Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Ταμείο Υδρογονανθράκων: Ευχή ή κατάρα για την Κύπρο και πώς αξιοποίησε τους φυσικούς της πόρους η Νορβηγία

Δημοσιεύτηκε στις

Του Κωνσταντίνου Παπαλουκά
Σε δύο περίπου βδομάδες το νομοσχέδιο για το υπό σύσταση Ταμείο Υδρογονανθράκων οδεύει προς ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής και ο Υπουργός Οικονομικών προειδοποιεί πως αν αλλοιωθεί το πνεύμα και οι βασικές αρχές και κανόνες που διέπουν το συγκεκριμένο νομοθέτημα, θα θεωρηθεί ως αρνητική εξέλιξη από τους Οίκους Αξιολόγησης.
Μήπως, όμως, αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι οι Οίκοι Αξιολόγησης αυτοί καθ’ εαυτοί αλλά αν ο υπό σύσταση οργανισμός είναι πραγματικά απαλλαγμένος από τη φιλοσοφία που μας έφερε ως εδώ;

Ενώ περίπου 45% των συνολικών αποθεμάτων της Νορβηγίας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο έχουν πλέον εξαντληθεί, η σημασία του Νορβηγικού Ταμείου, με σημερινή αξία αγοράς $943 δισ. (€863 δισ., συμμετοχή σε 9.000 εταιρίες σε 78 χώρες) αυξάνεται καθώς για πρώτη φορά από την ίδρυσή του, στο πρώτο τρίμηνο του 2017, τα έσοδα από τις επενδύσεις πλέον υπερτερούν των συνολικών εισροών στο ταμείο, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων υδρογονανθράκων.
Η νορβηγική φιλοσοφία στη δημιουργία αυτού που ονομάστηκε αργότερα Νορβηγικό Μοντέλο, είναι ξεκάθαρη και φαίνεται ακόμη και στις πιο μικρές λεπτομέρειες. Για παράδειγμα στους «Άμεσους Φόρους»: πέραν της υφιστάμενης γενικής εταιρικής φορολογίας (24%), εκμεταλλευόμενοι την πετρελαϊκή κρίση του 1973 έθεσαν πρόσθετη φορολογία πετρελαίου (54%!).
Αναγνώρισαν πως οι υδρογονάνθρακες  είναι μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και κατ’ επέκταση πλούτου και έδωσαν όμως φορολογικά κίνητρα σε εταιρείες που είναι συνεπείς επενδυτές στη νορβηγική υφαλοκρηπίδα. Επίσης στους «Έμμεσους φόρους»: μετά την κατάργηση του θεσμού των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης (royalties) το 1986, παραμένουν εν ισχύ οι περιβαλλοντικοί φόροι ρύπων CO2 και NO2 που επιβαρύνουν τους διαχειριστές των εξορύξεων.
Έτσι, μαζί με τα έσοδα που έχει το Νορβηγικό Κράτος από τα μερίσματα της νορβηγικής πετρελαϊκής εταιρεία Statoil (το 67% των μετοχών ανήκει στο κράτος) και το μικτό εισόδημα που προέρχεται από τις επενδύσεις της αμιγώς κρατικής οντότητας Άμεσου Οικονομικού Συμφέροντος (State Direct Financial Interest), της οποίας η δημιουργία οφείλεται στην πρώην εγχώρια παντοδυναμία της Statoil, όλα αυτά αποτελούν στο σύνολό τους τις καθαρές εισροές Υδρογονανθράκων στο νορβηγικό κράτος.
Το Νορβηγικό Επενδυτικό Ταμείο σήμερα αποτελείται από δύο ξεχωριστά Ταμεία:
1Το Government Pension Fund Global το οποίο είναι το ανάλογο Ταμείο Υδρογονανθράκων το οποίο θέλουμε να φτιάξουμε, και είναι το πιο σημαντικό από τα δύο λόγω μεγέθους (αποθεματικό αξίας €877 δισ. τέλος 2016) και στρατηγικής. Παρόλο που το Υπουργείο Οικονομικών της Νορβηγίας είναι επίσημα ο ιδιοκτήτης του Ταμείου, το ταμείο το διαχειρίζεται η Νορβηγική Τράπεζα Διαχείρισης Επενδύσεων. Το Ταμείο επενδύει σε όλο τον κόσμο εκτός από τη Νορβηγία, για αποφυγή της Ολλανδικής Ασθένειας, δηλαδή την υπερθέρμανση της οικονομίας και την απώλεια της ανταγωνιστικότητας άλλων τομέων της.
2Το Government Pension Fund Norway, σημαντικά μικρότερο από το πρώτο, (αποθεματικό αξίας €24,78δισ. τέλος 2016) το διαχειρίζεται ο ανεξάρτητος οργανισμός Folketrygdfondet. Αντίθετα με το Global, επενδύει κυρίως στη Νορβηγία και σε άλλες Σκανδιναβικές Χώρες. Αυτό είναι κάτι ανάλογο με το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ) που στη δικιά μας περίπτωση θα μπορούσε να επενδύει εντός Κύπρου αλλά και σε χώρες της Ανατολικής Μεσογείου (EastMed) π.χ. Ισραήλ κτλ.
Οι Νορβηγοί νομοθέτες έχοντας αναγνωρίσει το μεγαλύτερο πρόβλημα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών που δεν είναι άλλo από τη ροπή των κυβερνώντων να αυξάνουν τις δαπάνες κατά τις περιόδους «ευφορίας», προχώρησαν στη θέσπιση ενός δημοσιονομικού κανόνα o οποίος βάζει φρένο στην εκάστοτε κυβέρνηση στο να εκταμιεύει περισσότερο από το 4% του εκτιμώμενου προσδοκώμενου ετήσιου κέρδους του Ταμείου στον ετήσιο προϋπολογισμό του κράτους, για κάλυψη του μη-πετρελαϊκού ελλείμματος (ελλείμματος που δεν συνδέεται με δραστηριότητες υδρογονανθράκων).
Τα στατιστικά έδειξαν πως το μη-πετρελαϊκό δημοσιονομικό έλλειμμα όχι μόνο δεν αυξήθηκε σε περιόδους πολύ υψηλών πετρελαϊκών τιμών, αλλά το αντίθετο. Οι Νορβηγοί έκτισαν λοιπόν ένα Επενδυτικό Ταμείο το οποίο οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα ή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θεωρούν σήμερα ταμείο υπόδειγμα και από το οποίο μπορεί να υιοθετηθούν «βέλτιστες πρακτικές» για νέες χώρες που μπαίνουν στην εκμετάλλευση των Υδρογονανθράκων τους, όπως και για την Κύπρο.
Η σημερινή κυπριακή πραγματικότητα προσγειώνει απότομα. Μερικές βδομάδες πριν την ψήφιση του Νομοσχεδίου για την ίδρυση του δικού μας Ταμείου Υδρογονανθράκων, το δικό μας σημερινό αποθεματικό του ΤΚΑ έχει πραγματικά κεφάλαια €286,6 εκατομμύρια τα οποία είναι «κατατεθειμένα» στο Γενικό Λογιστήριο με μηδενικό επιτόκιο! Τα υπόλοιπα €7,06 δισ. τα οποία θα έπρεπε να είναι στο αποθεματικό του ταμείου έχουν ξοδευτεί μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, δηλαδή τα χρήματα των ασφαλιζόμενων σήμερα δεν υπάρχουν.
Η πικρή αλήθεια είναι ότι επειδή η Τρόικα δεν τα θεώρησε μέρος του συνολικού χρέους, η Κυπριακή Κυβέρνηση είναι απλώς υποχρεωμένη να τα δηλώνει.
Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε πως το 2007 μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου εκπονήθηκε μελέτη από την Παγκόσμια Τράπεζα για τη Νέα Επενδυτική Πολιτική του Ταμείου.
Σύμφωνα με τη Μελέτη, οι κυριότερες εισηγήσεις αφορούσαν «τη σταδιακή δημιουργία ενός Εθνικού ταμείου με «πραγματικό αποθεματικό» το οποίο θα επενδύεται σε επενδύσεις με υψηλότερες αποδόσεις και χαμηλό/σταθμισμένο επενδυτικό κίνδυνο και στη σύσταση ενός Ανεξάρτητου Δημόσιου Οργανισμού, με κύρια αρμοδιότητα την εφαρμογή και παρακολούθηση της επενδυτικής πολιτικής του Εθνικού Ταμείου». Δηλαδή έναν ανάλογο οργανισμό όπως το Folketrygdfondet για το Government Pension Fund Norway.
Αντί αυτού μετά από 10 χρόνια και μετά από τη χρεοκοπία της Κυπριακής Δημοκρατίας για €7 δισ. (συγκριτικά τα έσοδα της Κυπριακής Οικονομίας από τις πολιτογραφήσεις την περίοδο 2013-2016 είναι €3,3 δισ.) και σε αντίθεση με το τι προνοούν οι βέλτιστες πρακτικές και η Μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2007 από την Παγκόσμια Τράπεζα, οι εξουσίες συνεχίζουν να συγκεντρώνονται στον εκάστοτε Υπουργό Οικονομικών τον οποίο πλαισιώνει ένα Διοικητικό Συμβούλιο 21 μελών με κανένα απολύτως ρόλο και δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεων του. Μήπως ελλοχεύουν παρεμφερείς κίνδυνοι για το υπό σύσταση Ταμείο Υδρογονανθράκων και τι μάθαμε από τη διαχείριση του ΤΚΑ;
Μπορεί η Κύπρος να παραδειγματιστεί από τη Νορβηγία;
Το ερώτημα το οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι, μπορεί η Κύπρος, οι Κύπριοι και οι πολιτικοί οι οποίοι τους εκπροσωπούν, να παραδειγματιστούν από τους Νορβηγούς κατά τη Δημιουργία του δικού τους Εθνικού Ταμείου Υδρογονανθράκων; To Νορβηγικό Ταμείο Υδρογονανθράκων (Government Pension Fund Global) προστατεύεται ως ανεξάρτητη μονάδα της Κεντρικής Τράπεζας, εποπτεύεται από το Υπουργείο Οικονομικών και παρακολουθείται από τη Βουλή, σε ένα πολύ διακριτό σύστημα που δεν αφήνει χώρο για αβεβαιότητα στις αρμοδιότητες και διασφαλίζει μέσω ενός ομαλού ρυθμιστικού πλαισίου τα ονομαζόμενα «επίπεδα εξισορροπημένου ελέγχου» (checks and balances).  Μπορεί το «Νομοσχέδιο περί του Εθνικού Ταμείου Επενδύσεων και του Κυπριακού Οργανισμού Διαχείρισης Επενδύσεων και για συναφή θέματα Νόμος του 2017» να αποτελέσει το θεμέλιο λίθο για το αύριο, προκειμένου να λειτουργήσουν οι Υδρογονάνθρακες ως ευχή και όχι ως κατάρα για την Κύπρο, για τις σημερινές και τις μελλοντικές γενεές;
1 Το Κυπριακό χρέος
Σε αντίθεση με τη Νορβηγία, στους στόχους ίδρυσης του Κυπριακού Ταμείου Επενδύσεων περιλαμβάνεται και ο στόχος της μείωσης του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης και κατά συνέπεια της ενίσχυσης της συμμόρφωσης, σύμφωνα με την αποκαλούμενη «αρχή της βιωσιμότητας». Αυτό σημαίνει «τη διασφάλιση ότι οι δαπάνες, ο δανεισμός και το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης είναι διαχειρίσιμα, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και δεν επιβάλλεται άδικο βάρος στις μελλοντικές γενιές».
Το εύλογο ερώτημα εδώ είναι το εξής: Αν οι σημερινές γενεές έχουν προκαλέσει οι ίδιες το χρέος με τις επιλογές τους, με το να χρησιμοποιούνται τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες που θα έρθουν στο μέλλον για την πληρωμή του χρέους που δημιούργησαν, ελαφρύνουμε με αυτό τον τρόπο το άδικο βάρος που θα υποστούν οι μελλοντικές γενεές;
Ή μήπως αν τα έσοδα αυτά επενδυθούν σε χαρτοφυλάκια του εξωτερικού, όπως οφείλει να κάνει το Ταμείο, θα είχαμε καλύτερα αποτελέσματα και ίσως θα έπρεπε λόγω των σταθερών ροών εσόδων από τους υδρογονάνθρακες να φροντίσουμε την επιμήκυνση του χρέους αυτού; Ποιο είναι το διαφυγόν κέρδος του να πηγαίνουν αυτά τα έσοδα στη δανειακή σύμβαση με επιτόκιο 2,5%+Euribor από το να επενδύονται σε χαρτοφυλάκια χαμηλού επενδυτικού κινδύνου όπως συμβαίνει με το ταμείο της Νορβηγίας (ετήσιες επιστροφές της τάξεως του 5,8%
Δεν θα έπρεπε η αποπληρωμή του δανείου να γίνεται με ίδια έσοδα της Κυπριακής Δημοκρατίας μιας και η Κύπρος μετά τη συμμόρφωσή της και την επιστροφή της στην Ανάπτυξη έχει αναπτύξει τέτοιες ικανότητες παραγωγής πλεονασμάτων, έχοντας να επιδείξει ρυθμό ανάπτυξης 3,3% το πρώτο τρίμηνο του 2017 και σχεδόν διπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωζώνης;
Για ποιο λόγο πρέπει οι παρούσες γενεές να ωφελούνται εις βάρος των μελλοντικών,  κυρίως όταν το χορό για τις ενεργειακές εξελίξεις έχουν σύρει οι υπόλοιπες χώρες γύρω μας (Ισραήλ και Αίγυπτος); Οι σημερινές γενεές, αντιθέτως ως ακόλουθοι και όχι δημιουργοί των εξελίξεων, σε σχέση με τις γειτονικές χώρες, προσπάθησαν εμμονικά να πολιτικοποιήσουν την ενέργεια προκαλώντας κοστοβόρες καθυστερήσεις.
Παραθέτω απλώς την ανακοίνωση του παρακαμπτήριου Αγωγού Τουρκίας-Ισραήλ η οποία σήμερα προτείνεται πλέον ως βέλτιστη λύση από πολλούς, όταν για χρόνια λαϊκίζαμε μέσω διακηρύξεων πως για να περάσει ο αγωγός θα πρέπει αναγκαστικά να λυθεί το Κυπριακό. Πέραν της προκήρυξης των 3 γύρων αδειοδότησης  κανείς δεν έχει μεριμνήσει για τη διασύνδεση των κοιτασμάτων με τις αγορές.
Χωρίς αυτό πώς θα εξασφαλιστεί η εμπορική αξιοποίηση των κοιτασμάτων των εταιρειών που εμπλέκονται συμπεριλαμβανομένης και της ΕΥΚ (μέσω των συμβολαίων αναλογικού καταμερισμού); Πώς θα διασφαλιστούν τα έσοδά τους και κατ’ επέκταση  τα έσοδα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Όταν η γεωπολιτική της περιοχής φλέγεται και καθορίζεται το μέλλον των επόμενων 100 χρόνων (Sykes-Picot) και με τα γεωλογικά δεδομένα της περιοχής να λένε με κάθε ευκαιρία το αντίθετο, εμείς παραμείναμε στο στείρο «ας βρούμε πρώτα και μετά βλέπουμε και κάνουμε»…
Συνεπώς τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες πρέπει να τα διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού γιατί αναλόγως της αύξησης των εισροών ακόμη και με την υπόθεση μιας σταθερής απόδοσης το χρόνο (π.χ. 4%) οι ετήσιες απολαβές από τις επενδύσεις θα αυξάνονται (βλ. γαλάζια γραμμή διαγράμματος αρ. 2).
Με το να θεωρούμε πως τα έσοδα των υδρογονανθράκων θα «ξελασπώνουν» για οποιοδήποτε λόγο το κράτος από τις δανειακές συμβάσεις του παρελθόντος, αυτό μεταφράζεται ως επανάπαυση των παρουσών γενεών και κυβερνήσεων, ώστε να είναι λιγότερο αποδοτικές στη μη σχετιζόμενη με υδρογονάνθρακες οικονομία. Ακόμη και αν θεωρούσαμε πως λόγω αυξημένων δανειακών υποχρεώσεων θα πρέπει κάποια από τα έσοδα να συμπληρώνουν την αποπληρωμή των χρεών των προηγούμενων γενεών, αυτό θα έπρεπε να γίνεται από τις ετήσιες αποδόσεις του ταμείου  και όχι από τα «έτοιμα» έσοδα υδρογονανθράκων.
Με αυτό τον τρόπο το Ταμείο θα είχε αυξημένο κίνητρο να παράγει και να αυξάνει τον πλούτο (με σταθμισμένο κίνδυνο πάντα) και θα αποκτούσε το ρόλο που του αρμόζει. Για να γίνει αυτό προϋποθέτει πρόσληψη μελών στο Διοικητικό Συμβούλιο που θα είναι πλήρως αφοσιωμένοι στο στόχο αυτό σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης  και όχι PART-TIME(!) Εάν αποφασίσαμε πως για τους δικούς μας λόγους, όποιοι και αν είναι αυτοί, δεν θέλουμε το Ταμείο κάτω από τη διοίκηση της Κυπριακής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία διαθέτει Εκτελεστικούς Συμβούλους σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, μήπως αυτό αφήνει χώρο για να κάνει κάποιος άλλος τη δουλειά τους;
Συνοψίζοντας λοιπόν, ας πηγαίνουν πρώτα οι αποδόσεις του Ταμείου σε αποπληρωμή χρέους και όχι σε κάλυψη του μη-πετρελαϊκού ελλείμματος του ετησίου προϋπολογισμού. Μόνο όταν έρθει το χρέος σε ένα επιθυμητό επίπεδο τότε θα μπορούσαν οι αποδόσεις να καλύπτουν το δημοσιονομικό έλλειμμα του ετησίου προϋπολογισμού όπως συμβαίνει και στη Νορβηγία.
2 Τα μπόνους υπογραφής
Η παρούσα Κυβέρνηση, όπως και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στον α’ και β’ γύρο αδειοδοτήσεων αντίστοιχα, είχε πανηγυρίσει δεόντως την ολοκλήρωση του γ’ γύρου αδειοδότησης αναγγέλλοντας στον κόσμο το «μπόνους υπογραφής» των 103,5 εκατ. ευρώ ως άμεσο οικονομικό όφελος προς το κράτος. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με το Μνημόνιο Συναντίληψης για Δεσμευτική Ειδική Οικονομική Πολιτική το οποίο έχει υπογράψει η παρούσα Κυβέρνηση με τους δανειστές μας, υπάρχει δέσμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με την οποία «κατά την περίοδο του προγράμματος, έσοδα από μετρητά πέραν των προβλέψεων του προγράμματος, περιλαμβανόμενων απροσδόκητων κερδών, θα φυλαχθούν ή θα χρησιμοποιηθούν για μείωση του χρέους». Σύμφωνα με υποσημείωση που υπάρχει στο Μνημόνιο: «Απροσδόκητα κέρδη που συνδέονται με υδρογονάνθρακες θα σημαίνουν μόνο τα τέλη αδειών για ερευνητικά τεμάχια ή τα συναφή μπόνους υπογραφής για έρευνες σε αυτά». Το ίδιο ακριβώς μεριμνούν να ξεκαθαρίσουν και οι μεταβατικές διατάξεις των κανονισμών του υπό ψήφιση νομοσχεδίου κατά τις οποίες αυτά τα έσοδα θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μείωση του δημόσιου χρέους.
Μήπως τα μπόνους των υπογραφών για τα οποία η εκάστοτε κυβέρνηση περήφανα ανακοινώνει μετά το πέρας του κάθε γύρου αδειοδότησης θα έπρεπε να φυλαχθούν, σε ένα «Ταμείο Απροσδόκητων Κερδών»; Με απελευθέρωση αντίστοιχου ποσού από τον προϋπολογισμό του κράτους θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ισχυρή και μη πολιτικοποιημένη εταιρεία, η οποία να μπορεί να καθορίζει στρατηγική, να μπορεί να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για τα τόσο απαραίτητα έργα υποδομής (π.χ. pre-FEED study για αγωγό προς Αίγυπτο ανάλογου αυτού που κάνει η κοινοπραξία EDISON/DEPA για τον αγωγό EastMed), ώστε να σταματήσουμε να είμαστε ουραγός των εξελίξεων ακολουθώντας παθητικά τα πλάνα των εταιρειών. Όταν ξεκινήσουν οι εισροές από τους υδρογονάνθρακες, τότε θα μπορούσε να γίνει ακόμη και η επιστροφή όλου του ποσού που συγκεντρώθηκε στο «Ταμείου Απροσδόκητων Κερδών» στο ταμείο της Κυπριακής Δημοκρατίας, προσαρμοσμένου στην πραγματική αξία με βάση την ημέρα επιστροφής.
Ποιος είναι ο πολλαπλασιαστικός παράγοντας (multiplying factor) για απορρόφηση των μπόνους και των άλλων «απροσδόκητων κερδών» από το χρέος και ποιος o αντίστοιχος αν τα έσοδα αυτά δρομολογηθούν κατόπιν σωστού προγραμματισμού για τη δημιουργία ενός ισχυρού οργανισμού που θα μπορεί να στέκει αντάξια δίπλα στους ενεργειακούς κολοσσούς τώρα που οι αποφάσεις υποδομής θα καθορίσουν και το ενεργειακό παιχνίδι των επόμενων ετών; Θα έπρεπε, εκτός από τις προοπτικές εργοδότησης εγχώριου δυναμικού, πρώτα να επιδιώξουμε να φέρουμε τους καλύτερους από όλο τον κόσμο, όπως έλεγε και ο αείμνηστος Mάικ Οικονομίδης, και μετά να ακολουθήσουμε την πορεία «κυπροποίησης» της ΕΥΚ (ανάλογης του Saudization της Saudi Aramco).
3 Εισροές
Στη Νορβηγία οι καθαρές εισροές από τις Δραστηριότητες Υδρογονανθράκων μεταφέρονται στο Ταμείο στην ολότητά τους. Μετά από απόφαση της Βουλής (Storting) το καθορισμένο ποσό εκρέει για να καλύψει το υπόλοιπο τμήμα του μη-πετρελαϊκού ελλείμματος του Κρατικού Προϋπολογισμού. Στην Κύπρο όλα τα έσοδα της Δημοκρατίας, μετά την αφαίρεση εξόδων για δραστηριότητες υδρογονανθράκων, κατατίθενται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας και καταχωρούνται στα σχετικά άρθρα εσόδων του Προϋπολογισμού. Μετά την αφαίρεση των λειτουργικών εξόδων για τη διαχείριση του Εθνικού Ταμείου Επενδύσεων όλο το υπόλοιπο ποσό μεταφέρεται στο Εθνικό Ταμείο Επενδύσεων.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα εξής:
1) Από πού και ώς πού τα λειτουργικά έξοδα για τη Διαχείριση του Εθνικού Ταμείου Επενδύσεων πληρώνονται από τα έσοδα από υδρογονάνθρακες;
2) Τι ακριβώς περιλαμβάνουν τα έξοδα για δραστηριότητες υδρογονανθράκων; Δεν θα έπρεπε να είναι μέρος του ετησίου προϋπολογισμού της Εταιρείας Υδρογονανθράκων Κύπρου; H ερώτηση εδώ είναι αν το Κοινοβουλευτικό Σώμα έχει καταλάβει τι εκπροσωπεί ο οργανισμός που ονομάζεται SDFI (κρατικός οργανισμός διαχείρισης asset) και για ποιο λόγο είχε ιδρυθεί (δηλ. πιθανή κακή μετάφραση).
4 Κύπρος σε καραντίνα λόγω κινδύνου προσβολής από «ασθένεια της νορβηγικοποίησης»
Το πιο σημαντικό ζήτημα για τη δημιουργία του Κυπριακού Επενδυτικού Ταμείου είναι η δομή του Ταμείου που αποτελεί και τη ρίζα του προβλήματος. Παρόλο που στο Μνημόνιο, το οποίο υπογράψαμε με τους δανειστές μας, δεσμευτήκαμε πως «θα θεμελιώσουμε ένα πλαίσιο για τη διαχείριση των φυσικών πόρων σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές» και παρόλο που για τη «διασφάλιση της διαφάνειας και της λογοδοσίας», δεσμευτήκαμε ότι «η νομική βάση του πλαισίου και η δομή διακυβέρνησης θα βασίζονται σε διεθνώς αναγνωρισμένες βέλτιστες πρακτικές», φαίνεται πως τα πράγματα πήρανε άλλη τροπή. Ο διεθνούς κύρους Νορβηγός εμπειρογνώμονας για ταμεία επενδύσεων Martin Skancke, τον οποίο είχε καλέσει η ίδια η κυπριακή Κυβέρνηση στην τεχνική επιτροπή που θα διαμόρφωνε τον τελικό νόμο, σε απαντητική επιστολή του προς τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, επισήμανε τις ανησυχίες του για τις ασάφειες οι οποίες ακόμη και σήμερα υπάρχουν στο τελικό κείμενο του νόμου. Η μεγαλύτερη επιτυχία του νορβηγικού μοντέλου είναι η δομή του η οποία λόγω των πολλαπλών επιπέδων εξισορροπημένου ελέγχου δεν επιτρέπει παρεμβάσεις από την εκάστοτε κυβέρνηση, κινείται πάντα με μακροπρόθεσμο πλάνο, ενώ κάθε σημαντική απόφαση χρειάζεται την πολιτική ομοφωνία της Βουλής. Σε αντίθεση, το δικό μας νομοσχέδιο έχει σκοπό να αποδώσει υπερεξουσίες στον εκάστοτε υπουργό Οικονομικών, έχει ελαχιστοποιήσει τις εξουσίες της Βουλής, χωρίς να έχουν ληφθεί οι απαραίτητες δικλίδες ώστε το Συμβούλιο του Οργανισμού να είναι ανεξάρτητο και όχι πολιτικοποιημένο. Όπως προτάσσει το νορβηγικό μοντέλο οι αποφάσεις που πρέπει να παίρνονται για το Ταμείο πρέπει να αποσκοπούν σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, δηλ. να μην είναι 5ετίας ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία ομφάλιου λώρου μεταξύ υπουργού/υπουργείου και του υπό σύσταση Κυπριακού Οργανισμού Διαχείρισης Επενδύσεων (ΚΟΔΕ).
Η Νορβηγία
Ο οργανισμός ο οποίος διαχειρίζεται το Νορβηγικό Ταμείο Υδρογονανθράκων είναι ο «Διαχειριστής Επενδύσεων της Κεντρικής Τράπεζας της Νορβηγίας», ο οποίος ανήκει στη Νορβηγική Κεντρική Τράπεζα που θεωρείται πραγματικά ανεξάρτητος οργανισμός, αδιαμφισβήτητα από όλους τους κομματικούς χώρους.
Όλη η διαχείριση του Νορβηγικού Ταμείου Υδρογονανθράκων είναι βασισμένη στο ότι το Κοινοβούλιο (Storting), το υπουργείο Οικονομικών και το συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας έχουν ξεχωριστούς και ξεκάθαρα διαχωρισμένους ρόλους από την κορυφή (Κοινοβούλιο) μέχρι τον κατώτατο διευθυντή στη βάση της πυραμίδας. Η ανάθεση καθηκόντων και εξουσιοδοτήσεων κατευθύνεται προς τα κάτω του συστήματος, ενώ η αναφορά των αποτελεσμάτων και των κινδύνων έχει αντίστροφη κατεύθυνση (βλ. Σχήμα 2.3)
Κομβικής σημασίας είναι πως το Συμβούλιο Κυβερνητών της Κεντρικής Τράπεζας υπόκειται σε απευθείας έλεγχο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, το οποίο επίσης διορίζει τον Ελεγκτή της Κεντρικής Τράπεζας.
Μία καθαρή και ανθεκτική δομή διακυβέρνησης είναι εξαιρετικής σημασίας ώστε να εφαρμόζει τη στρατηγική και να μειώνει τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων. Από τη μία η δομή διακυβέρνησης πρέπει να ισχυροποιήσει τη στρατηγική και το ρίσκο με τους ιδιοκτήτες του Ταμείου, οι οποίοι εκπροσωπούνται από την Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο. Από την άλλη πρέπει να υπάρχει επαρκής ανάθεση εξουσιοδότησης που να διασφαλίζει πως εν εξελίξει αποφάσεις στην επιχειρησιακή διαχείριση μπορούν να λαμβάνονται κοντά στις αγορές στις οποίες επενδύεται το Ταμείο. Αυτό το ισοζύγιο επιτυγχάνεται από το γεγονός ότι οι κομβικές αποφάσεις τοποθετούνται στην Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο προτού συμπεριληφθούν στην Ετήσια Αναφορά του Government Pension Fund.
Παράλληλα, η εντολή από το υπουργείο Οικονομικών είναι ουσιαστικά βασισμένη σε αρχές και πλαίσια. Το υπουργείο Οικονομικών έχει αναπτύξει το «Τμήμα Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων» (Asset Management Department) το οποίο από το 2006 είναι υπεύθυνο για τις εργασίες του υπουργείου στο νορβηγικό Ταμείο και την ενδυνάμωση της διοίκησης των δύο οργανισμών του Ταμείου Υδρογονανθράκων και του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Ο ρόλος του είναι κεντρικός, μιας και οι αρμοδιότητές του συμπεριλαμβάνουν την επενδυτική στρατηγική για τα ταμεία, την αξιολόγηση της επιχειρησιακής διοίκησης από τη νορβηγική Κεντρική Τράπεζα για το Ταμείο Υδρογονανθράκων και του National Insurance Scheme Fund για το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως επίσης για την ανάπτυξη και κατευθυντήριων γραμμών ηθικής. Οι κομβικές όμως αποφάσεις πάνω στη στρατηγική του Ταμείου σταθμίζονται πρώτα εντός νορβηγικού Κοινοβουλίου. Η επενδυτική εντολή που καθορίζεται από το υπουργείο Οικονομικών έχει τη βάση του πάνω στις διαβουλεύσεις του Κοινοβουλίου.
Αυτό που απουσιάζει από το κυπριακό Ταμείο Υδρογονανθράκων είναι ο κρίσιμος ρόλος του κοινοβουλευτικού Σώματος και αυτή τη φορά δεν μπορούμε να κρυφτούμε πίσω από τη δικαιολογία του Συντάγματος.
*Ειδικός  σε θέματα Ενεργειακής Πολιτικής, Πρώην Συνεργάτης της Δεξαμενής Σκέψης του Παν. του Χάρβαρντ
ΠΗΓΗ: https://www.apopseis.com/tamio-ydrogonanthrakon-efchi-i-katara-ke-pos-axiopiise-tou-fysikous-tis-porous-i-norvigia/

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή