Γενικά θέματα
Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες

Το Φθινόπωρο τού 2003 το Υπουργικό Συμβούλιο τής Κυπριακής Δημοκρατίας ενέκρινε τον διορισμό επταμελούς Επιτροπής Πανεπιστημιακών[1] με σκοπό να μελετήσει και να αξιολογήσει το εκπαιδευτικό σύστημα τής Κύπρου και να υποβάλει έκθεση με προτάσεις για την ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό τής Κυπριακής εκπαίδευσης. Επρόκειτο για υλοποίηση προεκλογικής εξαγγελίας τού Τάσσου Παπαδόπουλου και των συνεργαζομένων κομμάτων που τον ανέδειξαν στην προεδρία τής Κυπριακής Δημοκρατίας (κομμουνιστικού ΑΚΕΛ, κεντρώου ΔΗ.ΚΟ. και σοσιαλιστικού ΕΔΕΚ), για «σφαιρική μεταρρύθμιση» τού κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος.
Η πέρα των 300 σελίδων μελέτη άρχισε να υποβάλλεται στον Υπουργό Παιδείας από τον Μάρτιο τού 2004. Το σύνολό της υιοθετήθηκε με προσωπική δήλωση τού επόμενου Προέδρου τής Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια (που εξελέγη με τη στήριξη των ιδίων, όπως και πιο πάνω κομμάτων) στις 28.7.2008. Ο Πρόεδρος τόνισε την ανάγκη επίσπευσης τής Μεταρρύθμισης και την εφαρμογή της «το ταχύτερο δυνατό» με στόχο, πάντα, την «αναβάθμιση» τής Παιδείας τής Κύπρου.
Για ακριβέστερη διευκρίνιση αυτής τής «αναβάθμισης», η επταμελής Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει και όρους όπως «μετάλλαξη» και «μεταμόρφωση», ενώ στο «Μανιφέστο» της, (κεφάλαιο 5), πρότεινε ξεκάθαρα τον «ιδεολογικό αναπροσανατολισμό» τής Κυπριακής Παιδείας με «την απάλειψη των στενά εθνοκεντρικών, μονοπολιτισμικών και κατ’ επέκταση εθνικοδυιστικών στοιχείων». Προς τούτο εισηγήθηκε, ανάμεσα σ’ άλλα, τη διδασκαλία τής τουρκικής γλώσσας στο Λύκειο, τη συγκρότηση μικτής ομάδας Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων επιστημόνων «για αναθεώρηση των βιβλίων τής Ιστορίας» και, τελικά, επανέλαβε το παλιό όνειρο των ξένων κατακτητών, αλλά και ντόπιων, νεότερων κυβερνητών τής Κύπρου, τη «σταδιακή μείωση τής εξάρτησης», δηλαδή την απεξάρτηση, «τής Κύπρου από την Ελλάδα»!
Αν και έπρεπε να περάσουν 30 χρόνια από την τουρκική εισβολή τού 1974 για να αποτολμηθεί ευθέως η πρόταση για «ιδεολογικό αναπροσανατολισμό» τής Κυπριακής Παιδείας με δικαιολογητικό τις νέες πραγματικότητες και την ανάγκη ομοσπονδιακής συμβίωσης με τους Τούρκους, εκείνο που εξακολουθεί να περνά απαρατήρητο και αδιερεύνητο είναι η ίδια η σημερινή de facto διχοτόμηση ως φυσικό επακόλουθο τής πολιτικής τής «απεξάρτησης» τής Κύπρου από την Ελλάδα. Αυτή η στόχευση καθορίστηκε ευθύς με την ίδρυση τής Κυπριακής Δημοκρατίας (κάποιες ενδείξεις τη φέρουν να υπήρχε ή να εκκολάφθηκε στη σκέψη τού αρχηγού τού Αγώνα των Κυπρίων πολύ πριν το 1960 [2]) και προωθήθηκε έμπρακτα σχεδόν αμέσως μέσω άλλων πνευματικών ανδρών, ευθέως υπό την επήρεια τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, υπό το κάλυμμα επειγόντως αναγκαίων «μεταρρυθμίσεων» στην παιδεία, για τις οποίες άνοιγε ο δρόμος λόγω τής «μεγαλύτερης οικονομικής ευρωστίας τής Κύπρου από την Ελλάδα».
Ο ίδιος ο διευθυντής τού Παγκυπρίου Γυμνασίου Φρίξος Πετρίδης (1961-1968) και μετέπειτα Υπουργός Παιδείας (1970-1972) εγκαινίασε αυτή την πολιτική υποστηρίζοντας ότι η εμμονή στην απόλυτη ταύτιση και συμπόρευση με την ελλαδική παιδεία σήμαινε έναν άκαρπο «πηνελοπισμό».[4] Από τον Ιανουάριο του 1963 σε ομιλία του στην ΟΧΕΝ (Νεανίδων) Λευκωσίας,[5] παρουσία τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, είχε αμφισβητήσει τη σημασία που δινόταν στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών[6] , την προτεραιότητα τής Αθήνας ως αποκλειστικής πηγής προέλευσης κάθε καλού (πράγμα που πολύ σύντομα, στην κρίση τού 1964, θα εφάρμοζε αδίστακτα ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στις άμεσες σχέσεις του με την Κυβέρνηση των Αθηνών), είχε τονίσει την ύπαρξη διαφοράς ανάμεσα σε προβλήματα Ελλήνων τής Κύπρου και Ελλήνων τής Ελλάδας και είχε δώσει και το πρώτο δείγμα κυπριακής «πνευματικής» υπεροψίας απέναντι στην κυρίως Ελλάδα υπενθυμίζοντας ότι η Κρήτη ήταν «ελληνικοτέρα» πολλών μερών τής Ελλάδας τον 19ο αιώνα, ενώ τα Επτάνησα «προηγούνταν τής Ελλάδος πνευματικώς και καλλιτεχνικώς επί ενάμιση αιώνα μετά την παλιγγενεσία»! Εκείνη η ομιλία του, του Ιανουαρίου 1963, είχε κλείσει με προτροπή προς τους Κυπρίους, την αρετή και την τόλμη που επέδειξαν στον απελευθερωτικό τους, ενωτικό με την Ελλάδα αγώνα τού 55-59, να την επιδείξουν ξανά, αλλά για ν’ αφήσουν τώρα πίσω τους την Ελλάδα, που… θ’ ακολουθούσε σίγουρα στην ίδια οδό όταν θα το επέτρεπαν τα οικονομικά της!
