Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Θανάσιμη Πρόκληση Κίνας Και Ρωσίας Στην Παγκόσμια Ηγεμονία Του Δολαρίου

Δημοσιεύτηκε στις

William
Engdahl, New Eastern Outlook
 45232342342
[Aνεκτίμητο
βοήθημα για την σύλληψη της σημερινής διεθνούς πραγματικότητας, την διεισδυτική
αντιμετώπιση της προσφερόμενης ειδησεογραφίας , την  «μετάφραση» των προπαγανδιστικών σε
ρεαλιστικούς όρους και την αποκρυπτογράφηση 
κραυγών και κρίσεων πολεμικής υστερίας στα κέντρα εξουσίας της
αναγνωρισμένης Υπερδύναμης, αποτελεί το κατωτέρω άρθρο Αμερικανού δημοσιολόγου,
μεγάλου κύρους στους διεθνείς οικονομικούς κύκλους.  

Ο Γουίλιαμ Ενγκνταλ είναι
Σύμβουλος Στρατηγικού Ρίσκου, Πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών του Πρίνστον,
τακτικός πανεπιστημιακός ομιλητής και ευρύτατα γνωστός συγγραφέας με ειδικότητα
στο Πετρέλαιο και την Πολιτική. Για το διεθνές νομισματικό σύστημα γράφει επί
δεκαετίες, με πλούτο γνώσεων και πείρας, που τον έχουν καθιερώσει ως διεθνή
αυθεντία στο θέμα που και εδώ διαπραγματεύεται.

Εκτεταμένο αλλά συναρπαστικό, με τον πλούτο αποκαλύψεων  αγνώστων σκοτεινών στοιχείων για τα
κατασκευάσματα εργαστηρίων δαιμονικών αλχημιστών της διεθνούς οικονομίας, με
βαρύτατες επιπτώσεις στη ζωή μας (αναφέρεται και στην κατασκευή της ελληνικής
κρίσης), το άρθρο αυτό οπλίζει τον ανήσυχο και σκεπτόμενο αναγνώστη με πολύτιμη
γνώση και διορατικότητα.]
Ανάδειξη: Μιχαήλ Στυλιανού

Το διεθνές νομισματικό σύστημα  Μπρέτον Γούντς του 1944, όπως εξελίχθηκε
σήμερα, έχει καταστεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην παγκόσμια ειρήνη και ευημερία.
΄Ηδη η Κίνα, αυξανόμενα υποστηριζόμενη από τη Ρωσία –τα
δυο μεγάλα Ευρασιατικά έθνη- προχωρούν με αποφασιστικά βήματα στη δημιουργία
ενός βιώσιμου συστήματος εναλλακτικού από την τυραννία του δολαρίου επί του
διεθνούς εμπορίου και των χρηματιστικών συναλλαγών.
Η Γουόλ Στρητ και η Ουάσιγκτον δεν διασκεδάζουν, αλλά δεν
έχουν την δύναμη να το σταματήσουν
————–
Λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η αμερικανική
κυβέρνηση, με τις συμβουλές των μεγαλύτερων διεθνών τραπεζών της Γουόλ Στρητ,
σχεδίασε αυτό που πολλοί εσφαλμένα χαρακτήρισαν τον «νέο κανόνα χρυσού». Στην
πραγματικότητα επρόκειτο για έναν «κανόνα δολαρίου», στον οποίο κάθε άλλο
κράτος μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προσδιόριζε την αξία του
νομίσματός του σε σχέση με το δολάριο. Η σχέση του δολαρίου με τον χρυσό είχε
τότε καθοριστεί στο 1/35στό της αξίας μιας ουγγίας χρυσού.
Εκείνη την εποχή η Ουάσιγκτον και η Γουόλ Στρητ μπορούσαν
να επιβάλλουν ένα τέτοιο σύστημα, καθώς η Ομοσπονδιακή Τράπεζα είχε
συγκεντρώσει το 75% όλων των παγκόσμιων αποθεμάτων χρυσού συνεπεία του
παγκοσμίου πολέμου και συνακόλουθων εξελίξεων. Η συμφωνία του Μπρέτον  Γούντς καθιέρωσε έτσι το δολάριο ως το
αποθεματικό νόμισμα των κεντρικών τραπεζών για το διεθνές εμπόριο.
Επιθανάτια
αγωνία του ανάπηρου Κανόνα Δολαρίου
Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, με τα εκτοξευόμενα
ελλείμματα του αμερικανικού προϋπολογισμού, λόγω πολέμου στο Βιετνάμ και άλλων
παράλογων δαπανών, ο κανόνας του δολαρίου άρχισε να αποκαλύπτει τις βαθιές
διαρθρωτικές ανωμαλίες του. Ανασυγκροτημένες, η Ευρώπη και η Ιαπωνία δεν είχαν
πια ανάγκη δισεκατομμυρίων δολαρίων για την χρηματοδότηση της οικονομικής αποκατάστασής
τους. Η Γερμανία και η Ιαπωνία είχαν καταστεί διεθνούς τάξεως εξαγωγικές
οικονομίες, μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας από την αμερικανική βιομηχανική
παραγωγή, λόγω της απαρχαίωσης της αμερικανικής βασικής βιομηχανίας, από τον
χάλυβα στα αυτοκίνητα, και των υποδομών.
Η Ουάσιγκτον θα έπρεπε τότε να υποτιμήσει σημαντικά το
δολάριο σε σχέση με τον χρυσό, προκειμένου να διορθώσει την αυξανόμενη διεθνή
εμπορική ανισορροπία. Μια τέτοια υποτίμηση του δολαρίου θα ενίσχυε τα
αμερικανικά κέρδη από βιομηχανικές εξαγωγές, θα διόρθωνε τις εμπορικές
ανισορροπίες και θα αποτελούσε μέγα όφελος για την αμερικανικήν οικονομία. Αλλά
για την Γουόλ Στρήτ αυτό θα σήμαινε τεράστιες ζημίες. Έτσι, αντ’ αυτού, οι
κυβερνήσεις πρώτα του Τζόνσον και κατόπιν του Νίξον, τύπωναν περισσότερα
δολάρια και εξήγαγαν στον κόσμο πληθωρισμό.
Οι κεντρικές τράπεζες ειδικότερα της Γαλλίας και της
Γερμανίας αντέδρασαν στην κωφότητα της Ουάσιγκτον, ζητώντας από την Ομοσπονδιακή
Τράπεζα χρυσό για τα σε δολάρια αποθέματά τους, με την ισοτιμία της συμφωνίας
του Μπρέτον Γούντς του 1944, δηλαδή 35 δολάρια μια ουγγία χρυσού. Μέχρι τον
Αύγουστο του 1971 η εξαγορά πληθωριστικών δολαρίων με χρυσό έφθασε  στο σημείο κρίσεως, όπου ο ανώτερος αξιωματούχος
του υπουργείου Οικονομιών Πωλ Βόλκερ συμβούλεψε τον πρόεδρο Νίξον να
κατεδαφίσει το σύστημα του Μπρέτον Γούντς.
Ως το 1973 η τιμή του χρυσού αφέθηκε από την Ουάσιγκτον
να διαμορφώνεται ελεύθερα από την αγορά και δεν αποτελούσε πια το στήριγμα ενός
υγιούς δολαρίου. Αντίθετα, μια προκατασκευασμένη πετρελαϊκή κρίση τον Οκτώβριο
του 1973 εκτίναξε την τιμή του πετρελαίου σε δολάρια κατά 400% σε λίγους μήνες
και δημιούργησε αυτό που ο Χένρυ Κίσινγκερ ονόμασε το πετροδολάριο. Ο κόσμος
χρειαζόταν πετρέλαιο για την κίνηση της οικονομίας. Η Ουάσιγκτον σε συμφωνία με
την Σαουδική Μοναρχία το 1975, εξασφάλισε ότι οι αραβικές χώρες του ΟΠΕΚ θα
αρνούνταν να πουλήσουν και σταγόνα πετρελαίου στον κόσμο σε οποιοδήποτε άλλο
νόμισμα εκτός του αμερικανικού δολαρίου. Η τιμή του δολαρίου εκτινάχθηκε σε
σχέση με άλλα νομίσματα, όπως το γερμανικό Μάρκο ή το ιαπωνικό Γιεν. Οι
Τράπεζες της Γουόλ Στρητ πλημύρισαν με αποθέματα πετροδολαρίων. Το καζίνο του
δολαρίου είχε ανοίξει και δούλευε πυρετωδώς, μαδώντας τον υπόλοιπο κόσμο
Στο βιβλίο μου Gods and Money: Wall
Street and the Death of the American Century, εκθέτω λεπτομερειακά πως
οι μεγαλύτερες διεθνείς τράπεζες της Νέας Υόρκης, όπως οι Chase, Citibank και Bank of America, χρησιμοποιούσαν τότε τα
πετροδολάρια για να ανακυκλώνουν κέρδη του αραβικού πετρελαίου σε χώρες
εισαγωγείς πετρελαίου στον αναπτυσσόμενο κόσμο, απλώνοντας τους σπόρους της
κατόπιν αποκληθείσας Κρίσης Χρέους του Τρίτου Κόσμου. Περιέργως ήταν ο ίδιος ο
Πωλ Βόλκερ, προστατευόμενος του Ντέϊβιντ Ροκφέλερ και της τράπεζάς του Chase Manhattan Bank, που αυτήν την φορά, τον Οκτώβριο του
1979, ως Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Κεντρικής Τράπεζας των
ΗΠΑ),πυροδότησε την κρίση χρέους εκτινάσσοντας τα επιτόκια στα ύψη.
Ψευδολογώντας ισχυρίστηκε πως το έκανε για να πλήξει τον πληθωρισμό. Το έκανε
για να σώσει το δολάριο  και τις τράπεζες
της Γουόλ Στρητ.
Σήμερα το δολάριο είναι ένα παράξενο φαινόμενο, για να το
πούμε ευγενικά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες από το 1971 μεταβλήθηκαν από το πρώτο
βιομηχανικό έθνος, σε ένα γιγάντιο υπερχρεωμένο καζίνο κερδοσκοπίας.
Με κεφάλαια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και επιτόκια μεταξύ
0 και 1% τα τελευταία εννέα χρόνια –χωρίς προηγούμενο στην σύγχρονη ιστορία- οι
μεγάλες τράπεζες της Γουόλ Στρήτ, αυτές των οποίων η χρηματιστική
εγκληματικότητα και η δολοφονική απληστία 
δημιούργησαν την κρίση των Subprime το 2007 και το παγκόσμιο
δημοσιονομικό τσουνάμι του 2008, βάλθηκαν να δημιουργήσουν μια νέα κερδοσκοπική
φούσκα. Αντί να δανείσουν σε πόλεις υπερφορτωμένες με χρέη για επείγοντα έργα
υποδομής ή άλλες παραγωγικές λεωφόρους της οικονομίας, δημιούργησαν αντίθετα
μια καινούργια κολοσσιαία χρηματιστηριακή φούσκα. Οι μεγαλύτερες εταιρείες
χρησιμοποίησαν φτηνές πιστώσεις για να ξανά- αγοράσουν τις μετοχές τους,
ανεβάζοντας έτσι τις αξίες των μετοχών στο χρηματιστήριο της Γουόλ Στρητ, άνοδο
τροφοδοτούμενη με προπαγανδιστικούς μύθους περί «οικονομικής ανάκαμψης». Ο  δείκτης αξιών μετοχών S&P-500 ανέβηκε κατά 320% από τα τέλη του
2008. Μπορώ να σας βεβαίωσε πως αυτές οι χάρτινες αυξήσεις της αξίας των
μετοχών δεν είναι επειδή η πραγματική αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε κατά
320%.,
Οι αμερικανικές οικογένειες κερδίζουν, σε πραγματικούς
όρους, κάθε χρόνο λιγότερο επί δεκαετίες. Από το 1988 το εισόδημα της μέσης
αμερικανικής οικογένειας έχει παγώσει, εν μέσω συνεχώς ανερχόμενου πληθωρισμού
–συνεχώς μειούμενο πραγματικό εισόδημα. Υποχρεώνονται να δανείζονται
περισσότερο από ποτέ στην ιστορία. Το χρέος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης
βρίσκεται στην μη αντιμετωπίσιμη διάσταση των 20 τρισεκατομμυρίων δολαρίων,
χωρίς προοπτική τέλους. Η Αμερικανική βιομηχανία έχει κλείσει και η παραγωγή
έχει μεταφερθεί στο εξωτερικό, «εξωγενής» είναι ο ευφημισμός. Αυτά που έμειναν
είναι το τεράστιο χρέος, μια σηπόμενη «οικονομία υπηρεσιών», όπου εκατομμύρια «εργαζομένων»
κάνουν δυο και τρείς δουλειές περιορισμένου ωραρίου για να τα βγάλουν πέρα.
Τα μόνα στοιχεία που συγκρατούν το δολάριο από πλήρη κατάρρευση
είναι η αμερικανική στρατιωτική δύναμη και η ανάπτυξη απατηλών ΜΚΟ γύρω στον
κόσμο για να διευκολύνουν την λεηλασία της διεθνούς οικονομίας.

΄Οσο
μπορούσαν τα βρώμικα κόλπα της Ουάσιγκτον και τα  μηχανεύματα της Γουόλ Στρητ να δημιουργούν
κρίσεις, όπως έκαναν το 2010 στην Ευρωζώνη μέσω Ελλάδος
,
χώρες εμπορικού πλεονάσματος όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και αργότερα η Ρωσία, δεν
είχαν άλλη διαθέσιμη επιλογή παρά να αγοράζουν και άλλο αμερικανικό χρέος –χρεόγραφα
του αμερικανικού κράτους- με τον όγκο περισσευμάτων των αποθεμάτων τους σε
δολάρια. Η Ουάσιγκτον και η Γουόλ Στρητ το διασκέδαζαν. Μπορούσαν να τυπώνουν
ατέλειωτους τόμους δολαρίων, με κανένα πολύτιμο αντίκρισμα εκτός από F-16 και τανκς Abrams. Η Κίνα, η Ρωσία και οι λοιποί κάτοχοι
αμερικανικών ομολόγων στην πραγματικότητα χρηματοδοτούσαν τους αμερικανικούς
πολέμους που στρέφονταν εναντίον τους, αγοράζοντας το αμερικανικό χρέος. Τότε
δεν είχαν παρά λίγες εναλλακτικές επιλογές.

Εμφάνιση
βιώσιμης εναλλακτικής επιλογής
Τώρα, οι δύο, κατά ειρωνική συγκυρία, ξένες οικονομίες
που εξασφάλισαν στο δολάριο μια τεχνητή παράταση βίου μετά το 1989 – η Ρωσία
και η Κίνα- αποκαλύπτουν προσεκτικά την πιο επίφοβη εναλλακτική λύση, ένα
βιώσιμο διεθνές νόμισμα στηριζόμενο στον χρυσό και εν δυνάμει διάφορα παρόμοια
νομίσματα ικανά να αντικαταστήσουν τον αδικαιολόγητο ηγεμονικό ρόλο του
δολαρίου.
Επί αρκετά χρόνια τόσο η Ρωσική Ομοσπονδία όσο και η
Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αγόραζαν τεράστιες ποσότητες χρυσού, κυρίως για να
τον αποθέσουν στα συναλλαγματικά αποθέματα των κεντρικών τραπεζών τους, που
αποτελούνταν από δολάρια και ευρώ. Μέχρι πρόσφατα δεν ήταν ξεκαθαρισμένο γιατί
το έκαναν.
Για αρκετά χρόνια ήταν γνωστό στις αγορές χρυσού ότι οι
μεγαλύτεροι αγοραστές φυσικού χρυσού ήσαν οι κεντρικές τράπεζες της Κίνας και
της Ρωσίας. Αυτό που δεν ήταν γνωστό ήταν ποια στρατηγική εφάρμοζαν, εκτός του
να  ενισχύσουν απλώς την εμπιστοσύνη στο
νόμισμά τους -εν μέσω αυξανομένων οικονομικών κυρώσεων και απειλητικών δηλώσεων
περί εμπορικού πολέμου από την Ουάσιγκτον.
Τώρα είναι σαφές το γιατί.
Η
Κίνα και η Ρωσία, από κοινού πιθανότατα με τις σημαντικότερες χώρες-εταίρους
τους Β
RICS (
Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότιος Αφρική) όπως και τις χώρες-εταίρους τους
της Οργάνωσης Συνεργασία της Σαγκάης (
SCO) οσονούπω ολοκληρώνουν την
αρχιτεκτονική ενός νέου εναλλακτικού νομισματικού συστήματος από τον κόσμο του
δολαρίου.
΄Ηδη, επί πλέον των ιδρυτικών μελών της, Κίνας και
Ρωσίας, η Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης περιλαμβάνει ως πλήρη μέλη της το
Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν και εντελώς πρόσφατα
και το Πακιστάν. Αυτό είναι ένας πληθυσμός άνω των τριών δισεκατομμυρίων
ανθρώπων, περίπου το 42% το παγκόσμιου πληθυσμού, που συνασπίζονται σε μια
συνεκτική, σχεδιασμένη, ειρηνική οικονομική και πολιτική συνεργασία.
Εάν προσθέσουμε στις χώρες Συνεργασίας της Σαγκάης, τα
επίσημα      κράτη-παρατηρητές
–Αφγανιστάν, Λευκορωσία, Ιράν και Μογγολία- τα οποία εξέφρασαν την επιθυμία να
καταστούν πλήρη μέλη, μια ματιά στον χάρτη αποκαλύπτει τις εντυπωσιακές
δυνατότητες της αναδυόμενης Οργάνωσης Συνεργασίας της Σαγκάης. Η Τουρκία είναι
επίσημα Μέλος Διαλόγου (δυνατής αίτησης συμμετοχής) όπως επίσης είναι η Σρι
Λάνκα, η Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, η Καμπότζη και το Νεπάλ. Το μέγεθος
απλούστατα είναι τεράστιο.

BRI και Οδός του Μεταξιού, με Ρήτρα Χρυσού    
Μέχρι πρόσφατα οι «δεξαμενές
σκέψεις» της Ουάσιγκτον ειρωνεύονταν τους αναδυόμενους ευρασιατικούς
οργανισμούς όπως η SCO.
Αντίθετα με την BRICS,
που δεν αποτελείται από γειτνιάζουσες χώρες σε μια πολύ μεγάλη έκταση της γης,
η ομάδα SCO
καλύπτει μια γεωγραφική ενότητα που ονομάζεται Ευρασία. Όταν ο Κινέζος Πρόεδρος
Ξι Ζιπίνγκ πρότεινε την δημιουργία της τότε ονομασθείσας Νέας Οικονομικής Οδού
του Μεταξιού, σε μια διάσκεψη στο Καζακστάν το 2013, ελάχιστοι στην Δύση τον
πήραν στα σοβαρά. Η επίσημη ονομασία έγινε τώρα 
Πρωτοβουλία Ζώνη και Δρόμος BRI. Και
σήμερα ο κόσμος αρχίζει να παίρνει σοβαρά υπό σημείωση το μέγεθος της προοπτικής
αυτού του προγράμματος.
Είναι φανερό ότι η
οικονομική διπλωματία της Κίνας, όπως και της Ρωσίας και της ευρασιατικής της
ένωσης χωρών, έχουν ως μείζονα επιδίωξη την πραγματοποίηση προηγμένης
υπερταχείας σιδηροδρομικής επικοινωνίας, λιμένων και ενεργειακής υποδομής που
να συνυφαίνονται σε μιαν τεράστια νέα αγορά, η οποία – σε λιγότερο της
δεκαετίας, με το σημερινό ρυθμό- θα έχει επισκιάσει οποιεσδήποτε δυνατότητες
των βαρυφορτωμένων με χρέη και σε οικονομική στασιμότητα χωρών του ΟΕCD της ΕΕ και της Βορείου Αμερικής.
Αυτό που απαιτείτο μέχρι
τώρα, αλλά δεν ήταν σαφές, ήταν μια στρατηγική απελευθέρωσης των εθνών της
Ευρασίας από το δολάριο και από την ευάλωτη θέση τους στις κυρώσεις και τον
νομισματικό πόλεμο  της αμερικανικής
οικονομίας, οφειλόμενη στην εξάρτησή τους από το δολάριο. Τώρα αυτή η
απελευθέρωση επίκειται.
Στην ετήσια σύνοδο κορυφής
των BRICS στο
Ξιαμέν  της Κίνας, την 5η
Σεπτεμβρίου, Ο Ρώσος Πρόεδρος Πούτιν έκανε μιαν απλή και πολύ σαφή δήλωση για
την ρωσική αντίληψη του σημερινού οικονομικού κόσμου.  
Εδήλωσε: «Η Ρωσία
συμμερίζεται τις ανησυχίες των χωρών
BRICS για τον άδικο
χαρακτήρα του παγκόσμιου οικονομικού και νομισματικού συστήματος, το οποίο δεν
δίνει την δέουσα σημασία στο αυξανόμενο βάρος των αναδυόμενων οικονομιών.
Είμαστε πρόθυμοι να εργαστούμε από κοινού με τους εταίρους μας για να
προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις των διεθνών νομισματικών κανόνων για την
εξουδετέρωση της υπερβολικής κυριαρχίας ενός περιορισμένου αριθμού αποθεματικών
νομισμάτων.» 
Καθ’ όσο γνωρίζω, ουδέποτε
υπήρξε τόσο σαφής στο νομισματικό ζήτημα. Βάλτε αυτό μέσα στο πλαίσιο της
νέας  συναλλακτικής αρχιτεκτονικής που
αποκάλυψε το Πεκίνο και γίνεται αμέσως σαφές ότι ο κόσμος πρόκειται προσεχώς να
γνωρίσει νέους όρους οικονομικής ελευθερίας.

Συμβόλαια
Πετρελαίου (
Futures) σε
κινεζικό Γιουάν
Σύμφωνα με άρθρο στην
Ασιατική Επιθεώρηση Νικκέϊ της Ιαπωνίας,
 η Κίνα ετοιμάζεται να εισαγάγει στην
αγορά μακροπρόθεσμα συμβόλαια αγοράς αργού πετρελαίου τιμολογημένα σε κινεζικά
Γιουάν και μετατρέψιμα σε χρυσό. Αυτό, συνδυαζόμενο με άλλες κινήσεις της
Κίνας, την τελευταία διετία, να καταστήσει την Σαγκάη βιώσιμο εναλλακτικό  κέντρο συναλλαγών αντί του Λονδίνου και της
Νέας Υόρκης, γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον.
Η Κίνα είναι ο
μεγαλύτερος στον κόσμο εισαγωγέας πετρελαίου , το  μέγιστο μέρος του οποίου πληρώνεται ακόμη σε
δολάρια. Εάν το νέο συμβόλαιο μελλοντικής αγοράς πετρελαίου σε Γιουάν αποσπάσει
ευρεία αποδοχή, μπορεί να καταστεί ο σημαντικότερος κανόνας στην αγορά
πετρελαίου της Ασίας, δοθέντος ότι η Κίνα αντιπροσωπεύει την μεγαλύτερη αγορά.
Αυτό θα ανταγωνιζόταν τους δύο τιμολογημένους στην Γουόλ Στρητ τύπους
μελλοντικών συμβολαίων για πετρέλαιο Μπρεντ της Βορείου Θαλάσσης και για
ενδιάμεσο του Τέξας, που έδιναν μέχρι σήμερα στο αμερικανικό χρηματιστήριο
τεράστια κρυμμένα πλεονεκτήματα.
Αυτό θα σήμαινε πως η
Κίνα και οι πετρελαϊκοί συνεργάτες της, ιδιαίτατα η Ρωσία, θα εξουδετέρωναν
έναν ακόμα ισχυρότατο μοχλό χειραγώγησης. Η εισαγωγή ενός μελλοντικού
πετρελαϊκού συμβολαίου, συναλλασσόμενου στη Σαγκάη σε Γιουάν –το οποίο έγινε
πρόσφατο μέλος της επίλεκτης ομάδας νομισμάτων με τραβηχτικά δικαιώματα στο
ΔΝΤ- ιδιαίτερα όταν είναι και μετατρέψιμο σε χρυσό θα μπορούσε να μετατρέψει δραματικά την 
γεωπολιτική ισορροπία ισχύος, μεταθέτοντάς την από τον Ατλαντικό κόσμο
στην Ευρασία.
Τον Απρίλιο του 2016
η Κίνα έκανε μια μείζονα κίνηση για να καταστεί το νέο κέντρο συναλλαγών σε
χρυσό και το παγκόσμιο κέντρο αγοράς χρυσού –μετάλλου χρυσού. Η Κίνα είναι
σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός χρυσού, κατά πολύ μεγαλύτερος της Νοτίου
Αφρικής, επίσης μέλους των BRICS, με
δεύτερη τη Ρωσία.
Η Κίνα έχει τώρα
οικοδομήσει ένα τεράστιο κέντρο αποθήκευσης χρυσού στην κινεζική ζώνη ελευθέρου
εμπορίου Κιανχάϊ, δίπλα στο Σενζέν, μ ια πόλη 18 εκατομμυρίων κατοίκων, βορείως
του Χονγκ-Κόνγκ, στο Δέλτα του Ποταμού Περλ. Τώρα η Κίνα ολοκληρώνει την
οικοδόμηση συγκροτήματος με υπόγειες κρύπτες, συρταρωτές αποθήκες και περιοχές
γραφείων. Η κινεζική  Εταιρεία Ανταλλαγής
Χρυσού και Αργύρου, ηλικίας 105 ετών, με έδρα το Χονγκ Κόνγκ, συνεργάζεται  σε κοινό πρόγραμμα με την ICBC, την μεγαλύτερη κρατική τράπεζα της
Κίνας και την μεγαλύτερη εισαγωγέα χρυσού τράπεζα, στην δημιουργία του Κέντρου
Αποθήκευσης Κιανχάϊ.
Αρχίζει έτσι να
φαίνεται καθαρά γιατί οι δόλιες ΜΚΟ της Ουάσιγκτον, όπως το «Εθνικό ΄Ιδρυμα
για  Δημοκρατία», επιχείρησαν
–ανεπιτυχώς- να οργανώσουν μιαν χρωματιστή επανάσταση εναντίον του Πεκίνου, την
Επανάσταση της Ομπρέλας, στο Χονγκ Κονγκ, τέλη του 2014.
Ας σημειωθεί επιπλέον
ότι το νέο μελλοντικό συμβόλαιο πετρελαίου, ανταλλάξιμο στην Κίνα σε Γιουάν με
ρήτρα χρυσού, θα οδηγήσει σε δραματική στροφή των κυριότερων μελών του OPEC, ακόμη και στην Μέση Ανατολή, να
προτιμήσουν το ανταλλάξιμο με χρυσάφι Γιουάν για το πετρέλαιό τους, αντί των
υπέρ-πληθωρικών δολαρίων, τα οποία συνεπάγονται και γεωπολιτικό ρίσκο, όπως
ανακάλυψε το Κατάρ μετά την επίσκεψη του Τραμπ στη Σαουδική Αραβία πριν
μερικούς μήνες. Αξιοσημείωτα, ο ρωσικός πετρελαϊκός γίγας Ροσνέφτ μόλις
ανήγγειλε ότι η κινεζική κρατική εταιρεία πετρελαίου CEFC China Energy Company Ltd μόλις αγόρασε συμμετοχή14% στη Rosneft από το Κατάρ. Όλα αρχίζουν
να συναρμολογούνται σε μια συνεκτική στρατηγική.


Η
αυτοκρατορία του δολαρίου βρίσκεται στην επώδυνη επιθανάτια αγωνία της και οι
πατριάρχες της τελούν σε κατάσταση άρνησης της πραγματικότητας, γνωστή ως
προεδρία Τραμπ. Στο μεταξύ τα υγιέστερα στοιχεία αυτού του κόσμου επιδίδονται
στην οικοδόμηση θετικών, ειρηνικών εναλλακτικών συστημάτων. Είναι μάλιστα
διατεθειμένα ακόμη και να δεχθούν την Ουάσιγκτον, υπό τίμιους όρους, να  ενταχτεί στην συνεργασία τους. Πολύ
γενναιόδωρο, δεν είναι;

var _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO37 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή