Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι Γεζίντι, αιώνια εξιλαστήρια θύματα

Δημοσιεύτηκε στις

του Βικέν Τσετεριάν* δημοσιεύτηκε στο Άρδην τ. 106 
Ενώ η μάχη για την ανακατάληψη της Μοσούλης φαίνεται να τελματώνει, οι Γεζίντι, που έχουν εγκαταλείψει τα βορειοδυτικά του Ιράκ το 2014, διστάζουν να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους. Διωκόμενοι από την Οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους (ΟΙΚ), το οποίο θεωρεί τα μέλη αυτής της κουρδικής μειονότητας αιρετικούς, που πρέπει να υποταχθούν ή να θανατωθούν, κατηγορούν τους Πεσμεργκά (1) ότι τους έχουν εγκαταλείψει στην τύχη τους.

Το Σινζάρ, στο βορειοδυτικό Ιράκ, εξακολουθεί να είναι μια σχεδόν έρημη πόλη. Ενώ 80.000 άτομα έχουν φύγει μετά την άφιξη της Οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους (OΙΚ), τον Αύγουστο του 2014, μόλις πενήντα οικογένειες έχουν επιστρέψει μετά την ανακατάληψη της πόλης από τις κουρδικές δυνάμεις, στις 13 Νοεμβρίου 2015. Μια μικρή ομάδα μαχητών προχωρά περπατώντας αργά, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού. Καθώς ο άνεμος σφυροκοπά ό, τι έχει απομείνει από τα μεταλλικά ρολά των καταστημάτων, που έχουν κουρελιαστεί από τους βομβαρδισμούς, μια κραυγή υψώνεται, θαρρείς και βασανισμένα πνεύματα στοιχειώνουν την πόλη. Ένοπλοι άνδρες μπαίνουν και βγαίνουν από ένα σχολείο που έχει μετατραπεί σε στρατηγείο, ή κάθονται περιμένοντας διαταγές. «Υπήρξαμε θύματα σφαγών και στο παρελθόν, αλλά αυτό το νέο μακελειό συμβαίνει στην εποχή της προηγμένης τεχνολογίας! Θρηνούμε χιλιάδες θύματα· χιλιάδες αδελφές μας βρίσκονται ακόμη στα χέρια του OΙΚ», λέει με βροντερή φωνή ο κ. Κασίμ Σάσο, ο διοικητής των Πεσμεργκά του Σινζάρ, που πρόσκεινται στο Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΔΚΚ) και ανήκουν στους Γεζίντι.
Ο Αμπού Μαζέντ, μάγειρας, διοργάνωνε γαμήλιες δεξιώσεις. Με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά του καθώς μας δείχνει φωτογραφίες της οικογένειάς του. Εκείνη τη μοιραία ημέρα, 3/8/2014, τζιχαντιστές της ΟΙΚ απήγαγαν τη σύζυγό του, τις τρεις κόρες του και έναν από τους γιους του. Μόνο η 23χρονη κόρη του, που βρίσκεται αιχμάλωτη στη Ράκκα, την «πρωτεύουσα» της OΙΚ στη Συρία, κατόρθωσε να δώσει νέα της πριν από λίγους μήνες. Ο Μαζέντ έχει μείνει μόνος με έναν γιο του. Κάθε οικογένεια μπορεί να διηγηθεί ιστορίες σαν τη δική του.
Αν ξαναγράφαμε την ιστορία της Μέσης Ανατολής από τη σκοπιά των Γεζίντι, θα προέκυπτε ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο από αυτά που διαθέτουμε. Αυτός ο κουρδόφωνος λαός (κουρμαντζί) έχει έναν μοναδικό πολιτισμό, διαμορφωμένο γύρω από μια μονοθεϊστική θρησκεία που μεταδίδεται προφορικά και έχει τις ρίζες της στον ζωροαστρισμό, στον οποίο επικάθονται χριστιανικές και ισλαμικές επιρροές. Οι Γεζίντι κατοικούν κυρίως στις κουρδικές περιοχές του Ιράκ, ο κύριος τόπος της λατρείας τους βρίσκεται στο Λαλίς, βόρεια της Μοσούλης. Τους βρίσκουμε επίσης στην Υπερκαυκασία και στη δυτική διασπορά (2). Στο Ιράκ, αποτελούν μέρος ενός πλούσιου και αρχαίου θρησκευτικού τοπίου που αποτελείται ειδικότερα από τους Τσαμπάκ, οπαδούς του μανδαϊσμού (3), από χριστιανικές Εκκλησίες των Χαλδαίων, και των Ασσυρίων της Ανατολής. Η κοινότητά τους χωρίζεται σε τάξεις, με ηγέτες τους σεΐχηδες ή τις θρησκευτικές αρχές. Ο γάμος με μέλη άλλης θρησκείας απαγορεύεται αυστηρά.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2014, η ΟΙΚ ξεκίνησε μια επίθεση-αστραπή. Τον Ιούνιο, αρκετές εκατοντάδες τζιχαντιστών δημιουργούσαν την έκπληξη καταλαμβάνοντας τη Μοσούλη, δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Ιράκ. Οι ιρακινές στρατιωτικές δυνάμεις, εκτιμώμενες σε 30.000 άνδρες, εγκατέλειψαν γρήγορα την περιοχή, σε μια συγκυρία όπου διεξαγόταν μία πάλη για την εξουσία ανάμεσα σε σουνιτικές φυλές που είχαν στερηθεί τα δικαιώματά τους και τους προύχοντες της πόλης, δυσαρεστημένους από την απώλεια επιρροής τους μετά την εισβολή των ΗΠΑ. Επρόκειτο, επίσης, και για το αποτέλεσμα της σεκταριστικής πολιτικής του σιίτη πρωθυπουργού εκείνη την εποχή, του κ. Νούρι Αλ Μαλίκι. Προς γενική έκπληξη, τα στρατεύματα της OΙΚ, ενώ κατευθύνονταν προς τη Βαγδάτη, έκαναν στροφή επί τόπου και επιτέθηκαν σε περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των Κούρδων. Η επίθεση ξεκίνησε τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Αυγούστου 2014, στην περιοχή του Σινζάρ, που κατοικείται από Γεζίντι. Η διοίκηση των Πεσμεργκά, σε κατάσταση πανικού, διέταξε τους μαχητές της να αποσυρθούν, αφήνοντας τον πληθυσμό στο έλεος των τζιχαντιστών. Η αντίσταση, εξοπλισμένη με ελαφρύ οπλισμό, κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες. Ο πληθυσμός προσπάθησε να ανεβεί στα βουνά, αλλά πολλοί κάτοικοι, ιδιαίτερα όσοι δεν είχαν όχημα, δεν μπόρεσαν να διαφύγουν.
Οι άνδρες χωρίστηκαν από τις γυναίκες και τις περισσότερες φορές εκτελέστηκαν επί τόπου. Οι άμαχοι κατέφυγαν στο Σαρντάστ, το οροπέδιο στην κορυφή του όρους Σινζάρ, όπου οι τζιχαντιστές τους καταδίωξαν, συνεχίζοντας τις σφαγές και τις συλλήψεις ομήρων, μέχρι τη στιγμή που κάποιοι μαχητές Γεζίντι κατέλαβαν ένα πολυβόλο που είχαν εγκαταλείψει οι Πεσμεργκά και τους απώθησαν. Οι άνδρες που δεν δέχτηκαν να ασπαστούν το ισλάμ σκοτώθηκαν. Οι γυναίκες και τα κορίτσια, ανάμεσά τους και κοριτσάκια όχι πάνω από 9 ετών, συγκεντρώθηκαν σε κέντρα, στάλθηκαν στο Τελ Αφάρ, όχι μακριά από εκεί, και πουλήθηκαν σαν σκλάβες του σεξ για τους τζιχαντιστές του «χαλιφάτου». Ο αριθμός των σκοτωμένων και των αιχμαλώτων δεν είναι γνωστός με ακρίβεια, αλλά και οι οργανώσεις των Γεζίντι μιλούν για 2.240 νεκρούς, 1.020 αγνοούμενους –για τους οποίους φοβούνται ότι έχουν εκτελεσθεί– και πάνω από 5.800 φυλακισμένους, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Περισσότεροι από 280 άνθρωποι, στην πλειοψηφία παιδιά, πέθαναν από δίψα και εξάντληση κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών.
Καταστρέφοντας έναν πολιτισμό και έναν τρόπο ζωής
Καμία ανθρώπινη ομάδα δεν έχει κακοποιηθεί τόσο από την ΟΙΚ όσο οι Γεζίντι. Ο σκοπός της οργάνωσης φαίνεται ότι δεν ήταν μόνο να εκφοβίσει και να υποτάξει, αλλά να καταστρέψει έναν πολιτισμό και έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο ζωής στην περιοχή. Η βία κατά των Γεζίντι δεν είναι πρόσφατη. Γι’ αυτούς, τα γεγονότα του 2014 αντιπροσωπεύουν την εβδομηκοστή τρίτη σφαγή και χρησιμοποιούν τον οθωμανικό όρο φαρμάν για να την περιγράψουν. Αυτή η λέξη, που σημαίνει «διάταγμα του σουλτάνου», αναφέρεται στις δολοφονίες που διέταξε, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄, με σκοπό να θέσει τις απομακρυσμένες περιοχές των Γεζίντι υπό τον έλεγχο του κράτους, να επιβάλει στους κατοίκους τους τη στρατιωτική θητεία και τους φόρους, και να τους προσηλυτίσει στο σουνιτικό ισλάμ. Οι Γεζίντι δεν επωφελήθηκαν από την προστασία που παρασχέθηκε στους χριστιανούς και τους Εβραίους, οι οποίοι ήταν οπαδοί μονοθεϊστικών θρησκειών των οποίων το ισλάμ φιλοδοξεί απλώς να αποκαταστήσει το πρωταρχικό τους μήνυμα.
Θεωρούμενοι ειδωλολάτρες, και μάλιστα «προσκυνητές του διαβόλου», οι Γεζίντι υπέστησαν πολλές διώξεις. Το ιρακινό μπααθικό καθεστώς τούς επέβαλλε πολλές διακρίσεις. Το 1975, στα πλαίσια ενός ευρύτερου σχεδίου εκσυγχρονισμού και για να εξασφαλίσουν έναν καλύτερο κρατικό έλεγχο σε μια ορεινή και απομακρυσμένη περιοχή, οι μπααθικές αρχές τούς ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τους παραδοσιακούς οικισμούς τους στο όρος Σινζάρ και να εγκατασταθούν σε «κοινότητες», βόρεια και νότια του βουνού. Το απαραίτητο για άρδευση νερό δεν έφτασε στις περισσότερες από αυτές τις περιοχές, υποχρεώνοντας τους εκπτωχευμένους κατοίκους τους να εξαρτώνται από τους πλουσιότερους Άραβες γείτονές τους, δουλεύοντας στη γη τους.
Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, το 2003, αποσταθεροποίησε την κοινωνική-θρησκευτική ιεραρχία της χώρας. Πολλοί σουνίτες Άραβες του Αλ-Μπαάζ, όπως και οι Τουρκομάνοι του Τελ Αφάρ, από όπου προέρχονταν πολλοί από τους αξιωματούχους του Σαντάμ Χουσεΐν, δυσαρεστήθηκαν βλέποντας να χάνουν την εξουσία τους. Η αντι-αμερικανική ένοπλη αντίσταση στρατολόγησε δυνάμεις κυρίως από την πρώην βάση του κόμματος Μπάαθ, την οποία είχε αρχίσει να επηρεάζει μια νέα δύναμη: η διεθνής των σαλαφιστών τζιχαντιστών. Την ίδια περίοδο, οι Γεζίντι και άλλες μειονότητες του πολυεθνικού βόρειου Ιράκ μπορούσαν να εργαστούν σε αμερικανικές βάσεις ή να στρατολογηθούν στον νέο ιρακινό στρατό.
Όσοι προσχώρησαν στην αντίσταση κατά των Αμερικανών ανήκαν σε μια νέα γενιά, πολύ πιο ριζοσπαστική από τους Αφγανούς ιθύνοντες της Αλ Κάιντα (4). Η οργάνωση Jamaat Al-Tawhid Wal-Djihad, που ιδρύθηκε από τον Ιορδανό μαχητή Αμπού Μουσάμπ Αλ Ζαρκάουι, υιοθέτησε τη σαλαφιστική τζιχαντιστική ιδεολογία προκειμένου να αντιμετωπίσει τη νέα θρησκευτική σύγκρουση. Αυτή η ιδεολογία έμελλε σύντομα να σπείρει το χάος. Κατά την ερμηνεία της σαρία, οι Γεζίντι είχαν ως επιλογή είτε να ασπαστούν το ισλάμ είτε να πεθάνουν. Τον Απρίλιο του 2007, ισλαμιστές μαχητές σταμάτησαν ένα λεωφορείο που μετέφερε εργάτες από ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στη Μοσούλη. Διέταξαν τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους να κατεβούν, άρπαξαν 23 εργαζόμενους Γεζίντι και τους δολοφόνησαν. Τα χειρότερα όμως θα έρχονταν στις 14 Αυγούστου 2007, όταν τέσσερα παγιδευμένα φορτηγά χρησιμοποιήθηκαν για μαζικές βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας σε δύο χωριά Γεζιντι, το Καχτανίγια και το Σιμπά Σέιχ Κιντίρ, προκαλώντας 500 θανάτους και 1.500 τραυματίες.
Ο στρατός των ΗΠΑ δεν διέθετε αρκετές δυνάμεις για να ελέγξει αυτή την παραμεθόριο περιοχή. Μεγάλο μέρος του βορειοδυτικού Ιράκ, μια στρατηγική περιοχή στα σύνορα με τη Συρία, μεταβλήθηκε σε λεωφόρο για τη διέλευση εθελοντών ισλαμιστών. Σε ένα στρατόπεδο στην έρημο κοντά στο Σινζάρ, Αμερικανοί στρατιώτες βρήκαν τα ίχνη 700 περίπου εθελοντών από διάφορες χώρες, κυρίως τη Σαουδική Αραβία και τη Λιβύη, που ήρθαν να υπερασπιστούν τον τζιχαντιστικό πόλεμο στο Ιράκ (5).
Δεν είναι ακόμη επίσημα γνωστό γιατί ο ιρακινός στρατός κατέρρευσε κατά την επίθεση της ΟΙΚ. Σε αυτό προστίθεται και ένα άλλο μυστήριο: γιατί η τελευταία δεν συνέχισε την επέλασή της προς τη Βαγδάτη, την πρωτεύουσα και το κέντρο εξουσίας του Ιράκ, αλλά ξεκίνησε μια επιχείρηση εναντίον των κοινοτήτων Γεζίντι του Σινζάρ, που ελέγχονταν από τους Κούρδους Πεσμεργκά; Αυτή η επίθεση δεν είχε κανένα νόημα στα πλαίσια της πάλης για την εξουσία ανάμεσα στους σιίτες της Βαγδάτης και τους σουνίτες που αποζητούσαν εκδίκηση.
Η επιδρομή εναντίον του Σινζάρ φωτίζει τις αντιφάσεις της ισλαμιστικής οργάνωσης. Πολλοί εκτοπισμένοι Γεζίντι μας επιβεβαίωσαν ότι η αρχική επίθεση προήλθε κυρίως από τις γειτονικές αραβικές φυλές (Jiheysh, Abou Mtemet, και Khatouni). Ο όρκος πίστης (bay’a) στο νέο «χαλιφάτο» συνέπεσε με την επίθεση εναντίον του Σινζάρ. Με άλλα λόγια, οι τοπικές αραβικές φυλές, με εξαίρεση τους Σαμάρ της περιοχής Ράμπια, ενώθηκαν με την OΙΚ για να επιτεθούν στους Γεζίντι χωρίς κανέναν προφανή λόγο (6). Μια ερμηνεία θα είχε να κάνει με τη μεγάλη πολυμορφία των στρατευμάτων της OΙΚ: η παλιά φρουρά των μπααθικών που ονειρευόταν την επάνοδο στην εξουσία, στη Βαγδάτη, μαχητές ενός θρησκευτικού πολέμου κατά του συριακού καθεστώτος, διεθνείς τζιχαντιστές που θέλουν να υπονομεύσουν τη δυτική κοινωνία, Τσετσένοι, Τούρκοι, κ.λπ. Κάθε ομάδα προσφέρει τη δύναμή της, αλλά και έναν νέο εχθρό. Τελικά, η OΙΚ παλεύει ενάντια σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο – μια μάχη για την οποία η οργάνωση προφανώς δεν διαθέτει τους απαραίτητους πόρους. Με την επίθεση στο Σινζάρ κέρδισε νεοσύλλεκτους από τις αραβικές φυλές, αλλά άνοιξε και ένα νέο μέτωπο στα «αμφισβητούμενα εδάφη» της Νινευή και του Κιρκούκ ανάμεσα στους Κούρδους, τη σιιτική κεντρική εξουσία και τους σουνίτες προύχοντες της Μοσούλης.
Από το 2003, η περιοχή του Σινζάρ, αν και ανήκει στην περιοχή της Νινευή, βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Πεσμεργκά. Η υποχώρησή τους χωρίς μάχη απέναντι στην OΙΚ άφησε ίχνη. «Οι Γεζίντι εξακολουθούν να περιμένουν μια εξήγηση από τους ηγέτες της αυτόνομης περιοχής του Κουρδιστάν», μας τόνισε ο κ. Τζαμίλ Σαουμάρ, διευθυντής της ανθρωπιστικής οργάνωσης Yazda, που βρίσκεται στο Ντοχούκ. Οι κουρδικές αρχές φάνηκε να καταλαμβάνονται εξ απήνης από την επίθεση της OΙΚ. Και, αφήνοντας τις περιοχές των Γεζίντι ανυπεράσπιστες, έδωσαν τροφή σε ζητήματα ταυτότητας: οι Γεζίντι ανήκουν ή όχι στο κουρδικό έθνος; Ωστόσο, μια εβδομάδα μετά την επίθεση, Κούρδοι μαχητές που έφθασαν από τη Συρία κατόρθωσαν να ανοίξουν έναν διάδρομο και να σώσουν δεκάδες χιλιάδες Γεζίντι, αποκλεισμένους στην κορυφή του όρους Σινζάρ.
Ακόμα χιλιάδες γυναίκες σε αιχμαλωσία
Μετά την αντεπίθεση των κουρδικών δυνάμεων, που υποστηρίζονταν από αεροσκάφη των ΗΠΑ, τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο 2015, μόνο 50.000 πολίτες, από τις 300.000, έχουν επιστρέψει στην περιοχή. Οι περισσότερες πόλεις και χωριά είναι ερειπωμένες, κατεστραμμένες από τις συγκρούσεις είτε από τους τζιχαντιστές κατά την αποχώρησή τους. Κάποιοι περιμένουν την αποσαφήνιση της πολιτικής κατάστασης πριν επιστρέψουν. Γιατί το Σινζάρ χωρίζεται πλέον ανάμεσα στην ανατολική περιοχή, κάτω από την επιρροή του ΔΚΚ, που βρίσκεται στην εξουσία στην αυτόνομη περιοχή του Ιράκ, και τη δυτική, κάτω από την ηγεμονία του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK, που εδράζεται στην Τουρκία) και των Σύρων συμμάχων του. Αυτές οι δύο δυνάμεις ανήκουν σε ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις: ενώ το ΔΚΚ του Μασούντ Μπαρζανί έχει συμμαχήσει με την Τουρκία, το ΡΚΚ είναι σε πόλεμο εναντίον της Άγκυρας. Το PKK έχει δημιουργήσει ακόμη μια τοπική πολιτοφυλακή που αποτελείται από Γεζίντι που πληρώνονται από τη Βαγδάτη, αλλά βρίσκονται υπό τον έλεγχό της.
Μετά τις οθωμανικές σφαγές εναντίον των Γεζίντι το 1892 ακολούθησε μια ισχυρή αντίδραση και μια αναβίωση της ταυτότητας και του πολιτισμού των Γεζίντι στην περιοχή του Όρους Σινζέρ (7). Οι απόγονοί τους θα επιβιώσουν άραγε από τη συνεχιζόμενη εξόντωσή τους; Τίποτα δεν είναι λιγότερο σίγουρο. Η πλειοψηφία ανάμεσά τους ζουν σε υποτυπώδη και υπερπλήρη στρατόπεδα προσφύγων. Πολλοί άλλοι έχουν πάρει τον δρόμο προς την Ευρώπη. Παρά την προέλαση των σιιτικών πολιτοφυλακών, που προσπαθούν να κόψουν τη ροή προμηθειών μεταξύ Μοσούλης και της Συρίας, τα χωριά Γεζίντι, νότια του Σινζάρ, εξακολουθούν να είναι υπό τον έλεγχο της ΟΙΚ, η οποία, από αυτές τις βάσεις, πραγματοποιεί τακτικές επιθέσεις εναντίον των θέσεων των Κούρδων και των Γεζίντι. 2.000 γυναίκες απελευθερώθηκαν, αλλά 3.200 βρίσκονται ακόμα σε αιχμαλωσία, στην πλειοψηφία τους στη Ράκκα της Συρίας. Οι Γεζίντι αισθάνονται προδομένοι: δολοφονήθηκαν από τους Άραβες πρώην γείτονές τους, προδόθηκαν από τους εθνικά αδελφούς τους, Κούρδους, και παραμένουν ξεχασμένοι από τη «διεθνή κοινότητα». Πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους και οικοδομήσουν μια νέα ζωή, θα πρέπει να ελπίζουν βάσιμα ότι αυτή η εβδομηκοστή τρίτη φαρμάν θα είναι είναι η τελευταία.
*Ο συγγραφέας είναι καθηγητής Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και στο Webster University της Γενεύης. Βλέπε Vicken Cheterian, Open Wounds, Armenians, Turks an a Century of Genicide. Hurst and Company Λονδίνο 2015.
Μετάφραση: Χρηστίνα Σταματοπούλου
  1. Πεσμεργκά: έτσι ονομάζονται οι Κούρδοι μαχητές του ιρακινού Κουρδιστάν (σ.τ.μ.).
  2. Υπολογίζονται σε 800.000 παγκοσμίως, εκ των οποίων οι 600.000 στο Ιράκ.(σ.τ.μ.)
  3. Αρχαία μονοθεϊστική θρησκεία δυαδικού χαρακτήρα με 60 ή 70.000 μέλη παγκοσμίως και κοιτίδα την περιοχή του νοτίου Τίγρη, όπου το 2007 εξακολουθούσαν να κατοικούν περίπου 7.000 άτομα (σ.τ.μ.)
  4. Βλέπε, «Et l’ Irak accouche d’ une nouvelle génération de djiha­distes», Le Monde diplomatique, Δεκέμβριος 2008.
  5. Joseph Felter και Brian Fishman, «Al-Qa’ida’s foreign fighters in Iraq. A first look at the Sinjar records», Combating Terrorism Center, West Point (Πολιτεία της Νέας Υόρκης), 2 Ιανουαρίου 2007.
  6. Παρούσα σε όλη την περιοχή η ισχυρή ομοσπονδία των φυλών του Σαμάρ αποτελεί ορκισμένο εχθρό του ΙΚ.
  7. Nelida Fuccaro, The Olher Kurds Yazidis in Colonial Iraq, I.B. Tauris, Λονδίνο, 1999.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή