Διεθνή
Είναι οι ΗΠΑ και το Ιράν σε πορεία σύγκρουσης στη Συρία;
να αποτρέψουν την αμερικανική επιρροή στη Συρία, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε
σύντομα να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δεύτερο μέτωπο.
αεροπορική επίθεση των ΗΠΑ εναντίον των μαχητών, που υποστηρίχθηκαν από το Ιράν
στη νότια Συρία την περασμένη εβδομάδα, αντιπροσωπεύει μια ευμετάβλητη νέα φάση
της σύγκρουσης, που θα μπορούσε να προκαλέσει μια ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ
των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν και των συμμάχων τους στην περιοχή.
Μέχρι το
κτύπημα της περασμένης εβδομάδας, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν κατάφερναν
να αποφεύγουν μια άμεση αντιπαράθεση στο Ιράκ και τη Συρία, όπου ο καθένας έχει
εκατοντάδες στρατιωτικούς συμβούλους στην περιοχή, ενεταγμένους στις τοπικές
δυνάμεις. Στο Ιράκ, μοιράζονται έναν τον κοινό εχθρό του Ισλαμικού Κράτους. Στη
Συρία, οι δύο πλευρές διεξάγουν δύο διάφορετικούς πολέμους: τα αεροσκάφη των
ΗΠΑ και οι δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων μάχονται για την ανατροπή των μαχητών
του Ισλαμικού Κράτους, ενώ το Ιράν υποστηρίζει το συριακό καθεστώς, εναντίον
των δυνάμεων της αντιπολίτευσης σε έναν πολύπλευρο εμφύλιο πόλεμο.
τα ερείσματα του Ισλαμικού Κράτους αποδυναμώνονται, οι Ηνωμένες Πολιτείες και
το Ιράν αντιπαρατίθενται ολοένα και περισσότερο, καθώς οι τοπικοί εταίροι τους
αγωνίζονται για τον έλεγχο κρίσιμων εδαφών, κατά μήκος των συνόρων Συρίας και Ιράκ.
αεροπορική επιδρομή της 18ης Μαΐου, αμερικανικά F-16 έπληξαν ένα κομβόι σιιτών
μαχητών, εξοπλισμένων άπο το Ιράν, οι οποίοι δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τις
προειδοποιήσεις, ώστε να παραμείνουν μακριά από μια βάση στο al-Tanf, κοντά στα
σύνορα Ιορδανίας και Ιράκ, η οποία χρησιμοποιείται από τις Αμερικανικές και τις
Βρετανικές Ειδικές δυνάμεις, όπου εκπαιδεύουν τοπικές πολιτοφυλακές που
μάχονται εναντίον του ισλαμικού κράτους. Η αεροπορική επιδρομή σηματοδότησε την
πρώτη φορά που οι δυνάμεις των ΗΠΑ στόχευσαν πληρεξούσιους του Ιράν στη Συρία.
Λίγες μέρες αργότερα, οι ιρανοί πληρεξούσιοι επέστρεψαν στην περιοχή και τα
αεροπλάνα των ΗΠΑ τους εκφόβισαν, ως σαφής προειδοποίηση για απομάκρυνση,
δήλωσε το Πεντάγωνο την Τρίτη.
στρατιωτικοί επιχείρησαν να υποβαθμίσουν τα περιστατικά, λέγοντας ότι η
αεροπορική προσβολή ήταν απλώς ζήτημα προστασίας των αμερικανικών δυνάμεων
ειδικών επιχειρήσεων στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας.
αλλαγή στρατηγικής”, δήλωσε ένας ανώτερος αμερικανός στρατιωτικός, ο
οποίος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας.
στρατηγική των ΗΠΑ, υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τράμπ και τον πρώην Πρόεδρο Μπαράκ
Ομπάμα, έχει επικεντρωθεί στην επικράτηση επί των δυνάμεων του ισλαμικού
κράτους στο πεδίο της μάχης και στην αποστέρησή τους από εδάφη στο Ιράκ και τη
Συρία. Με εξαίρεση τα πυραυλικά κτυπήματα κατά της Συρίας τον περασμένο μήνα σε
αντίποινα για τη χρήση χημικών όπλων, η διοίκηση Trump έχει μέχρι στιγμής
επιλέξει να μην έλθει σε στρατιωτική αντιπαράθεση με το συριακό καθεστώς του
Μπασάρ αλ-Ασαντ ή τους προστάτες του – το Ιράν και τη Ρωσία .
απωθήσει το ισλαμικό κράτος σε μεγάλο μέρος της βορειοανατολικής Συρίας, οι
αμερικανοί διοικητές είναι αποφασισμένοι να απομακρύνουν τους μαχητές από τον
τελευταίο αστικό προπύργιό τους, τη Raqqa. Μια αμερικανικά εξοπλισμένη και εκπαιδευμένη δύναμη Κούρδων
και Αράβων μαχητών άρχισε να περικυκλώνει την Raqqa και, αφότου πέσει η πόλη, Αμερικανοί αξιωματικοί ελπίζουν να
κυνηγήσουν το ισλαμικό κράτος στην ανατολική επαρχία Deir Ezzor και την κοιλάδα
του ποταμούΕυφράτη, όπου η οργάνωση διατηρεί ακόμη τις δυνάμεις της.
Ιράν ανησύχησε λόγω της αυξανόμενης παρουσίας ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη
νότια Συρία και για την προέλαση των κουρδικών και αραβικών στρατευμάτων στο
πεδίο της μάχης. Το Ιράν επιθυμεί να εξασφαλίσει ένα διάδρομο που θα συνδέει
την Τεχεράνη και τη Βαγδάτη με τη Συρία και το Λίβανο και τα κρατικά μέσα
ενημέρωσης της Τεχεράνης ισχυρίστηκαν ότι οι δυνάμεις των ΗΠΑ βρίσκονται στη
μεθοριακή περιοχή για να εμποδίσουν τις οδούς υποστήριξης του Ιράν.
απάντηση, η Τεχεράνη έχει αναπτύξει χιλιάδες αφγανούς και ιρακινούς σιίτες
μαχητές, και τις τελευταίες εβδομάδες έστειλε 3.000 στρατεύματα της Χεζμπολάχ
του Λιβάνου στη νοτιοανατολική περιοχή μεταξύ al-Tanf και Deir Ezzor, σύμφωνα
πάντα με αναφορές από το πρακτορείο ειδήσεων Fars, φίλα προσκείμενο στο Σώμα Επαναστατικών Φρουρών του Ιράν .
στρατεύματα της Χεζμπολάχ στάλθηκαν στην περιοχή Al-Tanf “για να προετοιμάσουν το
συριακό στρατό και τους συμμάχους του για την αποτροπή των αμερικανικών σχεδίων
στην περιοχή και την εδραίωση ασφάλειας στον δρόμο Παλμύρας-Βαγδάτης”,
γράφει το Fars, μόλις
λίγες ώρες πριν από την αεροπορική επιδρομή των ΗΠΑ. Θα μπορούσαν επίσης να
χρησιμεύσουν ως δύναμη αποκλεισμού των μαχητών που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ,
απο το να προωθηθούν βορειότερα από τη al-Tanf.
κλιμακούμενες εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης στη Συρία, συνέπεσαν με
την αυστηρότερη ρητορική του Προέδρου Trump που απευθύνεται στο Ιράν. Σε ομιλία
του αυτή την εβδομάδα στη Σαουδική Αραβία, ο Τράμπ χαρακτήρισε το Ιράν ως πηγή
«καταστροφής και χάους» και κάλεσε τις χώρες της περιοχής να σχηματίσουν ένα
ενωμένο μέτωπο ενάντια στην Τεχεράνη.
Τραμπ είχε υποσχεθεί να υιοθετήσει μια επιθετική στάση απέναντι στην Τεχεράνη,
ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να αναθεωρεί την πολιτική του έναντι του Ιράν και η
κυβέρνηση δεν έχει ακόμη εκπονήσει τους στόχους των ΗΠΑ κατά μήκος των συνόρων
Συρίας-Ιράκ.
έχει μια λεπτομερή στρατηγική για τη διαχείριση της παρουσίας της και των
συμμάχων της στην ανατολική Συρία”, δήλωσε ο Ρόμπερτ Φορντ, πρώην
πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Συρία και τώρα μέλος του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής.
προσεκτική, πρόκειται να αντιμετωπίσει δυσκολίες. Φαίνεται ότι υπάρχει
πιθανότητα περισσότερων συγκρούσεων.
“
Trump έδωσε στον αμερικανικό στρατό την εντολή να εδραιώσει περίπου 1.000
στρατιώτες – κυρίως δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων – στη Συρία, διαμοιρασμένων
μεταξύ αρκετών μικρών προφυλακών στον κουρδικό βορρά, μιας βάσης Πεζοναυτών
κοντά στην Raqqa και στο
al-Tanf στο νότο. Αυτές οι μικρές προφυλακές απέχουν εκατοντάδες χιλιόμετρα,
στα οποία το Ισλαμικό Κράτος χάνει σταθερά τον έλεγχο και οι δυνάμεις του
καθεστώτος και οι Ιρανοί σύμμαχοί τους θεωρούν εύφορο έδαφος για να
αποκαταστήσουν τον έλεγχο της συριακής κυβέρνησης.
συνασπισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ παρακολουθεί προσεκτικά τις πολιτοφυλακές.
Ένας αξιωματούχος Άμυνας των ΗΠΑ ανέφερε στο Foreign Policy, ότι παρακολουθούν τις
πολιτοφυλακές κατά μήκος της ανατολικής πορείας τους προς το Deir Ezzor, όπου η
συριακή κυβέρνηση διατηρεί ένα σημαντικό – αν και απομονωμένο – στρατιωτικό
φυλάκιο. Η βάση αυτή έχει εδώ και καιρό αποκοπεί από άλλες περιοχές ελέγχου του
καθεστώτος και μπορεί να τροφοδοτείται μόνο από αεροπορικές ρίψεις, αλλά
πρόσφατα ενισχύθηκε από περίπου 1.000 Σύριους στρατιώτες, δίνοντας στο καθεστώς
στη Δαμασκό κάποια δύναμη στην περιοχή.
στρατιωτικοί έχουν πει απο καιρό ότι αναμένουν το Ισλαμικό Κράτος να υποχωρήσει
στην κοιλάδα του ποταμού Ευφράτη ,που συνδέει τη Ράκκα με τα ιρακινά σύνορα και
τα αεροσκάφη των ΗΠΑ και του συνασπισμού κτυπούν στόχους του ISIS στην κοιλάδα
εδώ και μήνες. Τα αεροπλάνα των ΗΠΑ πραγματοποίησαν περισσότερες αεροπορικές επιδρομές
στην περιοχή αυτήν την εβδομάδα.
τους μαχητές των πολιτοφυλακών, που υποστηρίζονται από το Ιράν, παραμένουν στη
περιοχή κοντά στο al-Tanf, παρά την αεροπορική επιδρομή των ΗΠΑ και την
προειδοποίηση του περασμένου Σαββατοκύριακου. “Αν επαναλάβουν την προέλασή τους, οι δυνάμεις συνασπισμού θα
υπερασπιστούν τον εαυτό τους”, δήλωσε ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου, κ. Jeff Davis, σε δημοσιογράφους την
Τρίτη.
στρατιωτικός αξιωματούχος πρόσθεσε ότι «ξέρουμε πολύ καλά, ότι θα συνεχίσουν να
κινούνται ανατολικά» προς το Deir Ezzor και ότι οι μαχητές αυτοί
παρακολουθούνται στενά.
μεταφερθεί στην κοιλάδα του Ευφράτη στο Deir Ezzor, οι κίνδυνοι μιας ακούσιας
σύγκρουσηςθα αυξηθούν. Με τις δυνάμεις του ελεύθερου Συριακού Στρατού, που
υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ, να κινούνται από τα νότια, τις κουρδικές και
αραβικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις να προχωρούν από το βορρά και τη δύση,
τις φιλοκαθεστωτικές πολιτοφυλακές να προσπαθούν να προωθηθούν στην περιοχή και
τα αμερικανικά και τα ρωσικά αεροσκάφη να πετούν από πάνω, κάποιοι ανησυχούν
ότι ένα τέτοιο συνωστισμένο πεδίο μάχης θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπιθύμητα
περιστατικά.
υποστηριζόμενες πολιτοφυλακές επιχειρούν συχνά εγγύς των αμερικανικών
στρατευμάτων, ειδικά στο Ιράκ. Ένας δημοσιογράφος του FP, που επισκέφθηκε μια
αμερικανική στρατιωτική βάση νότια της Μοσούλης νωρίτερα φέτος, είδε ένα
διάγραμμα στο κέντρο επιχειρήσεων με τις σημαίες των σημαντικότερων ένοπλων
σιιτικών πολιτοφυλακών που επιχειρούσαν στην περιοχή, έτσι ώστε οι αμερικανικές
δυνάμεις να αναγνωρίζουν ποιες ομάδες βρίσκονται κοντά, συχνά ακόμη και στην
περίμετρο της βάσης τους.
περασμένο Σεπτέμβριο, οι ΗΠΑ και οι αεροπορική συμμαχία έπληξαν ακούσια ένα
μικρό φυλάκιο στα ανατολικά της Συρίας, σκοτώνοντας πάνω από 60 στρατιώτες του
καθεστώτος Assad, σε ένα
περιστατικό που εξόργισε τη Μόσχα, και υπογράμμισε πόσο περίπλοκο μπορεί να
γίνει το πεδίο της μάχης.
αμερικανικά στρατεύματα στην περιοχή και συμβούλους να κυκλοφορούν με μικρές
τοπικές μονάδες, παραμένει ο κίνδυνος των ιρανικών αντιποίνων. Κατά τη διάρκεια
της κατοχής του Ιράκ από τις ΗΠΑ, η Τεχεράνη παρείχε σε σιίτικές
παραστρατιωτικές ομάδες θανατηφόρες οδικές βόμβες και ρουκέτες που ευθύνονται
για εκατοντάδες αμερικανικές ζωές.
ιρακινών πολιτοφυλακών, που υποστηρίχθηκαν από το Ιράν, έχουν αυξήσει την
αντιαμερικανική τους προπαγάνδα στο Ιράκ, κατηγορώντας την Ουάσινγκτον ότι «”βοηθά το Ισλαμικό
Κράτος” και πιέζωντας την κυβέρνηση της Βαγδάτης να “εκδιώξει” αμερικανικά στρατεύματα, που
συμβουλεύουν τις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας στη Μοσούλη και σε ολόκληρη τη
χώρα», έγραψε πρόσφατα ο Αχμάντ Μαζιντγιάρ, διευθυντής του project IranObserved στο Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής.
Ιράν θα ήταν ασύμμετρη”, δήλωσε ο Μαζιντγιάρ, “και θα μπορούσε να έρθει σε μέρη
όπως το Ιράκ”.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
