Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανάλυση: Το παιχνίδι που παίζεται στο Κατάρ – Ποιος είναι με ποιον και γιατί

Δημοσιεύτηκε στις

BESA: “Στρατόπεδα” …αλλά γιατί το Κατάρ και γιατί τώρα;

Στο «παιχνίδι των στρατοπέδων» της Μέσης Ανατολής, το Κατάρ παίζει, εδώ και χρόνια ένα επικίνδυνο παίγνιο. Έχει απρόκλητα, υποστηρίξει, τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και έχει προωθήσει ενεργά την αποσταθεροποίηση παλαιών και υφιστάμενων καθεστώτων, χρησιμοποιώντας πακτωλό χρημάτων, καθώς και την τεράστια επιρροή του ειδησεογραφικού πρακτορείου Al Jazeera (που εδρεύει στην Ντόχα, πρωτεύουσα της χώρας). Τα δραματικά γεγονότα που έγιναν συνέβησαν εναντίον του τις τελευταίες μέρες, δεν προκαλούν έκπληξη, αλλά αντιθέτως ρίχνουν φως στην παρούσα κατάσταση ως προς την διαμάχη για την ηγεμονία, στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου.

Του Dr. Eran Lerman (Συνταγματάρχης ε.α.)

ΠΗΓΗ: BESA (Begin-Sadat Center for Strategic Studies)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Τρύφωνας Σεραφειμίδης
Σε πρόσφατη δήλωση του Σεΐχη του Κατάρ, Ταμίμ στο twitter, γίνεται έκκληση για μια χαμηλών τόνων γραμμή προς το Ιράν. Η παραπάνω δήλωση, που μπορεί να είναι αυθεντική (κατά τα λεγόμενα των Σαουδαραβών), ή μπορεί να είναι σκόπιμη φάρσα (όπως γρήγορα δήλωσαν οι αξιωματούχοι του Κατάρ), θεωρείται από πολλούς ότι δημιούργησε το πρόσφατο διπλωματικό επεισόδιο, ωστόσο, στην πραγματικότητα, η ολομέτωπη επίθεση κατά του Κατάρ, λίγη σχέση έχει με το Ιράν.
Το Κατάρ δεν είναι πληρεξούσιος (proxy) του Ιράν: στην πραγματικότητα, είναι σε αντίπαλα στρατόπεδα, καθώς το Κατάρ χρηματοδοτεί μαχητές που πολεμούν τα ιρανικά στρατεύματα στη Συρία, καθώς επίσης είναι μέλος του συνασπισμού εναντίον των Χούθι (οι οποίοι, θεωρείται, ότι στηρίζονται από το Ιράν), στον πόλεμο της Υεμένης.
Η αρχή του νήματος, πίσω από την παρούσα κρίση, βρίσκεται αλλού. Το «στρατόπεδο σταθερότητας», υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου, εδραιώνει του ηγεμονία του. Το Κατάρ και η Τουρκία, θεωρούνται από την Αίγυπτο, ανήθικοι για να είναι σύμμαχοι.
Παράλληλα, η Αίγυπτος, συνεχίζει τον πόλεμο εναντίον παραστρατιωτικών ισλαμικών ομάδων (οι οποίες, ίσως στηρίζονται από το Κατάρ και τη Τουρκία), στη Λιβύη, όπου σημειώνεται κλιμάκωση. Θέλοντας να συγχρονιστεί με το σαφές μήνυμα του Προέδρου των ΗΠΑ, Τράμπ –«Πεταχτέ τους, έξω»-, η Αίγυπτος δεν προτίθεται πλέον να ανεχτεί την ανοχή προς τις τρομοκρατικές ομάδες και ισλαμιστικές οργανώσεις.
Με τη διαφαινόμενη κατάρρευση του ISIS, και την ανακατάληψη, τόσο της Μοσούλης, όσο και της Ράκκας (πρώην «πρωτεύουσα» του Ισλαμικού Κράτους), κατέστη σημαντική η διασφάλιση ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα και οι περιφερειακοί της σύμμαχοι, δεν θα δρέψουν καρπούς στη μετά-ISIS εποχή.
Το ιδεατό τέλος σε όλη αυτή την κρίση -ως προς τις ΗΠΑ, που διατηρούν την μεγαλύτερή τους αεροπορική και στρατιωτική βάση στον Περσικό Κόλπο, στο Ουντέιντ του Κατάρ, καθώς και για το Ισραήλ, όπου βλέπει ότι η βοήθεια που δίνει στη Λωρίδα της Γάζας, το Κατάρ, απομακρύνει το ενδεχόμενο μια νέας ανθρωπιστικής κρίσης και ένα πιθανό νέο γύρο βίας)- είναι το Κατάρ να αλλάξει ρότα.
Το ενδεχόμενο αυτό, θα συνεπάγονταν την οριστική παύση κάθε υποστήριξης στις υποδομές των τρομοκρατικών οργανώσεων, ωστόσο διατηρώντας ακέραιο το ρόλο του στις υφιστάμενες δεσμεύσεις για ανθρωπιστικές αποστολές. Δεδομένων των τρωτών σημείων του Κατάρ, ένας τέτοιος στόχος, ίσως και να είναι εφικτός.
Για όσους έχουν μια κάποια εξοικείωση με το «παιχνίδι των ιδεολογικών στρατοπέδων» που είχε «σκεπάσει» την περιοχή από το 2011, δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο στην πρόσφατη, εντονότατη έκρηξη δηλώσεων και διπλωματικών ενεργειών κατά του Κατάρ.
Οι Καταριανοί, οι οποίοι ιδεολογικά είναι προσανατολισμένοι προς την Μουσουλμανική Αδελφότητα, έχουν στη διάθεσή τους τεράστιους οικονομικούς και φυσικούς πόρους: εκτός από τα έσοδα από το φυσικό αέριο, τα κρατικά τους κεφάλαια ελέγχουν μια σειρά κερδοφόρων επιχειρήσεων, όπως πολυτελή πολυκαταστήματα Printemps ή το ποδοσφαιρικό τμήμα της Μπαρτσελόνα!
Κατά την διάρκεια γεωπολιτικών αναταράξεων των τελευταίων χρόνων, το Κατάρ χρησιμοποίησε τους παραπάνω πόρους του, μαζί με το εκ των βασικών όπλων που κατέχει, το διεθνές τηλεοπτικό δίκτυο Al Jazeera, για να υποσκάψει τη σταθερότητα των μετριοπαθών δυνάμεων στον αραβικό κόσμο, να δοξάσει τη Χαμάς και να δικαιολογήσει πράξεις βίας και ανατροπής. Το Κατάρ, ουσιαστικά, είχε σπείρει την οργή και την απογοήτευση των γειτόνων του.

Αλλά ποια ήταν η σπίθα που οδήγησε τους ηγεμονικούς γείτονες του Κατάρ, να αναλάβουν μια τέτοια δράση, πολύ πιο επιθετική από το 2014, όταν ανάγκασαν την άρχουσα οικογένεια Αλ Θάνι να σταματήσει να παρενοχλεί το καθεστώς του Αλ Σίσι, στην Αίγυπτο ή τουλάχιστον να μετριάσει την ολομέτωπη επίθεση του Al Jazeera;
Η αφορμή, όπως αναφέρουν οι Σαουδάραβες και οι σύμμαχοί τους, φαίνεται να είναι ψευδής: ένα σχόλιο στο twitter από τον Εμίρη-Σεΐχη Ταμίμ, το οποίο έγραφε για μια καλύτερη σχέση με το Ιράν (κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα της συνόδου κορυφής του Ριάντ). Οι Καταριανοί αξιωματούχοι, έσπευσαν να υποστηρίξουν ότι το όλο θέμα ήταν μια φάρσα. Αλλά και στην περίπτωση που ήταν πραγματικό, μία δήλωση στο twitter σαν την παραπάνω, δύσκολα ανακηρύσσει το Κατάρ, ως άμεσο «πληρεξούσιο» του Ιράν.
Τεράστια ποσά από τα χρήματα που Κατάρ, έχουν πλημμυρίσει τα ταμεία των ορκισμένων εχθρών του Ιράν στο συριακό πόλεμο. Παράλληλα, το Κατάρ έχει ευθυγραμμιστεί με του άλλου εταίρους του (πρώην;) του GCC (Gulf Cooperation Council- Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου), ώστε να πολεμήσουν κατά της ιρανικής εξέγερσης των Houthi στην Υεμένη.
Είναι γεγονός, ότι, το Κατάρ φαινόταν λιγότερο ενθουσιώδες για τον ακαθόριστο αντί-ιρανικό τόνο του Ριάντ – αλλά το πεδίο διαφωνίας ήταν πάντα ο ρόλος του Κατάρ, ως προς την Μουσουλμανική Αδελφότητα, και τον υποστήριξη στη Χαμάς. Έχει εργαστεί ενάντια στα συμφέροντα του Ιράν, συχνά σε συνεργασία με την Τουρκία του Ερντογάν, για να προωθήσει την ατζέντα της «Αδελφότητας» (Ikhwani).
Ακριβώς αυτή η σχέση που διαχωρίζει το Κατάρ, από τα άλλα μέλη του GCC, (ως προς το Ιράν, στην πραγματικότητα ήταν το Ομάν, αυτό που έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην Τεχεράνη: χρησιμοποιήθηκε ως ιρανικός σύνδεσμός από την κυβέρνηση Ομπάμα και φιλοξένησε τις μυστικές διαβουλεύσεις τους). Στο μέτωπο τεσσάρων πόλων για την ηγεμονία στην περιοχή -το παιχνίδι των στρατοπέδων, επαναδιατυπώθηκε- έχουν συμβεί πολλά γεγονότα που κατέστησαν επείγον για τις «δυνάμεις της σταθερότητας» να οδηγήσουν το Κατάρ να πέσει στα γόνατα.
Καταρχήν, το «στρατόπεδο σταθερότητας» (που κυριαρχείται από την Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο) κλείνει υποθέσεις χρόνων όπως την ένταση μεταξύ Σαουδική Αραβίας και Αιγύπτου για τα νησιά στην Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και αμβλύνει τις όποιες διαφορές υπήρχαν πάνω σε θέματα πολιτικής για την Υεμένη και τη Συρία. Η υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας είναι ζωτικής σημασίας για την αποσταθεροποιημένη οικονομία της Αιγύπτου, αλλά και στους τομείς της ασφάλειας και σταθερότητας, η συμμαχία των δύο είναι πολύ σημαντική.
Ως εκ τούτου, κατέστη σημαντικότητα να υπάρχει σύμπλευση με το καθεστώς Σίσι της Αιγύπτου, στην κλιμάκωση της πάλης ενάντια στην περιφερειακή υποστήριξη του Κατάρ, στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που αποτελούν ορκισμένου εχθρούς του Σίσι.
Μια βιαία σύγκρουση, είναι σε εξέλιξη, με «πληρεξούσιους» του Κατάρ, στην πάλαι ποτέ Λιβύη. Οι ομάδες που σχετίζονται με την Μουσουλμανική Αδελφότητα και κυριαρχούν στην διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τριπολιτάνιας (δυτική Λιβύη / σ.σ. θεωρητικά εννοεί την Τρίπολη), οπισθοχώρησαν στα κεντρικά εδάφη της Λιβύης, από τις δυνάμεις του αυτοαποκαλούμενου «Εθνικού Στρατού της Λιβύης», υπό τις διαταγές του συμμάχου της Αιγύπτου, «αρχιστράτηγου», Χαλίφα Χαφτάρ.
Έπειτα από την επίσκεψη Τραμπ και τη νέα ώθηση που αυτός έδωσε στα σχέδια τους, χρησιμοποίησαν αυτή τη νέα επιρροή για να εξαφανίσουν το Κατάρ, όχι μόνο διπλωματικά, αλλά και στρατιωτικά αν χρειαστεί, από το στρατόπεδο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και να το φέρουν βίαια, στο πλευρό των Σαουδικής Αραβίας-Αιγύπτου.

Παράλληλα, υπάρχει μετατόπιση, σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, ως προς το θέμα της υποστήριξης τρομοκρατικών ομάδων. Δεν υπήρξε ποτέ αμφιβολία, ότι τα κονδύλια του Κατάρ, κατέληγαν συχνά, είτε εσκεμμένα είτε από έλλειψη σοβαρού ελέγχου, σε λάθος χέρια. Ενόψει των φρικαλεοτήτων στο Μάντσεστερ και το Λονδίνο, η γενικότερη αποστροφή ως προς την στοχοποίηση παιδιών, το παγκόσμιο επίπεδο ανοχής ως προς τρομοκράτες οποιουδήποτε στρατοπέδου -συμπεριλαμβανομένης και της Χαμάς- είναι μηδενικό, όπως έδειξε ο Τράμπ, στο Ριάντ και την Βηθλεέμ (όπου αναφέρθηκε δημόσια για τον ρόλο της Παλαιστινιακής Αρχής, ως προς τις θέσεις της).
Αυτό που κάποτε αποτελούσε το αναγκαίο κακό, πλέον δεν είναι άνευ σημασίας. Το Κατάρ πλέον στερεύει από δικαιολογίες και αναφρές ότι τα εκτελεστικά όργανα της Χαμάς μεταφέρονται αλλού (Μαλαισία;), υποδηλώνει ότι η πίεση μπορεί να αποφέρει άμεσα καρπούς.
Τελικώς, η αίσθηση του επείγοντος, μπορεί να αντικατοπτρίζει την διαδικασία τέλους του ISIS, εφόσον απελευθερωθούν οι Μοσούλη και η Ράκκα. Η επικείμενη κατάρρευση του λεγόμενου Χαλιφάτου, είναι ίσως ο λόγος πίσω από τις τελευταίες ενέργειες, να τρομοκρατήσουν δηλαδή την Ευρώπη (ίσως ενθυμούμενη τον ρόλο που έπαιξε το τρομοκρατικό χτύπημα στην Μαδρίτη, στις 11 Μαρτίου του 2004, όπου οδήγησε σε νίκη τους σοσιαλιστές στις πρόσφατες τότε εκλογές, και την αποχώρηση των ισπανικών στρατευμάτων από την αμερικάνικη συμμαχία για τον πόλεμο στο Ιράκ).
Εφόσον, το ISIS, καταρρεύσει, αλλά και ο αυτοανακηρυχθείς χαλίφης (Abu Bakr al-Baghdadi, όπως είναι ψεύτικο όνομα του) τεθεί υπό των συνήθων επιδομάτων συνταξιοδότησης, το βασικό ζήτημα τόσο στη Συρία όσο και στο Ιράκ θα είναι τα εξής: Θα μπορέσει το Ιράν να δημιουργήσει ένα συνεχή διάδρομο συμφερόντων προς την Μεσόγειο, όπου ξεκινώντας από το έδαφος του, μέσω Ιράκ και Συρίας και φτάνοντας στη Χεζμπολάχ, στο Λίβανο ή μήπως οι «δυνάμεις της σταθερότητας», με την Ιορδανία σε ένα πολύ ευαίσθητό ρόλο, θα μπορέσουν να το αποτρέψουν αυτό;
Η προοπτική μεγάλων συγκρούσεων σε όλα τα επίπεδα, είναι ένας ακόμα λόγος για το στρατόπεδο υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, να υπερασπιστεί τη θέση του, μειώνοντας το περιθώριο ελιγμών που μέχρι τώρα απολάμβαναν ορισμένοι από τους αντιπάλους του, στον σουνιτικό αραβικό κόσμο.
Αυτό το ισχυρό παιχνίδι εξουσίας από τους συμμάχους των ΗΠΑ (οι οποίοι είναι και εταίροι του Ισραήλ στο «στρατόπεδο της σταθερότητας», κάτι που αποκρύπτεται γενικώς) θέτει προκλήσεις αλλά και στρατηγικά οφέλη.
Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις εγκαταστάσεις της στο Κατάρ, εν μία νυκτί, και πιθανότατα θα πιέσει την κυβέρνησή της, να αποφύγει ένα ολοκληρωτικό με την Ντόχα. Γενικότερα, η αμερικανική διπλωματία είναι πιθανό να επικεντρωθεί στην επαναπροσέγγιση του Κατάρ και συγκεκριμένα σε στοχευόμενες ενέργειες, ώστε να αρθεί το αρνητικό κλίμα μεταξύ του Κατάρ, και των γειτόνων του.
Ως προς το Ισραήλ, η φιλοδοξία του Κατάρ για την διαχείριση της κατάστασης στη Γάζα είναι αυτό που αποτελεί απειλή. Όπως φάνηκε κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων το 2014, το Ισραήλ ήθελε στο Κάιρο όχι στην Ντόχα (ή την Άγκυρα), να κανονιστούν τα του τέλους των εχθροπραξιών. Ωστόσο, η ροή κεφαλαίων από το Κατάρ στη Γάζα είναι ευπρόσδεχτη, στο μέτρο που αυτά χρησιμοποιούνται για την αποτροπή μιας νέας ανθρωπιστικής κρίσης.
Εν κατακλείδι, το καλύτερο σενάριο δεν θα ήταν να αποκλειστεί τελείως το Κατάρ, αλλά να χαράξει μια πιο καθαρή γραμμή διάκρισης μεταξύ της υπόθαλψης τρομοκρατικών ομάδων, (το οποίο πρέπει αν τερματίσει άμεσα) και την οικονομική υποστήριξη σε πληθυσμούς που το έχουν ανάγκη.
*Ο (συνταγμτάρχης ε.α.) Eran Lermane είναι ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο BESA και πρώην βουλευτής-μέλος του ισραηλινού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, για την εξωτερική πολιτική και της διεθνείς υποθέσεις. Είναι επίσης μέλος του διδακτικού προσωπικού στο κολλέγιο Shalem.
Πηγή: defencepoint

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός12 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή