Διεθνή
Η Άγκυρα μπορεί να υπολογίζει στην αμερικανορωσική αντιπαλότητα στη Συρία
Semih Idiz
Σεβαστιάν
συριακή κρίση έχει κάνει πολλές
απροσδόκητες μεταστροφές από το 2011. Η
εμπλοκή των τοπικών και παγκόσμιων
δυνάμεων, δεν έχει απλώς περιπλέξει τα
πράγματα, αλλά παράγει και ανεπιθύμητα
αποτελέσματα για γειτονικές χώρες, όπως
η Τουρκία και το Ιράκ.
Άγκυρα, της οποίας η συμμετοχή στην
κρίση χαρακτηρίζεται κυρίως από αποτυχίες
λόγω σειράς εσφαλμένων υποθέσεων,
αναγκάστηκε να συμμετάσχει σε ευαίσθητες
πράξεις εξισορρόπησης με τους κυριότερους
παράγοντες της κρίσης.
Τουρκία ταλαντεύεται μεταξύ των Ηνωμένων
Πολιτειών και της Ρωσίας, σε μια προσπάθεια
να ενισχύσει την αδύναμη θέση της στη
Συρία. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται
επίσης στις επιδεινούμενες σχέσεις
ΗΠΑ-Ρωσίας, όπως πρόσφατα, έπειτα από
την κατάρριψη από τις Ηνωμένες Πολιτείες
ενός συριακού μαχητικού αεροσκάφους.
πρόβλημα της Τουρκίας, ωστόσο, είναι
ότι παρόλο που η Ουάσινγκτον και η Μόσχα
είναι παγκόσμιοι αντίπαλοι, συμφωνούν
σε θέματα στη Συρία, τα οποία είναι
ευαίσθητα για την Άγκυρα. Αυτό ανέδειξε
το φάσμα μιας συμφωνίας μεταξύ των
Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, η
οποία αγνοεί τα ζωτικά συμφέροντα της
Τουρκίας στη Συρία.
αποτελέσματα της συνάντησης μεταξύ των
Προέδρων Donald Trump και Βλαντιμίρ Πούτιν
κατά τη διάρκεια της συνόδου των G20
στο Αμβούργο της Γερμανίας, η οποία
κατέληξε σε συμφωνία για κατάπαυση του
πυρός στη νότια Συρία, είναι πιθανό να
αντιμετωπιστούν με ανησυχία στην Άγκυρα.
η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες
καταλήξουν σε μία παρόμοια αντίληψη
στη βόρεια Συρία, αυτό θα μπορούσε να
αποδυναμώσει περαιτέρω τη θέση της
Άγκυρας στην περιοχή, όπου και οι δύο
υπερδυνάμεις συνεργάζονται με τους
Κούρδους της Συρίας σε διαφορετικό
βαθμό.
ανησυχίες της Άγκυρας στη Συρία
εντοπίζονται σήμερα σε ένα συγκεκριμένο
ζήτημα, στην αποσώβηση των πολιτικών
και στρατιωτικών κερδών που εξασφαλίζονται
από τους Κούρδους ης Συρίας που συνδέονται
με το Δημοκρατικό Κόμμα (PYD) και την
στρατιωτική του πτέρυγα, τις Μονάδες
Προστασίας του Λαού (YPG).
Τουρκία λέει ότι το PYD και το YPG είναι
τρομοκρατικές οργανώσεις που συνδέονται
με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), το
οποίο διεξάγει μια αυτονομιστική
εκστρατεία στην Τουρκία για πάνω από
30 χρόνια. Οι προσπάθειες της Τουρκίας
αγνοήθηκαν, όταν αυτή προσπάθησε να
πείσει την Ουάσινγκτον να απορρίψει το
YPG, ακριβώς όταν οι Συριακές Δημοκρατικές
Δυνάμεις, χρηματοδοτούμενες από τις
ΗΠΑ και αποτελούμενες κυρίως από μαχητές
του YPG, προετοίμαζαν την απελευθέρωση
της Raqqa από το Ισλαμικό
Κράτος.
κατάσταση αυτή υποχρέωσε τους Τούρκους
αξιωματούχους να στραφούν στη Ρωσία με
την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν
περισσότερα από τη Μόσχα, όσον αφορά
τις απαιτήσεις τους στη Συρία.
ρωσική πλευρά ανταποκρίθηκε θερμά στις
τουρκικές προθέσεις, δεδομένης της
ευκαιρίας που της δόθηκε να μπεί σφήνα
μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ. Η Μόσχα
κάλεσε επίσης την Τουρκία να συμμετάσχει
στη διαδικασία της Αστάνα, η οποία
περιλαμβάνει επίσης το Ιράν, και έχει
ως στόχο να ξεκινήσει μια νέα διαδρομή
για να τερματιστεί η συριακή κρίση.
όμως ευοδωθεί αυτή η προσπάθεια, θα
είναι σαφώς περισσότερο σύμφωνη με τους
όρους της Μόσχας, από ότι της Άγκυρας.
Ρωσία, με την ακλόνητη στήριξή της στον
Σύριο Πρόεδρο Μπασάρ αλ-Ασαντ, αποτελούσε
στην πραγματικότητα εμπόδιο για την
Τουρκία στη Συρία από την αρχή. Δεν έχει
υποστηρίξει την προσπάθεια της Άγκυρας
να φέρει επίσης τους Σύριους Κούρδους
σε δύσκολη θέση.
έγινε εμφανές τον Ιανουάριο, μετά την
πρώτη συνάντηση της Αστάνα, όταν η Μόσχα
κυκλοφόρησε ένα σχέδιο συντάγματος για
τη Συρία, προς μεγάλη ενόχληση της
Άγκυρας, το οποίο πρότεινε επίσης την
αυτονομία των Σύριων Κούρδων.
Ρωσία ανέπτυξε επίσης στρατιώτες στο
Αφρίν, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία,
τον Μάρτιο, απαντώντας σε ενδείξεις ότι
η Τουρκία προετοίμαζε στρατιωτική
επιχείρηση ενάντια στην πόλη που ήλεγχε
το YPG.
Ρωσία επίσης αποδοκίμασε τους βομβαρδισμούς
της Τουρκίας σε στόχους του YPG στη Συρία
τον Απρίλιο, λέγοντας ότι «τέτοιες
κινήσεις προκαλούν τη σοβαρότερη
ανησυχία στη Μόσχα», προσθέτοντας, σε
περίπτωση που το μήνυμα δεν ελήφθη, ότι
οι ρώσοι αξιωματούχοι «μιλούσαν για
πράξεις του τουρκικού στρατού ενάντια
Κουρδικές δυνάμεις».
Ρωσία αρνείται να κατηγοριοποιήσει ως
τρομοκρατική ομάδα, όχι μόνο το YPG, αλλά
επίσης – αντίθετα με τις Ηνωμένες
Πολιτείες – και το PKK και επέτρεψε στο
PYD να διατηρεί έναν αντιπρόσωπο στη
Μόσχα.
τις ανωμαλίες για την Τουρκία, η Άγκυρα
δεν θέλει να διακινδυνεύσει άλλη μία
ρήξη με τη Ρωσία, όπως αυτή που ακολούθησε
την κατάρριψη ενός ρωσικού αεριωθούμενου
αεροσκάφους τον Νοέμβριο του 2015.
οικονομικές κυρώσεις της Ρωσίας ως
αντίποινα και το γεγονός ότι ο εναέριος
χώρος της Συρίας είχε κλείσει ουσιαστικά
για τα τουρκικά αεριωθούμενα αεροπλάνα
από τη Μόσχα μετά το συμβάν αυτό,
απέδείχθησαν ασήκωτες για την Τουρκία.
Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν
αναγκάστηκε να καταπιεί την υπερηφάνειά
του και τελικά να ζητήσει συγγνώμη από
τον Πούτιν για την κατάρριψη του ρωσικού
αεριωθούμενου αεροσκάφους, ώστε να
επανορθωθούν οι σχέσεις.
υψηλόβαθμος Τούρκος διπλωμάτης, ο οποίος
μίλησε υπό την προϋπόθεση της ανωνυμίας,
λόγω της ενεργού του θέσης στο Υπουργείο
Εξωτερικών, δήλωσε στο Al-Monitor ότι θα ήταν
αφελές να υποστηρίξουμε ότι η δυσπιστία
μεταξύ της Άγκυρας και της Μόσχας έχει
εξαλειφθεί.
ζητήματα παραμένουν, σχετικά με τη
Συρία. Αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι
να τα αφήσουμε να υπονομεύσουν τους
δεσμούς και προσπαθούμε να επιλύσουμε
τις υπάρχουσες διαφορές μέσω διπλωματικών
διαύλων», είπε. Επίσης,
αρνήθηκε ότι η Άγκυρα φέρνει τη Μόσχα
και την Ουάσινγκτον σε αντιπαράθεση.
Ερντογάν δήλωσε λίγο πολύ το ίδιο σε
μια συνέντευξη της 5ης Ιουλίου στη
γερμανική εφημερίδα Zeit,
όταν ρωτήθηκε αν εμπιστεύεται τον Trump
ή τον Πούτιν περισσότερο.
μας βάζετε να κάνουμε μια τέτοια επιλογή!
… Αναπτύσσουμε τις σχέσεις μας με
την Αμερική όσο καλύτερα μπορούμε και
κάνουμε το ίδιο με τη Ρωσία”, δήλωσε
ο Ερντογάν, προσθέτοντας: “Κάθε
χώρα στον κόσμο εξυπηρετεί τα συμφέροντά
της. Όπως και εμείς, βέβαια.”
Metin Gurcan της Al-Monitor έχει αναφερθεί στις
διαπραγματεύσεις μεταξύ της Άγκυρας
και της Μόσχας, στο πλαίσιο των ζωνών
αποκλιμάκωσης στη βόρεια Συρία, όπως
προτάθηκαν τον Μάιο στις συνομιλίες
της Αστάνα. Αυτές λέγεται ότι συνεπάγονται
μια ανταλλαγή μεταξύ του Αφρίν, οτ οποίο
ελέγχεται από τους Κούρδους και του
κοντινού Idlib, το οποίο ελέγχεται από τον
τουρκικά υποστηριζόμενο Ελεύθερο
Συριακό Στρατό και από διάφορες
ριζοσπάστες ισλαμικές ομάδες.
πρώην Πρέσβης Unal Cevikoz, ωστόσο, πιστεύει
ότι οι πιθανότητες της Άγκυρας και της
Μόσχας να συμφωνήσουν σε αυτή τη
διευθέτηση είναι περιορισμένες.
“Όλος ο κόσμος ξέρει ότι το καθεστώς
της Δαμασκού θέλει να καθαρίσει το
Idlib”, έγραψε ο Cevikoz στη Hurriyet, υποθέτοντας
ότι η Μόσχα είναι πιθανότερο να συμπράξει
τελικά με τη Δαμασκό, απ’ ότι με την
Άγκυρα.
τω μεταξύ, ο υπουργός Εξωτερικών των
ΗΠΑ Rex Tillerson, ο οποίος ήταν
στην Κωνσταντινούπολη νωρίτερα αυτή
την εβδομάδα για να παρευρεθεί στο
Παγκόσμιο Συνέδριο Πετρελαίου, όπου
συναντήθηκε και με τον Ερντογάν,
παραδέχθηκε ότι δεν είναι όλα ρόδινα
στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
ότι αρχίζουμε να ανοικοδομούμε κάποια
από την εμπιστοσύνη που χάσαμε ο ένας
στον άλλο. Χάσαμε την εμπιστοσύνη μας
σε κάποιο βαθμό, χάσανε τη δική τους, γι
‘αυτό πιστεύουμε ότι εργαζόμαστε πολύ
σκληρά για να ξαναφτιάξουμε αυτό το
επίπεδο εμπιστοσύνης και αυτή είναι η
βάση για οποιαδήποτε σχέση”, δήλωσε
ο Tillerson σε μια αναφορά του
προς Αμερικανούς διπλωμάτες με έδρα
την Τουρκία.
η Ουάσιγκτον δεν έδωσε καμία ένδειξη
ότι θα συμμορφωθεί με τα αιτήματα της
Άγκυρας σχετικά με το YPG.
τω μεταξύ, ορισμένοι εξέχοντες
φιλοκυβερνητικοί αναλυτές όπως ο
Abdulkadir Selvi της Hurriyet, άρχισαν να υποστηρίζουν
ότι οι εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες
ειδικότερα και με τη Δύση γενικότερα,
δεν έρχονται χωρίς κόστος για την
Τουρκία.
καυγάς της Τουρκίας με τη Δύση επηρεάζει
επίσης τους δεσμούς της Άγκυρας με τον
ισλαμικό κόσμο, των οποίων τα σχοινιά
κρατά στα χέρια της η Δύση”, έγραψε ο
Σελβί. Για παράδειγμα, επεσήμανε την
τελευταία απόκλιση της Άγκυρας με τις
περιφερειακές σουνιτικές δυνάμεις,
σχετικά με το Κατάρ.
στο αποτυχημένο πραξικόπημα του
περασμένου έτους, του οποίου η πρώτη
επέτειος θα εορταστεί αυτό το
Σαββατοκύριακο, ο Selvi ισχυρίστηκε επίσης
ότι αυτή η απόπειρα δεν θα είχε γίνει
ποτέ, εάν οι σχέσεις της Τουρκίας με τις
Ηνωμένες Πολιτείες ήταν καλές.
“Πρέπει να βελτιώσουμε τους
δεσμούς μας με τη Δύση”, είπε.
“Η παρούσα κατάσταση των πραγμάτων
είναι μη βιώσιμη.”
της αποδεδειγμένης αδυναμίας της να
αντλήσει τα απαραίτητα συμπεράσματα
από τις αποτυχίες της εξωτερικής της
πολιτικής και τη συνεχιζόμενη επιμονή
της σε αποτυχημένες πολιτικές, η Άγκυρα
είναι απίθανο να αλλάξει πορεία σε αυτό
το στάδιο.
της αφήνει λίγες επιλογές. Μία από αυτές
φαίνεται να είναι η διατήρηση της
υπάρχουσας πορείας, με την ελπίδα ότι,
είτε η Ουάσινγκτον, είτε η Μόσχα θα
στηρίξουν τελικά την Τουρκία στη Συρία,
ειδικά σε σχέση με τους Κούρδους, διότι
η παγκόσμια αντιπαλότητα των Ηνωμένων
Πολιτειών και της Ρωσίας θα τις αναγκάσει
να το κάνουν.
όμως αυτή θα είναι μια μάταιη προσδοκία,
αφήνοντας την Άγκυρα να αντιμετωπίσει
μόνη της τους περιφερειακούς της
δαιμόνες, στο μέγιστο των περιορισμένων
δυνατοτήτων της, ενάντια σε αυξανόμενες
πιθανότητες.
Semih Idiz είναι αρθρογράφος για το Turkey
Pulse του Al-Monitor. Είναι δημοσιογράφος
που καλύπτει εδώ και 30 χρόνια θέματα
διπλωματίας και εξωτερικής πολιτικής
για μεγάλες τουρκικές εφημερίδες. Τα
άρθρα του μπορούν να βρεθούν στην αγγλική
γλώσσα στο Hurriyet Daily News. Τα άρθρα του έχουν
επίσης δημοσιευθεί στα περιοδικά
The Financial Times, Times of London, Mediterranean Quarterly και
στο Foreign Policy.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