Ανεπίγνωστα, υπάκουα κι επιπόλαια, υπό το άστρο τής προσωπικότητας και τής μυθικής «αγωνιστικότητας», αλλά και υπό τη συντριβή την απορρέουσα εκ των διττών εξουσιών τού Αρχιεπισκόπου-Προέδρου Μακαρίου, ο κατά τα άλλα ικανότατος δάσκαλος (και ακραιφνής ενωτικός) διευθυντής τού Παγκυπρίου Γυμνασίου, συνέχιζε και στη Λογοδοσία τού 1964-65 να ενισχύει την «απεξάρτηση» τής Κύπρου από την Ελλάδα: «Η στοιχειώδης ελλαδική παιδεία είναι πολύ κατωτέρα τής κυπριακής… Προηγούμεθα ήδη τής ελλαδικής εκπαιδεύσεως… δια λόγους οικονομικούς η Κύπρος αυτήν την στιγμήν έχει μεγαλυτέρας δυνατότητας… όταν θα ενωθώμεν με την Ελλάδα πολιτικώς, να ενωθώμεν ως ενεργητικό και, εάν δυνάμεθα, ως πρότυπον εις την παιδείαν κ.τ.λ.».[7]
Οι ιδέες, όμως, περί «ελληνικοτέρας» Κύπρου θα έπαιρναν στα επόμενα χρόνια μεγαλύτερες και ευρύτερες διαστάσεις και θα εξελίσσονταν και σε «κυπροεθνικιστικές» τρόπον τινά με επίκεντρο μια «ανώτερη» από την Ελλάδα», Κύπρο, η οποία θα έμπαινε σταδιακά και στην καλλιέργεια τής νέας, «κυπριακής συνείδησης» των πολιτών της, ιδιαίτερα ενθαρρυμένη να κομπάζει και ως «δημοκρατικότερη» μετά τη «βολική» διολίσθηση τής Ελλάδος στο απριλιανό καθεστώς! Ο Μακάριος δεν θα αργούσε ν’ αναλάβει, μάλιστα, και πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση και εκδίωξη, δήθεν, τού δικτατορικού ελλαδικού καθεστώτος!
***
Το πνεύμα δυσαρέσκειας των Ελλήνων με τη σύγχρονη Ελλάδα (που καίρια συνόψισε ο Γιώργος Σεφέρης με τη φράση όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει), η οποία πολύ σπάνια και μόνο στιγμιαία κατορθώνει να αρθεί στο ύψος των προσδοκιών των πολιτών της, λειτούργησε ως σταθερός ούριος άνεμος για τις φιλοδοξίες όλων όσοι για διάφορους λόγους δεν θέλησαν να κρατήσουν σταθερή ρότα στην κατεύθυνση τής Ένωσης τής Κύπρου με την Ελλάδα. Στην πολιτική τής απεξάρτησης τής Κύπρου από την Ελλάδα, που ακολούθησε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, δεν συνάντησε καμιά σφοδρή αντίθεση εκ μέρους των πνευματικών ανθρώπων τής Ελλάδος, αντίθετα εισέπραξε άφθονο τον θαυμασμό τους ως «αντιστασιακός», κι ο λαός τής Κύπρου την απορία τους για την ορμητική του επιθυμία να ενωθεί με μια πτωχότερη κι εξαρτημένη Ελλάδα.
Μέσα σε αυτή, τη γεμάτη πλάνες ατμόσφαιρα, ούτε καν ακροθιγώς δεν ασχολήθηκε η ιστοριογραφία με την υπόθεση ότι ένας από τους κυριότερους παράγοντες, αν όχι ο κυριότερος, επιβολής τής Δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967, ήταν και η αρνητική στάση που κράτησε ο Μακάριος απέναντι στη συναίνεση των Αμερικανών να πραγματοποιηθεί η Ένωση στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων τής Γενεύης τον Ιούλιο-Αύγουστο 1964 χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις στην Τουρκία, ώστε να εκλείψει ο κίνδυνος εμφάνισης μιας νέας «Κούβας» στην ανατολική Μεσόγειο. Αδιερεύνητη, ακόμα, σε σχέση με την επιβολή τής Δικτατορίας στην Ελλάδα παραμένει η σημασία τής αδυναμίας τού Γεωργίου Παπανδρέου να επιβληθεί στον Μακάριο και να μετατρέψει την δια της Μεραρχίας επιτελεσθείσα «ντε φάκτο» Ένωση σε, δια της Μεραρχίας, «ντε γιούρε», επισήμως αναγνωρισμένη, Ένωση [9]!
Το απερίσκεπτο «σχέδιο» απεξάρτησης τής Κύπρου από την Ελλάδα, που μπήκε σε εφαρμογή σχεδόν αμέσως με την ίδρυση τής Κυπριακής Δημοκρατίας, με πρώτο βήμα την απόσχιση τής Κυπριακής από την Ελλαδική παιδεία και με το πρόσχημα, μάλιστα, ότι θα γινόταν η Κυπριακή «πρότυπον» και για την Ελλάδα, βρήκε πρόσφορο έδαφος, ανάμεσα σ’ άλλα, και στον ευρωπαϊκό προοδευτικόφρονα «φωτισμό» των νεαρών συνεργατών τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, οι οποίοι, ενώπιον τής προοπτικής τής περαιτέρω κοινωνικής τους ανέλιξής ήταν και διατεθειμένοι να κάμνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι οι κατά τακτά διαστήματα επαναλαμβανόμενες ενωτικές διακηρύξεις του ήσαν κενές περιεχομένου. Το αμέσως εφαρμόσιμο σχέδιο πρόβλεπε, κατά το αγγλικό πρότυπο, ανάπτυξη των τεχνικών σχολών σε βάρος των κλασικών σχολείων, όπως από την αρχή επέμεναν ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Τάσσος Παπαδόπουλος (1960-1970) και ο Υπουργός Οικονομικών Ρένος Σολομίδης (1962-1968) [10], παρά τις παρεμβάσεις τής επίσημης Ελλάδας και παρά την επιμονή τού Υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Σπυριδάκι (1965-1970) ότι αυτό θα αποτελούσε «πλήγμα όχι μόνο για την πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη τής χώρας αλλά και για την επιστημονική και την οικονομική, αφού χωρίς τη γενική εκπαίδευση θα επηρεαζόταν αρνητικά η ανάπτυξη τού ανθρώπινου δυναμικού».[11]
Αντικρίζοντας από κάποια απόσταση πλέον (και υπό το πνεύμα τής παρούσας κρίσης) τις περιόδους τής οικονομικής «ευμάρειας» τής Κύπρου και τής «ανάπτυξής» της, και τοποθετώντας τις μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο τής ιστορικής της πορείας, των ιστορικών ονείρων, ποτισμένων με αίμα εθνικών φιλοδοξιών της για μια αξιοπρεπή, ελληνότροπη επιβίωση, άρχισε να διακρίνεται πια καθαρά ότι το μόνο που κατάφερε η πολιτική τής απεξάρτησης ήταν να οδηγήσει την Κύπρο στον διχασμό, την αποδυνάμωση, το τούρκεμα τού ενός τρίτου των εδαφών της και στην παρούσα δοκιμασία και εξάρτηση από ξένα συμφέροντα.
Το γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα δεν είχαν ακόμα διερευνηθεί εις βάθος οι συνομιλίες τής Γενεύης τού 1964, ώστε να αποκαλυφθούν οι σκοπιμότητες που τις παρουσίαζαν να επιδιώκουν μόνο τη διχοτόμηση τής Κύπρου (πράγμα που διατηρούσε «δικαιωμένη» την απεξαρτησιακή πολιτική τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου), απέτρεψε και την έρευνα στην κατεύθυνση των ευρύτερων επιπτώσεων εκείνης τής πολιτικής ως καταλυτικής εις βάρος τής νεότερης ελληνικής ενότητας και ισχύος.
Αν, όπως ήταν εκείνη την περίοδο (1964) η ευρύτερη κατανόηση στο πεδίο των πολιτικών εξελίξεων, των παραδοχών και των πραγματικοτήτων που φαίνονταν να διαμορφώνονται, πραγματοποιούνταν η Ένωση τής Κύπρου με την Ελλάδα, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ούτε η Ελλάδα θα έφτανε ποτέ στη δικτατορία τού ’67 ούτε η Κύπρος στην τουρκική εισβολή τού ’74, αλλ’ ούτε και οι δύο θα έφταναν, ίσως, στη δεινή θέση που βρίσκονται σήμερα. Αντίθετα το ισοζύγιο δυνάμεων στην περιοχή, και με τις «δύο» σημερινές ΑΟΖ ενωμένες, θα ήταν εντελώς άλλο. Η Ελλάδα με την Κύπρο ως προέκταση και δική της παρουσία στην Ανατολή θα είχε διαφορετικό γεωστρατηγικό εκτόπισμα και δεν θα άφηνε χώρο στους κωμικούς αλλά και επικίνδυνους οραματισμούς των Τούρκων.
Η ανθενωτική, απεξαρτησιακή πολιτική τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να διερευνηθεί επαρκώς ώστε να φανεί πόσο αφύσικη υπήρξε, και πόσο καταστροφικά ασύμφορη για τον σύγχρονο ελληνισμό.
***
Το βιβλίο Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες, Εστία 2006, γράφτηκε με στόχο να καταδείξει τον εκτροχιασμό τού αγώνα τής Κύπρου, ν’ απαλλάξει το σώμα του από τη λάσπη, ν’ αποκαταστήσει τα χαμένα του μέλη, ν’ αφαιρέσει ακαλαίσθητα προσθέματα, να φέρει στο φως το πρόωρα πεπαλαιωμένο και σκόπιμα μουσειοποιημένο «άγαλμά» του, με τη «ρομαντική» φιλοδοξία να το επαναφέρει, ίσως, στη ζωή, σίγουρα στην αληθινή ζωή που σημαίνει το κάλλος του. Η φόρμα που θεωρήθηκε πιο κατάλληλη για τη συγγραφή του ήταν εκείνη τού Χρονικού, ενός τύπου «ημερολογίου» ή προσωπικής μαρτυρίας ενός Κυπρίου, ο οποίος διατηρεί μέσα του ολοζώντανη την ανάμνηση τού ενωτικού-απελευθερωτικού έπους τού 55-59, έζησε την εφηβεία του στον επιπόλαιο μέχρι ανεύθυνο πυρετό τού 1964 και την ωριμότητά του από τον «εμφύλιο» τού ’70 ως το προδομένο ’74, κι ως την εντελώς εκτροχιασμένη πια, οργιαστικά αμνήμονα καταναλωτική ευμάρεια και σχεδόν αδιάκοπα «καρναβαλική» πανδαισία τού 2000.
Η πορεία τού βιβλίου και μέσω τής υποβολής του στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού τής Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως ήταν τότε η υπάρχουσα πρακτική, κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να σταματήσει επειδή θα αντιμετωπιζόταν αρνητικά από το Κυπριακό Κράτος. Το βιβλίο ασκούσε, επίσης, οξεία κριτική στην ανθελληνική ιδεολογία των υψηλά ιστάμενων λειτουργών και άλλων περιώνυμων πολιτών του και την υποδείκνυε ως το γενεσιουργό αίτιο μιας ευρύτερης παρακμής. Το ερώτημα για τον συγγραφέα του ήταν μέχρι ποιου σημείου θα έφτανε η νεοκυπριακή γραφειοκρατία στην προσπάθειά της να εξουδετερώσει το βιβλίο αποτελεσματικά. Επειδή το Κυπριακό Κράτος όχι μόνο δεν πρόβαλλε επίσημα την ανθελληνική ιδεολογία του, αλλά αντίθετα πολλές φορές, υποκριτικά, διακήρυσσε το αντίθετό της ως τη μόνη αληθινή πίστη και πεποίθησή του. Η περιθωριοποίηση-αποσιώπηση [12] τού βιβλίου δεν μπορούσε να σημαίνει άλλο από τη δικαίωση του, την επιβεβαίωση των μεθόδων και των πρακτικών που μετερχόταν το κυπριακό κράτος.
Όταν αυτό ακριβώς έγινε, ο συγγραφέας αντέδρασε με επιστολή στις 23 Ιανουαρίου 2008 προς τη διεύθυνση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών τού Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, με αντίγραφα στον Υπουργό, στα μέλη τής Επιτροπής Γραμμάτων και στηνΕπίτροπο Διοικήσεως τής Κυπριακής Δημοκρατίας, στην οποία υπέβαλε και αίτημα εξέτασης τού θέματος. Παρόμοια υπόθεση υπήρξε και το 1976 όταν η Επιτροπή αποφάσισε τη βράβευση τού Παντελή Μηχανικού αλλά την απόφαση ανέπεμψε ο Υπουργός Παιδείας και, επίσης, το 1984 όταν με τον ίδιο τρόπο αναπέμφθηκε και πάλι απόφαση βράβευσης τού βιβλίου Το Δένδρο, η Συνωμοσία και άλλα, του γράφοντος. Εκείνη τη φορά παραιτήθηκαν τα μέλη τής Επιτροπής Νάσος Βαγενάς και Νίκος Ορφανίδης. Ταυτόχρονα αρνήθηκαν τη βράβευσή τους δυο άλλοι λογοτέχνες, η Πίτσα Γαλάζη το Α ́ βραβείο ποίησης και ο Κώστας Μακρίδης τον έπαινο στην ίδια κατηγορία.
Στην επιστολή τού συγγραφέα προς τη Διεύθυνση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών γινόταν αναφορά στον «ζντανοφισμό», όπως πρόσφατα τον είχε περιγράψει ο Νάσος Βαγενάς:[13] «Εκείνη η κριτική αντίληψη, που θεωρεί το ιδεολογικό στοιχείο μιας ορισμένης πολιτικής κατεύθυνσης ως κύριο κριτήριο στην αξιολόγηση των καλλιτεχνικών έργων». Αυτήν ακριβώς την ολοκληρωτική αντίληψη εξέθετε και σατίριζε – ανάμεσα σ’ άλλα – μέσω μια προσωπικής «μαρτυρίας» το Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες, αντίληψη που είχε βρει ξανά εφαρμογή στο παρελθόν σε βάρος άλλων βιβλίων από τις «Πολιτιστικές Υπηρεσίες» τής Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η απάντηση των «Πολιτιστικών Υπηρεσιών» (στο εξής «Π.Υ.»), στις 7 Μαρτίου, ήταν ότι απλούστατα «εκρίθη από την Επιτροπή Γραμμάτων ότι το υπό αναφορά βιβλίο δεν ενέπιπτε στην κατηγορία ‘Χρονικό/Μαρτυρία’», όπως ορίζεται από τα λεξικά στα οποία κατέφυγε η Επιτροπή. Αυτά ήταν το Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων των Μαρκαντωνάτου-Σακελλαρίδη, 1980, και το Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας τού Γ. Μπαμπινιώτη, 2002.
Ως εκ τούτου, κατέληγαν στην απάντησή τους οι Π.Υ., το έργο δεν ήταν «Χρονικό» επειδή δεν αναφερόταν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν είχε υφολογική ομοιογένεια και παρουσίαζε ποικιλία θεμάτων που οδηγούσαν σε ανομοιογένεια τού περιεχομένου.
Δινόταν, επίσης, απάντηση σε νύξη που έκαμε ο συγγραφέας στην επιστολή του για την ομοιογένεια των πολιτικών αντιλήψεων των μελών τής Επιτροπής, ότι η επιλογή τους δεν έγινε με βάση τις ιδεολογικές τους απόψεις αλλά την «εμπειρογνωμοσύνη» τους «επί του συγκεκριμένου θέματος».
Η ανταπάντηση τού συγγραφέα στις 17 Μαρτίου 2008 ήταν ότι στην κατάσταση «ωριμότητας» και «σοφίας», που είχε φτάσει τώρα το κυπριακό κράτος, όπου δεν επενέβαιναν πια ευθέως κι ετσιθελικά οι υπουργοί του για να ακυρώνουν αποφάσεις επιτροπών που διόρισαν οι ίδιοι, όφειλαν να απασχολούν την Υπηρεσία οι «πολιτικές» απόψεις των μελών τής Επιτροπής, ώστε να εκπροσωπούνται όλες οι κυρίαρχες ιδεολογίες, διαφορετικά και πάλι δεν θα μπορούσε να διασφαλισθεί η ελευθερία τής σκέψης και της έκφρασης και η κατάληξη σε κατά το δυνατόν «ακριβοδίκαιες» αποφάσεις. Δεν είχαμε φτάσει ακόμα σε στάδιο όπου η «εμπειρογνωμοσύνη» και μόνο θα ήταν αρκετό προσόν αληθινά δημοκρατικής συμπεριφοράς. Η εκάστοτε εξουσία, με το πρόσχημα ότι δεν την απασχολούν, τάχα, οι ιδεολογικές απόψεις των μελών τής Επιτροπής, θα διόριζε απλώς δικούς της «εμπειρογνώμονες» και το μόνο που θα κατόρθωνε ήταν να κρυβόταν πίσω από το δάχτυλό της, φανερώνοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και την ολοένα και πιο εξασθενημένη πνευματική κατάσταση όλων μας.
Όμως, συνέχιζε στην επιστολή του ο συγγραφέας, αυτό που τελικά συνέβαινε ήταν ακόμα χειρότερο, επειδή η «εμπειρογνωμοσύνη» δύο τουλάχιστο των διορισθέντων μελών τής Επιτροπής φαινόταν μάλλον ανύπαρκτη. Ουδέν δημοσίευμά τους, μελέτη ή έκδοση σχετική με το αντικείμενο δεν υπήρχε. Αντίθετα, τα προσόντα τους, όπως κι ενός τρίτου μέλους ήταν μια δήλωση υποστήριξης στην υποψηφιότητα Χριστόφια.[14] Πρόεδρος δε τής Επιτροπής ήταν ο ανώτερος λειτουργός των Π.Υ. (αργότερα θα γινόταν διευθυντής τους), ενώ το πέμπτο μέλος ήταν καθηγητής Φιλολογίας Ελλαδικού Πανεπιστημίου. Υπήρχε και ένα έκτο μέλος, επίσης φιλόλογος, ανεξιχνίαστων, τουτέστι ευκαιριακών πολιτικών πεποιθήσεων.
Στα επιχειρήματα ότι το βιβλίο δεν ήταν «χρονικό» επειδή δεν κάλυπτε, δήθεν, συγκεκριμένη χρονική περίοδο η απάντηση τού συγγραφέα ήταν ότι το βιβλίο άρχιζε σε συγκεκριμένη μέρα, ημερομηνία και ώρα τού 1993 με ένα ιστορικό γεγονός (την εκλογή Γλαύκου Κληρίδη στην προεδρία τής Κυπριακής Δημοκρατίας), και από εκεί πήγαινε πίσω στον Δεκέμβριο 1969, έτος επιστροφής τού συγγραφέα στην Κύπρο από τις σπουδές του, για να συνεχίσει την αφήγηση χρόνο με τον χρόνο, σχεδόν κεφάλαιο με κεφάλαιο μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 2001 (κεφάλαιο «Νάιν Ιλέβεν»), και να κλείσει με δύο ακόμα κεφάλαια ως επίλογο για τη σημερινή κυπριακή πραγματικότητα. Όσον αφορά τούς επιλεγμένους «ορισμούς» τού «τι εστί χρονικό», είχαν μεν εφαρμογή σε ιστορικές αφηγήσεις τύπου Χρονικού τού Μορέως ή του Μαχαιρά, δεν απέκλειαν, όμως, καθόλου το Την Ελλάδα θέλομεν…, το οποίον εμπίπτει και μέσα στα πλαίσια πιο σύγχρονων ορισμών όπως εκείνο τού πολύ πρόσφατου Λεξικού τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης 2007, που καθορίζει ότι ένα Χρονικό «διανθίζεται κάποτε από διαλόγους, αυτοβιογραφικές πληροφορίες, σύντομα σχόλια κ.τ.λ»
Στο θέμα τής «ανομοιογένειας» ύφους ή περιεχομένου, που κατά τον ισχυρισμό, χαρακτήριζε το βιβλίο, η απορία ήταν αν η εξ «εμπειρογνώμων» Επιτροπή των Π.Υ. θα απέρριπτε και ήδη αναγνωρισμένα μεγάλα λογοτεχνικά έργα, όπως για παράδειγμα το Άξιον Εστί τού Οδυσσέα Ελύτη για το πάντρεμα πεζών με στίχους και την υφολογική, γλωσσική και μετρική τους «ανομοιογένεια»!
Τελικά έμενε στο κενό και το ερώτημα γιατί ο διαγωνισμός έφερε την ονομασία «Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία», αφού κατά την παραδοχή τής Επιτροπής (επιστολή 7ης Μαρτίου) δεν είχε καθόλου κριθεί η λογοτεχνικότητα τού βιβλίου, τη στιγμή που υπήρχαν, καθορισμένα από τις ίδιες τις Π.Υ., συγκεκριμένα και αριθμημένα λογοτεχνικά κριτήρια βράβευσης! Αυτά δεν έλειπαν ούτε πλήρως ούτε έστω εν μέρει από το Την Ελλάδα θέλομεν…
Σε προσωπική του επιστολή προς τον συγγραφέα,[15] σε λιγότερο από τρεις μήνες μετά την κυκλοφορία τού βιβλίου, ο Χρήστος Γιανναράς, έγραψε: «Είναι εκπληκτικό βιβλίο, ασύγκριτο με ό,τι έχω ως τώρα διαβάσει για την μετά το ’74 Κύπρο. Πολύ θα ήθελα να είχε γραφτή ένα ανάλογου ταλέντου βιβλίο και για την ελλαδική Ελλάδα στην ίδια περίοδο».
Στην επιφυλλίδα του στις 27 Αυγούστου τού ιδίου χρόνου [16] στην «Καθημερινή», αναφέρθηκε στην κάθε άλλο παρά «δημοσιογραφική» γραφή τού βιβλίου, χαρακτηρίζοντάς την «γυμνασμένη σε δύσκολα πεδία τής εκφραστικής και της ευαισθησίας». Αναφορικά με την «ακριβή αποτύπωση των ευαισθησιών και των ανησυχιών τού σύγχρονου ανθρώπου» (αρ. 8 στη λίστα των λογοτεχνικών κριτηρίων τής Επιτροπής Γραμμάτων), ο Γιανναράς εύρισκε πως το Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες, «συνδέει την παρακμή και την υπονόμευση τού κοινωνικού αθλήματος (θεσμών και προϋποθέσεων) από την ‘εκσυγχρονιστική’ ατομοκρατία, την ιστορικοϋλιστικά καταναλωτική». Κι αυτό, πάντα κατά τον Γιανναρά, γινόταν χωρίς «γενικευμένες αφαιρετικές πιστοποιήσεις» και «αφοριστικούς χαρακτηρισμούς, αφήνοντας την κριτική ικανότητα τού αναγνώστη να συναγάγει συμπεράσματα και αξιολογήσεις προσώπων μέσα από τις πολύ συγκεκριμένες, λεπτομερειακές, αλλά ενδεικτικά επιλεγμένες ψηφίδες αφήγησης που κατατίθενται ως προσωπική μαρτυρία στο βιβλίο».
Μόλις δυο εβδομάδες πριν, στις 13 Αυγούστου, στην επιφυλλίδα του στο «Βήμα», ο Νάσος Βαγενάς [17] κατέτασσε το Την Ελλάδα θέλομεν… σε εκείνα τα κυπριακά βιβλία που τυπώνονται στην Ελλάδα και είναι «ενίοτε αξιολογότερα από αρκετά ελληνικά που θεωρούνται σημαντικά».
Η ελάχιστη αυτή αναφορά που έγινε εδώ σ’ ένα μικρό μέρος τής αλληλογραφίας τού συγγραφέα με τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες τής Κυπριακής Δημοκρατίας στοχεύει απλώς στο να καταδείξει πώς και πόσο η γραφειοκρατία τού κυπριακού κράτους υποτάχθηκε στην ανθελληνική, συχνά παρουσιαζόμενη ως απλώς ανθελλαδική απεξαρτησιακή πολιτική. Αυτή η γραφειοκρατία αποδείχτηκε, επίσης, απρόσβλητη από την Έκθεση τού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, η οποία κοινοποιήθηκε στις 23 Ιουνίου 2009 και αναγνώριζε το βιβλίο ως «χρονικό», ως δηλαδή αυτό που ήταν και θεωρούσε «εσφαλμένη» την απόφαση αποκλεισμού του. Ζητούσε από τις Π.Υ. να «παράσχουν γραπτή ικανοποίηση» στον συγγραφέα στο πνεύμα των συμπερασμάτων τής Έκθεσης, πράγμα που δεν έγινε, βέβαια, ποτέ.
***
Η πολιτική τής απεξάρτησης τής Κύπρου από την Ελλάδα, που εγκαινιάστηκε με την ίδρυση τής Κυπριακής Δημοκρατίας από τη διακυβέρνηση Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και κληροδοτήθηκε σε όλες τις επόμενες, δεν σταμάτησε ποτέ, όποιες κι αν ήταν οι διακηρύξεις, οι δηλώσεις, ακόμα και οι εκατέρωθεν ενέργειες σε όλο αυτό το διάστημα. Θα μπορούσε κανείς να διακρίνει δύο επίπεδα όχι μόνο στην τρέχουσα πολιτική πρακτική αλλά και σε σχεδόν όλους τούς τομείς τής «σχέσης» Ελλάδας-Κύπρου. Εμπλεκόμενες, διασταυρούμενες προθέσεις, ενίοτε υποδόρια και ενίοτε σε μετωπική σύγκρουση, μέσα σε ένα πνεύμα που κάποτε ήταν απόλυτα ειλικρινές και κάποτε απόλυτα υποκριτικό και ψευδές, χωρίς συνήθως να υπάρχει ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή, με το φοβερό φαινόμενο αυτό το πνεύμα συχνά να εκπηγάζει από τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους και να βγάζει στην επιφάνεια ό,τι περισσότερο, ίσως, ήθελε να κρύψει ή ό,τι περισσότερο ήθελε να διατρανώσει ως ουσία και ταυτότητά του ο καθένας.
Μόνο και μόνο ο τίτλος τού βιβλίου ήταν, ίσως, αρκετός για να προκαλέσει όλων των ειδών τα συναισθήματα από το ένα νοητό άκρο μέχρι το άλλο. Η απόφαση, όμως, της περιθωριοποίησής του από την Κυπριακή Δημοκρατία δείχνει καθαρά τουλάχιστο δύο πράγματα: Πρώτον ότι η αποτυχία τού ενωτικού με την Ελλάδα αγώνα τής Κύπρου, αγώνα συνενωτικού τής ισχύος και της επιβίωσης τού ελληνισμού, οφειλόταν και οφείλεται σε μια ευρύτερη «αναποφασιστικότητα» (για την οποία υπάρχουν χίλιες άλλες λέξεις και νοήματα προκειμένου να διερευνηθεί εις βάθος), που εκφράστηκε τη δεδομένη στιγμή από συγκεκριμένα πρόσωπα με πολιτική ισχύ τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα – ασχέτως τού αν η Κύπρος είχε την πρωτοβουλία και η Ελλάς «απρόθυμα» ακολούθησε – και δεύτερον ότι η απεξάρτηση, ως δυναμικό παράγωγο τής «αναποφασιστικότητας», δηλαδή η τάση απόσχισης τού ελληνισμού από τον εαυτό του, η αυτοδιάλυσή του, είναι η επικρατούσα.
Η αντίσταση στην «αναποφασιστικότητα» και την απεξάρτηση δεν είναι ανύπαρκτη και δείχνει κι αυτή να κληροδοτείται, να κρατιέται με τα δόντια, ακόμα κι εναντίον τής νοθείας τού εαυτού της, δείχνει να επιβιώνει, έστω και σε ποσότητες ισχνότερες εκείνης που ο Μακρυγιάννης είχε αναγνωρίσει ως «μαγιά». Από την άλλη, μια αντίθετη, ξεκάθαρη αποφασιστικότητα διεξάγει έναν μυστικό και φανερό πόλεμο εξολόθρευσής της.
* Ο Άντης Ροδίτης γεννήθηκε στο Καϊμακλί, προάστιο της Λευκωσίας, το 1946. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεοπτική παραγωγή στην Αγγλία. Από το 1971 μέχρι το 1985 εργάστηκε ως Λειτουργός Προγραμμάτων στην κυπριακή τηλεόραση. Από το 1985 διατηρεί ιδιωτική εταιρία παραγωγής ταινιών στη Λευκωσία.
Έχει δημοσιεύσει διηγήματα, νουβέλες και ποιήματα σε διάφορα κυπριακά περιοδικά και εφημερίδες.
Κράτησε επίσης στήλες χρονογραφημάτων σε εφημερίδες από το 1981 ως το 1986. Από το 1994 και εξής εξακολουθεί να αρθρογραφεί επί ποικίλων θεμάτων.
Σημειώσεις
1 Πρόεδρος: Ανδρέας Μ. Καζαμίας, Καθηγητής Συγκριτικής Παιδαγωγικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Μέλη: Αθανάσιος Γαγάτσης, Καθηγητής Διδακτικής των Μαθηματικών. Ελπίδα Κεραυνού Παπαηλιού, Καθηγήτρια Πληροφορικής. Σήφης Μπουζάκης, Καθηγητής Παιδαγωγικών. Γιώργος Τσιάκαλος, Καθηγητής Παιδαγωγικών. Γιώργος Φιλίππου, Καθηγητής Διδακτικής των Μαθηματικών. Κρίστης Χρυσοστόμου Λέκτορας Πολιτικής Μηχανικής.
2 Ρόμπερτ Χόλλαντ «Η Βρετανία και ο κυπριακός αγώνας», Ποταμός, 2001, σ. 120-121.
3 Δρ Παναγιώτη Κ. Περσιάνη «Τα πολιτικά τής Εκπαίδευσης στην Κύπρο», Εκδόσεις Πανεπιστημίου Λευκωσίας-Παπαζήση ΑΕΒΕ, 2010, σ. 47.
4 «Ημείς έχομεν παιδείαν και ως προς το περιεχόμενον και ως προς την λειτουργίαν από καιρού αρχαιωθείσαν και παραμένομεν πιστοί εις αυτήν ως Πηνελόπη.» Λογοδοσία επί των πεπραγμένων τού Παγκυπρίου Γυμνασίου υπό τού Γυμνασιάρχου Φρίξου Πετρίδη τη 14η Ιουλίου 1968 στην Επετηρίδα του Σχολικού Έτους 1967-1968.
5 Εφημερίδα Ελευθερία Λευκωσίας 5.1.1963, σσ 5-6
6 Δες και Θεόδωρου Ι. Ζιάκα «Πέρα από το Άτομο», Αρμός 2003, σ. 96: «Μια από τις εκδηλώσεις της κυριαρχίας του σοφιστικού-σχετικιστικού (μηδενιστικού) πνεύματος είναι σήμερα η κατάρρευση των κλασικών σπουδών στη Δύση, πρωτοστατούντων των ίδιων των κλασικιστών κ.λπ.»
7 «Επετηρίς Σχολικού Έτους 1964-1965», Παγκύπριον Γυμνάσιον, Λευκωσία 1966, σσ 38-39.
8 Όταν ο Υπουργός Εσωτερικών του Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, που βοηθούσε με την άδεια και προτροπή τού Μακαρίου τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτέθηκε στα μάτια των δικτατόρων με αποδεικτικά στοιχεία, ο Μακάριος τον απαρνήθηκε κι εκείνος πέρασε σε συνωμοσία με τους πράκτορες των δικτατόρων με στόχο τη δολοφονία τού Μακαρίου. Το αποτέλεσμα ήταν να δολοφονηθεί ο ίδιος από τούς συνεργάτες του.
9 Άντη Ροδίτη «Κουράγιο Πηνελόπη», Αρμός 2013
10 Περσιάνης 66-68
11 Περσιάνης 48
12 Η αποσιώπηση τής κυπριακής αντικαθεστωτικής λογοτεχνίας αποτελεί πάγια τακτική των «αρμοδίων» υπηρεσιών τού Κυπριακού κράτους, έστω κι αν κάποτε είναι αναγκασμένο ν’ αναγνωρίσει ένα βιβλίο. Τότε η «αναγνώριση» χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού για να συνεχίσει το σκοταδιστικό του έργο. Σ’ αυτό βρίσκει πάντα πρόθυμους συνεργάτες διάφορους «προοδευτικόφρονες» κριτικούς και λογοτέχνες, που αρπάζουν την ευκαιρία να περιορίσουν άλλο τυχόν «ενοχλητικό» λογοτεχνικό ανταγωνισμό! Η εύνοια με την οποία περιβάλλονται από τις «αρμόδιες» αρχές, τους προσδίνει την αναγκαία εγκυρότητα ώστε να επηρεάζουν Ελλαδίτες συναδέλφους. Το θέμα δεν έχει μείνει αδιαπραγμάτευτο στο Την Ελλάδα θέλομεν… Μερικά πρόσφατα, κραυγαλέα παραδείγματα αποτελούν η μη περίληψη τού γράφοντος στο Λεξικό τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης 2007, ούτε και στο κυπριακό αφιέρωμα τού περιοδικού «Η Λέξη» (τεύχος 203-204, Ιανουάριος-Ιούνιος 2010), όπου στο «Συνοπτικό χρονολόγιο 1960-2010» παραλείπεται εντελώς η κρατική βράβευση το 1973 τού βιβλίου «4 διηγήματα». Παρομοίως επιλεκτική είναι και η συμπεριφορά τού «Σπιτιού τής Κύπρου» όσον αφορά παρουσιάσεις Κυπρίων λογοτεχνών στην Αθήνα. Στην δε «Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας», των Κεχαγιόγλου-Παπαλεοντίου, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου 2010, όπου δεν είναι τόσο εύκολη η αποσιώπηση, οι ελάχιστες αναφορές στο έργο τού γράφοντος παίρνουν μορφή πολιτικού «κατηγορητηρίου» με χαρακτηρισμούς τού τύπου «αμετάπειστος ελληνολάτρης και αντιμακαριακός», «διακατέχεται από εμμονές τής ενωτικής ιδεολογίας» κ.α. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι αποδίδουν στον γράφοντα βιβλίο που δεν έγραψε, παραλείποντας άλλο που έγραψε, ενδεικτικό κι αυτό, ίσως, της βιασύνης τους να ξεμπερδεύουν το συντομότερο με έναν συγγραφέα, που τους είναι «πολιτικά»… αντιπαθής!
13 «Το Βήμα» 20.1. 2008
14 «Ο Φιλελεύθερος» 22.1. 2008
15 Χειρόγραφη, με ημερομηνία 11.7.2006
16 Με τίτλο «Ιστορικοϋλιστικός ‘εκσυγχρονισμός’ μετέωρος».
17 Με τίτλο «Το θέατρο στην Κύπρο».
antibaro.grvar _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();
Γενικά θέματα
Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν
Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.
Οι διασυνδέσεις των επενδυτών
Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.
Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.
Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.
Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων
Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.
Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.
Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.
Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης
Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.
Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η ενεργειακή διάσταση
Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.
skpress.gr
Γενικά θέματα
Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα. Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.
Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.
Η ιστορία
Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.
Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.
Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.
Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.
Η δημιουργία της Πινακοθήκης
Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».
Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.
Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».
Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.
Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.
Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».
Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.
Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.
Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.
Ο ζωγράφος
Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.
Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.
tovima.gr
Γενικά θέματα
Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.
Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.
Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.
Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.
Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.
Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.
Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.
Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).
Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.
Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.
Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»
Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.
Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».
Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.
Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.
Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.
Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.
Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».
Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.
Η πίστη στον Πούτιν
Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.
«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».
Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.
Τα οφέλη για την οικογένειά του
Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.
Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».
Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.
Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».
Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».
Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.
Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.
Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.
«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.
«Ηγέτης και φίλος»
Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».
Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».
Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ
Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.
Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.
Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.
«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.
Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».
Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».
Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες
Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.
Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.
Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.
«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.
Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.
Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.
Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο
Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.
«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».
«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.
Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»
Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.
Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.
Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.
«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».
Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».
protothema.gr
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας