Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Τραμπ Απέτυχε να Ανοίξει Ρήγμα Ανάμεσα σε Κίνα και Ρωσία

Δημοσιεύτηκε στις

Μ.Κ. Bhadrakumar*, Indian Punchline, 19-4-17
O
Κινέζος
υπουργός των Εξωτερικών  ανακοίνωσε
σήμερα πως ο Διευθυντής του Γενικού Γραφείου του Κ.Κ.Κ. Λι Ζανσού θα επισκεφθεί
τη Ρωσία στις 25-27 Απριλίου, με πρόσκληση του ομολόγου του, επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης στο Κρεμλίνο Αντόν Βάϊνο. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών στο
Πεκίνο δήλωσε πως οι δυο άνδρες θα συζητήσουν για τις σχέσεις  Κίνας και Ρωσίας «όπως είχε προηγουμένως
αποφασιστεί από τους ηγέτες των δύο χωρών» και ότι η κινεζική πλευρά αναμένει με
εμπιστοσύνη ότι η συνάντηση θα γαλβανίσει ακόμη περισσότερο τους σινο-ρωσικούς
δεσμούς. 

Του Λι Ζανσού θα είναι η δεύτερη, τον Απρίλιο, επίσκεψη
κορυφαίου Κινέζου αξιωματούχου στη Μόσχα. Ο πρόεδρος  Βλαντιμίρ Πούτιν είχε δεχτεί τον Πρώτο
Αντιπρόεδρο της Κίνας, Ζανγκ Γκαολί ( μέλος επίσης της Εκτελεστικής Επιτροπής
του  Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΚ) στο
Κρεμλίνο στις 13 Απριλίου, ημέρα της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού των
Εξωτερικών, Ρεξ Τίλλερσον στη Μόσχα.

Ο Ζανγκ είναι ένας από τους οικονομικούς τσάρους του
κινεζικού συστήματος και οι συνομιλίες του με τους Ρώσους αξιωματούχους
εστιάσθηκαν στις κινεζικές επενδύσεις στη Ρωσία και στην ενεργειακή συνεργασία.
Αλλά μέρος της αποστολή του ήταν και η προετοιμασία της «επίσκεψης εργασίας»
που θα πραγματοποιήσει ο Πρόεδρος Πούτιν, στις 14-15 Μαΐου στο Πεκίνο, στα
πλαίσια της συνόδου κορυφής, για τα εγκαίνια από τον Πρόεδρο Ξι Ζινπινγκ του
έργου «Μια Ζώνη, Μια Οδός».
Οι
προσεχείς συνομιλίες του Λι Ζανσού στο Κρεμλίνο θα είναι εξαιρετικής
σπουδαιότητας. Το κορυφαίο όργανο της κεντρικής επιτροπής του κινεζικού Κ.Κ.
(που στην κρατική ιεραρχία έρχεται αμέσως μετά τον Γενικό Γραμματέα του
Κόμματος και Πρόεδρο  Ξι Ζινπίνγκ) μόνο
με την Ρωσία έχει τέτοια θεσμική αποστολή ετήσιων διαβουλεύσεων, παρόλο που η
Ρωσία δεν είναι μια κομμουνιστική χώρα.
Ο
Λι Ζανσού είναι ο κυριότερος συνεργάτης του Κινέζου Προέδρου. Και ο ομόλογός
του Αντόν Βάϊνο αναφέρει κατ’ ευθείαν στον Πρόεδρο Πούτιν
. Ο
συμβολισμός γίνεται αμέσως αντιληπτός. Σε λειτουργικό επίπεδο, αυτή η μοναδική
διευθέτηση εξασφαλίζει στη δυναμική και τον παλμό των σινο-ρωσικών σχέσεων να
έχουν παρούσα την προσωπική φροντίδα των Ξι Ζινπίνγκ και Πούτιν. Κοντολογίς,
υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι δυο χώρες αποδίδουν στη σχέση τους την πρώτη
προτεραιότητα.
Ιδιαίτερης
σημασίας είναι η επιλογή του χρόνου επίσκεψης του Λι Ζανσού. Η αμερικανική
κυβέρνηση εκόμπαζε απροκάλυπτα την περασμένη εβδομάδα ότι μεταξύ του Προέδρου
Τραμπ και του Ξι Ζινπίνγκ
είχε αναπτυχθεί μια ειδική
χημεία, μετά τη συνάντησή τους στη Φλώριδα στις 7-8 Απριλίου και ότι τώρα η
Κίνα βοηθούσε δραστήρια τις ΗΠΑ στον χειρισμό του Κορεατικού προβλήματος.
Επιπλέον, τόσο ο Τραμπ όσο και ο Σύμβουλος Εθνικής
Ασφάλειας Μακ Μάστερ  καυχόντουσαν
ανοικτά ότι  η αποχή της Κίνας στη
ψηφοφορία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη Συρία ήταν καρπός της
θαυμάσιας προσωπικής χημείας μεταξύ των δύο προέδρων.
΄Οσο
κι’ αν είναι απίστευτο, ο Μακ Μάστερ προχώρησε στους κομπασμούς σε τηλεοπτική
συνέντευξη στο
ABC, τη
Κυριακή, λέγοντας πως ο Τραμπ πέτυχε να δημιουργήσει αποστάσεις μεταξύ Ρωσίας
και Κίνας στο Θέμα της Συρίας και ότι η Ρωσία βρέθηκε απομονωμένη στο Συμβούλιο
Ασφαλείας.
Πρόκειται βέβαια για ανόητον ισχυρισμό, όπως
αποδεικνύεται και από το κοινό ανακοινωθέν των χωρών BRICS για τη Συρία της 12
Απριλίου, που ουσιαστικά στηρίζει τη θέση της Ρωσίας.
Προφανώς ο Μακ Μάστερ είναι νεοσσός στη διεθνή διπλωματία και
η έλλειψη πείρας του φάνηκε στη συνέντευξη. Αλλά πάντως συμβαίνει να είναι
Σύμβουλος Ασφαλείας του Τραμπ και όσο κι’ αν είναι ένας δυσλεξικός υποστράτηγος
με γλώσσα μωρού στον κόσμο της πολιτικής, η φωνή του εκφράζει εξουσία. Ιδού τι
είπε:
«Αυτό που ξέρουμε είναι ότι, εν μέσω της απάντησής του στη
μαζική δολοφονία του συριακού καθεστώτος, ο πρόεδρος και η πρώτη κυρία,
παρέθεσαν μιαν εξαιρετικά επιτυχημένη διάσκεψη, κορυφής, με τον Πρόεδρο Ξι και
την ομάδα του. Και όχι μόνο δημιούργησαν μια πάρα πολύ θερμή σχέση. . .αλλά
συνεργάστηκαν τόσο καλά σε σχέση με τη μαζική δολοφονία από το καθεστώς ΄Ασαντ,
σε σχέση με την ψηφοφορία στον ΟΗΕ.
«Πιστεύω ότι ο Πρόεδρος Ξι ήταν θαρραλέος διαχωρίζοντας τη
θέση του από τους Ρώσους, απομονώνοντας πράγματι τους Ρώσους και τους
Βολιβιανούς… Και πιστεύω πως ο κόσμος είδε και ότι αυτοί (οι Κινέζοι) είδαν
καλά, σε ποια λέσχη θέλεις να συμμετέχεις. Στη ρωσο-βολιβιανή λέσχη; ΄Η στη
λέσχη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δουλεύοντας μαζί για τα αμοιβαία συμφέροντα
και τα συμφέροντα της ειρήνης και ασφάλειας;»
Ο Μακ Μάστερ προφανώς σκέφθηκε, έτσι από σκέτη αφέλεια, ότι
μ’ αυτές τις σκληρές φράσεις έδινε μια γροθιά και έβγαζε τους Ρώσους νοκ-άουτ.
΄Οποιο κι’ αν ήταν το παιχνίδι του Τραμπ για να βάλει μια σφήνα στις
σινο-ρωσικές σχέσεις, εκμεταλλευόμενος το ενδιαφέρον του Ξι  για «μια νέα σχέση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων»,
είναι παραλογισμός να πιστεύει ότι το Πεκίνο θα δεχόταν οποιαδήποτε διάβρωση
της σινο-ρωσικής συνεννόησης.
Το ζήτημα είναι πως, τόσο για την Κίνα όσο και για τη
Ρωσία, η υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα στη διεθνή πολιτική είναι να απωθήσουν
μακριά την αμερικανική ηγεμονία και εδώ δεν χωρεί ούτε τσιγαρόχαρτο μεταξύ τους
για το προβλεπτό μέλλον. Σε απλή διατύπωση, η σχέση αυτή εξασφάλισε και στις
δυο χώρες «στρατηγικό βάθος» για την προστασία των θεμελιωδών συμφερόντων τους,
ενώ  παράλληλα  μπορούν να διαχειρίζονται ειδικά θέματα  στις σχέσεις τους  με τις ΗΠΑ.
Ποτέ δεν θα μάθουμε αν η επίσκεψη του Λι Ζανσού είναι
επίσκεψη ρουτίνας, ή αποφασίσθηκε σε συσχετισμό με  την πονηρή επιχείρηση Τραμπ, για την εισαγωγή
δαιμονίων στις σινο-ρωσικές σχέσεις. Σε κάθε περίπτωση το Πεκίνο δείχνει να
καταβάλλει τη μέγιστη προσπάθεια να 
αποδείξει την υψηλότατη προτεραιότητα που αποδίδει στην διαφύλαξη της
απόλυτης αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τη Ρωσία.

Η επίσκεψη του Λι Ζανσού στη
Μόσχα και οι διαβουλεύσεις του στο Κρεμλίνο σίγουρα θα κάνουν τους Τραμπ και
Μακ Μάστερ να μοιάζουν με δυο κολοκύθες της επαρχίας που έχασαν τον δρόμο τους
για την πρωτεύουσα.
*Ο Μ.Κ. Bhadrakumar*είναι  Ινδός τέως διπλωμάτης, πρέσβεις μεταξύ πολλών
χωρών και στη Τουρκία και οξυδερκής αναλυτής της διεθνούς πολιτικής. Τα άρθρα
του αναδημοσιεύονται σε πολλά σοβαρά όργανα της διεθνούς δημοσιότητας.
Μετάφραση:
Μιχαήλ Στυλιανού

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Γενικά θέματα11 λεπτά πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις42 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Δημοφιλή