα κίνηση. Είναι γνωστό και εκπεφρασμένο δημόσια ότι η γερμανική βιομηχανία διψάει για φθηνά εργατικά χέρια. Αυτός ήταν και ο λόγος που το καλοκαίρι του 2015 η Μέρκελ είχε προβεί σε εκείνη τη δήλωση-πρόσκληση που μετέτρεψε το κύμα σε τσουνάμι.
Από την άλλη πλευρά, όμως, οι κοινωνικές παρενέργειες που έχει προκαλέσει η μαζική είσοδος προσφύγων-μεταναστών έχουν προκαλέσει την αντίδραση της γερμανικής κοινής γνώμης, με αποτέλεσμα εκλογικές απώλειες και ρήγματα στη συμπολίτευση. Υπό την πίεση αυτών των αντιδράσεων η καγκελάριος υποχρεώθηκε να ανακρούσει πρύμνα.
Ο Ερντογάν γνωρίζει το αδύνατο σημείο της Μέρκελ. Επαναφέροντας τις απειλές του για ακύρωση της ευρωτουρκικής συμφωνίας και υιοθετώντας ρητορική υψηλών τόνων αφενός πουλάει εθνικό μεγαλείο στο εσωτερικό, αφετέρου εγγράφει υποθήκες για να διαπραγματευθεί μετά τις 16 Απριλίου από πλεονεκτική θέση. Για να γίνει πειστικός, μάλιστα, μεθοδεύει την αύξηση των ροών προς τα ελληνικά νησιά. Δεν παρέλειψε να κατηγορήσει και ονομαστικά την καγκελάριο ότι «υποθάλπει τρομοκράτες του ΡΚΚ».
Μπορεί η καγκελάριος να είναι στριμωγμένη, αλλά ο Ρούτε, μέσω της κόντρας με τους νεοοθωμανούς, κατάφερε να διατηρήσει με διαφορά την πρώτη θέση, έστω και αν το ποσοστό του κόμματός του υποχώρησε σημαντικά. Το γεγονός ότι περιορίσθηκε η άνοδος της Ακροδεξιάς χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από το σύνολο των ευρωπαϊκών συστημικών κομμάτων. Κι αυτό, παρότι ο Βίλντερς δεν επρόκειτο να σχηματίσει κυβέρνηση ακόμα και εάν κέρδιζε την πρωτιά. Η απλή αναλογική, σε συνδυασμό με την άρνηση των άλλων κομμάτων να συνεργασθούν μαζί του είχε πριν ανοίξουν οι κάλπες αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο.
Η εμφανής αγωνία των δυνάμεων του (νεο)φιλελεύθερου τόξου για τις ολλανδικές εκλογές οφειλόταν στο γεγονός ότι τις αντιμετώπιζαν σαν κρίσιμο τεστ εν όψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών. Μετά το Brexit, την εκλογή του Τραμπ και την επικράτηση του “όχι” στο ιταλικό δημοψήφισμα, μία νίκη του Βίλντερς στην Ολλανδία θα επιβεβαίωνε και θα ενίσχυε τη δυναμική της ευρωάρνησης και αναπόφευκτα θα φούσκωνε τα εκλογικά πανιά της Λεπέν.
Σε περίπτωση εκλογής της υποψήφιας του Εθνικού Μετώπου, τουλάχιστον η Ευρωζώνη δύσκολα θα αποφύγει την κατάρρευση. Γι’ αυτό και κηρύχθηκε επικοινωνιακή πανστρατιά με σκοπό να ανακοπεί η δυναμική του Βίλντερς. Οι Ολλανδοί ψηφοφόροι δεν έμειναν αδιάφοροι. Η συμμετοχή στις εκλογές ήταν πρωτοφανής και αναμφίβολα έβλαψε την Ακροδεξιά.
Για να διατηρήσει την πρωτιά, όμως, ο πρωθυπουργός Ρούτε υποχρεώθηκε ουσιαστικά να υιοθετήσει την πολιτική ατζέντα του Βίλντερς. Χρειάσθηκε να δώσει εμπράκτως και τα σχετικά δείγματα γραφής. Απαγόρευσε στο αεροπλάνο του Τσαβούσογλου να προσγειωθεί στην Ολλανδία και όταν ο Ερντογάν έστειλε οδικώς την υπουργό Οικογενειακών Υποθέσεων στο Ρότερνταμ για να εκφωνήσει ομιλία, οι ολλανδικές αρχές την απέλασαν.
Μπροστά, όμως, στο μείζον πολιτικό διακύβευμα, όλα αυτά θεωρήθηκαν λεπτομέρειες. Όπως λεπτομέρεια θεωρήθηκε και η συντριβή του Εργατικού Κόμματος του Ντάισελμπλουμ, το οποίο πλήρωσε βαρύτατο τίμημα για την προσχώρησή του στο νεοφιλελευθερισμό. Στα “ψιλά” πέρασε και ο υπερτριπλασιασμός της δύναμης του κόμματος Πράσινοι-Αριστερά (από 4 έδρες που είχε απέσπασε 14), το οποίο μαζί με το αμιγώς αριστερό Σοσιαλιστικό Κόμμα συνιστούν μία ισχυρή αριστερή παρουσία στην ολλανδική Βουλή.
Δεδομένου ότι η ολλανδική οικονομία παραμένει ακμαία, η εδώ και χρόνια σχετικά ισχυρή πολιτική παρουσία της ξενοφοβικής Ακροδεξιάς αποδίδεται και στο γεγονός ότι η Ολλανδία ήταν πρωτοπόρα στην υιοθέτηση της πολυπολιτισμικότητας. Η παραδοσιακά φιλελεύθερη ολλανδική κοινωνία δεν έχει παρασυρθεί από την υποτιθέμενη πολιτική μαγεία του Βίλντερς και του δίνει σχετικά μεγάλο ποσοστό. Απλώς, η ρητορική του έχει ζήτηση και “πουλάει”. Γι’ αυτό έσπευσε να την υιοθετήσει και ο Ρούτε. Είχε, μάλιστα, και συγκριτικό πλεονέκτημα. Ως πρωθυπουργός, αυτός θα μπορούσε να κάνει πράξη τη ρητορική του, ενώ ο ακροδεξιός ηγέτης ήταν εκ των προτέρων αποκλεισμένος από την εξουσία.
Η ανταλλαγή ρητορικών πυρών μεταξύ Άγκυρας και Χάγης έστειλε στην αγκαλιά του Ρούτε όσους είναι επιφυλακτικοί με το Ισλάμ και επιθυμούν μία σκληρή μεταναστευτική πολιτική. Εξ αντιδιαστολής, όμως, συσπείρωσε εκλογικά και την πολυπληθή τουρκική κοινότητα. Για πρώτη φορά στην ολλανδική Βουλή εισέρχεται τουρκικό κόμμα με τρεις βουλευτές. Είναι το πρώτο κόμμα σε εθνοτική βάση.
Η ολλανδο-τουρκική κόντρα μπορεί να είχε έντονα στοιχεία συγκυριακών εκλογικών σκοπιμοτήτων, αλλά έχει και μία στρατηγικού χαρακτήρα διάσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες που δεν βρίσκονταν σε προεκλογική περίοδο (Αυστρία, Ελβετία, Δανία και Σουηδία) απαγόρευσαν την πραγματοποίηση τουρκικών συγκεντρώσεων. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκφράζουν την ανησυχία τους για τη συστηματική προσπάθεια των νεοοθωμανών να καλλιεργήσουν τον φανατισμό και να ισλαμοποιήσουν τις τουρκικές κοινότητες στη Γηραιά Ήπειρο με αποστολή ιμάμηδων που λειτουργούν και ως πληροφοριοδότες. Ας σημειωθεί ότι ο Ερντογάν έχει φροντίσει με πλουσιοπάροχη χρηματοδότηση να οργανώσει την τουρκική διασπορά στην ελεγχόμενη από το κόμμα του “Ένωση Τούρκων Δημοκρατών Ευρώπης”.
Στην πραγματικότητα, οι Ευρωπαίοι βλέπουν πλέον με πολύ διαφορετικό μάτι την Τουρκία από ότι την έβλεπαν μέχρι πρότινος. Θα ήταν διατεθειμένοι να συνεχίσουν να κάνουν τα στραβά μάτια για τη βάρβαρη καταστολή των Κούρδων και για αντιδημοκρατικές πρακτικές, καθώς και να ανέχονται την κατοχή της βόρειας Κύπρου και τις προκλήσεις στο Αιγαίο όσο η Τουρκία ήταν δεμένη σφιχτά στο δυτικό άρμα.
Από τη στιγμή που ο Ερντογάν άρχισε να παίζει τα δικά του παιχνίδια, η ανοχή της Δύσης άρχισε να εξατμίζεται. Η εποχή που θεωρούσε τους νεοοθωμανούς πρότυπο για τον μουσουλμανικό κόσμο και τους αποκαλούσε ισλαμοδημοκράτες έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο εναγκαλισμός, μάλιστα, της Άγκυρας με τη Μόσχα ξεχείλισε το ποτήρι.
Η δια της διολισθήσεως άτυπη απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση και λόγω της γεωπολιτικής αυτονόμησης και λόγω της κλιμακούμενης ισλαμοποίησης κάνει Αμερικανούς και Ευρωπαίους να θεωρούν τον Ερντογάν επικίνδυνο τυχοδιώκτη. Ο ίδιος τροφοδοτεί αυτή την εικόνα με τη ναρκισσιστική μεγαλομανία του, η οποία πηγάζει από το οθωμανικό παρελθόν και την εντύπωση ότι η Τουρκία είναι πιο σημαντική από όσο στην πραγματικότητα είναι.
Με αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζουν και το επικείμενο δημοψήφισμα. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για απλή μετάβαση από την προεδρευομένη σε προεδρική δημοκρατία. Αυτό θα ήταν μία εσωτερικής σημασίας συνταγματική αλλαγή. Στην πραγματικότητα, ο πρόεδρος Δημοκρατίας θα είναι σουλτάνος. Δεν θα υπάρχουν οι έλεγχοι και οι ισορροπίες του αμερικανικού πολιτεύματος, που δίπλα στον ισχυρό πρόεδρο υπάρχει ισχυρό Κογκρέσο και ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Στην Τουρκία θα εγκαθιδρυθεί ουσιαστικά η ενός ανδρός αρχή, η οποία τροφοδοτείται από την οθωμανική και τουρκική παράδοση.
Η “Επιτροπή της Βενετίας” του Συμβουλίου της Ευρώπης έστειλε ήδη το μήνυμά της. Εάν στο δημοψήφισμα κερδίσει το “ναι” η Τουρκία θα πάψει να εκπληρώνει τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και να θεωρείται δημοκρατικό κράτος. Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος που τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη δεν θέλουν συγκεντρώσεις των νεοοθωμανών στην επικράτειά τους.
Η σουλτανική συμπεριφορά και οι πρωτοφανείς επιθετικοί τόνοι του Ερντογάν, σε συνδυασμό με το έντονο άρωμα Ισλάμ που αποπνέουν έχουν ενεργοποιήσει αρνητικά αντανακλαστικά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Όταν ο μέσος Ευρωπαίος ακούει τη δήλωση Τσαβούσογλου ότι «σύντομα θα αρχίσουν ιεροί πόλεμοι στην Ευρώπη», την εκλαμβάνει ως απειλή και πιθανότατα τη συνδέει με εθνοτικές συγκρούσεις, ίσως και με την ισλαμική τρομοκρατία.
Δεν πρόκειται για μία ατυχή δήλωση. Οι νεοοθωμανοί κυκλοφόρησαν αφίσα που εμφανίζει ένα μουσουλμάνο να πολεμάει με το μισοφέγγαρο έναν άπιστο χριστιανό που έχει ως όπλο τον σταυρό. Επίσης, ο Ερντογάν κατήγγειλε με οξύτητα την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που επιτρέπει σε εταιρείες να απαγορεύουν τη μαντήλα στους χώρους εργασίας. Έφθασε στο σημείο, μάλιστα, να μιλήσει για σταυροφόρους, υιοθετώντας την ορολογία των τζιχαντιστών.
Συνοψίζοντας, οι εκλογικού χαρακτήρα συγκεντρώσεις των νεοοθωμανών δεν είναι πλέον εκδηλώσεις στο περιθώριο που περνούσαν σχετικά απαρατήρητες ή φάνταζαν κάπως γραφικές. Τώρα έχουν προσλάβει ένα άλλο απειλητικό νόημα. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γαλλία, που έδωσε την άδεια, εκδηλώθηκαν έντονες αντιδράσεις.
Άδεια για την πραγματοποίηση συγκεντρώσεων στη Θράκη έδωσε και η Ελλάδα και μάλιστα χωρίς να της ζητηθεί. Οι εκεί μουσουλμάνοι, άλλωστε, είναι Έλληνες πολίτες και κατά κανόνα δεν ψηφίζουν στο τουρκικό δημοψήφισμα. Είναι εμφανής η πρόθεση της κυβέρνησης να κατευνάσει το θηρίο που βρυχάται στο Αιγαίο. Δεν είναι αυτός, όμως ο μοναδικός λόγος. Στην κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ η απαγόρευση πολιτικών συγκεντρώσεων είναι από χέρι ξενοφοβική και αντιδημοκρατική.
Προφανώς πρόκειται για απλοϊκή θέση. Είναι δικαίωμα κάθε κράτους να αποφασίζει σύμφωνα με το συμφέρον του. Και η Ελλάδα, που δέχεται χρόνια επεκτατική πίεση, οφείλει να είναι πολύ προσεκτική και να μην ανοίγει επικίνδυνα παράθυρα. Είναι ειρωνεία ο Ερντογάν να κατηγορεί με ευκολία σαν ναζιστές όσους απαγόρευσαν τις συγκεντρώσεις του. Για να μην ξεχνιόμαστε, το νεοοθωμανικό καθεστώς έχει καταλύσει βασικές ελευθερίες και δικαιώματα, έχει φυλακίσει πολλούς βουλευτές του κουρδικού κόμματος και έχει καταστήσει επικίνδυνη την υποστήριξη του “όχι” στο δημοψήφισμα.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

