Το ζήτημα της ελληνικότητας του βυζαντινού κόσμου, η αλλιώς της Ρωμηοσύνης, είναι ένα ζήτημα το οποίο τίθεται από πολλές πλευρές και αντιμετωπίζεται από διάφορες και διαφορετικές κάθε φορά οπτικές γωνίες. Η αλήθεια είναι ότι μία αυτοκρατορία η οποία εκτείνεται σε ευρύτατο γεωγραφικό χώρο δεν μπορεί παρά να είναι πολυεθνική, πολυπολιτισμική, πολυφυλετική, πολυγλωσσική.
Το Βυζάντιο δεν ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα. Μέσα στα στενότερα γεωγραφικά και τα ευρύτερα πολιτισμικά του όρια ζούσαν και ανέπνεαν όλοι οι λαοί και οι πολιτισμοί των ακτών της Μεσογείου, αλλά και όλοι οι λαοί των Βαλκανίων και των χωρών πέρα από τον Δούναβη. Μοιραία, μια τέτοια αυτοκρατορία θα μπορούσε να ονομαστεί και «κοινοπολιτεία» με την έννοια μιας σύνθεσης, ενός κράματος λαών, φυλών, πολιτισμών, γλωσσών.
Σίγουρα, το κράτος το οποίο ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος με την κτίση της Νέας Ρώμης στα στενά του Βοσπόρου ήταν ρωμαϊκό.

Ψηφιδωτό που βρέθηκε στην ελληνιστική πόλη Ζεύγμα, στη νότια Τουρκία (κοντά στα σύνορα με τη Συρία)
Τα άλλα πολιτισμικά στοιχεία στο διάβα των αιώνων περιορίζονταν και συρρικνώνονταν, ακολουθώντας μοιραία την προϊούσα γεωγραφική συρρίκνωση του βυζαντινού κράτους στις παραδοσιακές περιοχές του παλιού ελληνικού κόσμου.
Πώς να μην έχουν επίγνωση αυτής της ιστορικής συνέχειας, από τη στιγμή που ο Μέγας Θεοδόσιος μετέφερε και όρθωσε στο μέσον του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινουπόλεως τον Τρίποδα [εικ. αριστερά], τον οποίο αφιέρωσαν οι Πανέλληνες ως ανάθημα για τη νίκη τους ενάντια στην περσική επιδρομή στο μαντείο των Δελφών, μετά τη μάχη των Πλαταιών; Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ιστοριογράφους της μέσης και της ύστερης βυζαντινής περιόδου οι Άραβες και οι Τούρκοι εμφανίζονται ως «Πέρσαι», με σαφή αναφορά στο ιστορικό παρελθόν των Ελλήνων, προκειμένου να δηλωθεί η συνείδηση της ελληνικότητας και να σφυρηλατηθεί η εθνική ενότητα των Ελληνοβυζαντινών. Η «ρωμαϊκότητα», τελικά, χωνεύτηκε μέσα στο ελληνοχριστιανικό κράμα του Βυζαντίου, και αυτό που απέμεινε για να θυμίζει τις ρωμαϊκές καταβολές του Βυζαντίου ήταν η χρήση των όρων Ρωμηός και Ρωμηοσύνη. Οι όροι αυτοί επιβίωσαν και εμπεδώθηκαν για να αυτοπροσδιορίζονται οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμιοί, όχι με την έννοια της αναφοράς στους ειδωλολάτρες Ρωμαίους αυτοκράτορες που ήταν οι δήμιοι των χριστιανών, αλλά ως ένδειξη παντοτινής ευγνωμοσύνης του ελληνοχριστιανικού κόσμου στον Μέγα Κωνσταντίνο, τον αυτοκράτορα εκείνο ο οποίος παραθεώρησε την παλαιά Ρώμη για να εγκαινιάσει τη Νέα Ρώμη, ως πρωτεύουσα του νέου κόσμου.
Κωνσταντινούπολη (τοιχογραφία του 18ου αι. σε αρχοντικό της Καστοριάς)
Αλλά και τα ονόματα έχουν την ιστορία τους.
Σε όλη τη χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου, στα σχολεία το πρώτο ανάγνωσμα μετά την Αγία Γραφή ήταν τα ομηρικά έπη, τα εθνικά ποιήματα των αρχαίων Ελλήνων και η πηγή έμπνευσης του Μ. Αλεξάνδρου για την ενότητα και δόξα του ελληνικού κόσμου. Ο σεβασμός για τον Όμηρο ήταν απεριόριστος, σε βαθμό να αναφέρεται συνεκδοχικά ως «ο ποιητής». Όμοια μεγάλος σεβασμός υπήρχε για τον Πίνδαρο, τον άλλο μεγάλο «εθνικό ποιητή» των αρχαίων, αλλά και για τον ρήτορα Δημοσθένη, τον διαπρύσιο κήρυκα του αθηναϊκού πατριωτισμού και της δημοκρατίας!Αυτό ίσχυε τόσο για τον υπερτονισμό του ελληνισμού όσο και για την παραθεώρησή του.

Εικονομάχοι καλύπτουν με ασβέστη την εικόνα του Χριστού (περ. 830, Ψαλτήρι Χλουντόφ)
δρ Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ
http://www.pontos-news.gr/article/161726/i-syneidisi-tis-ellinikotitas-sto-vyzantio


