Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πόσο κοντά είμαστε σε έναν πυρηνικό πόλεμο;

Δημοσιεύτηκε στις

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Οι περισσότεροι άνθρωποι (και πολιτικοί) δεν πιστεύουν (ή δεν θέλουν ή δεν τους συμφέρει να πιστεύουν) ότι ένας πυρηνικός πόλεμος είναι δυνατός.
Αυτός ακριβώς είναι ένας λόγος που ένας πυρηνικός πόλεμος μπορεί να γίνει. ‘Όταν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει απειλή, τότε δεν κινητοποιείσαι για να την αποτρέψεις αποτελεσματικά.
Μια τέτοια κατάσταση, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν που επέτρεψε και τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην πρώτη περίπτωση και τα δύο στρατόπεδα περίμεναν ότι το άλλο θα υποχωρήσει. Από «μπλόφα» σε «μπλόφα», καταλήξαμε στην πρώτη από τις μεγάλες ανθρωποσφαγές του 20ού αιώνα. Δύο δεκαετίες αργότερα, το Παρίσι, το Λονδίνο και η Μόσχα δεν θέλησαν να πιστέψουν ότι ο Χίτλερ ετοιμαζόταν να τους επιτεθεί. Βαυκαλίστηκαν τυχοδιωκτικά και καιροσκοπικά με την εκτίμηση ότι θα μπορούσαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να τα βρουν μαζί του. ‘Όχι μόνο δεν έκαναν τίποτα για να τον εμποδίσουν, αλλά και τον διευκόλυναν σημαντικά με την πολιτική τους. Το 1940, η Γαλλία κατελήφθη και ντροπιάστηκε συνθηκολογώντας, η ΕΣΣΔ παρολίγον να καταστραφεί (συνέβαλε καθοριστικά στο να μη συμβεί αυτό και η αντίσταση των Ελλήνων τότε στον Φασισμό και οι Κρητικοί που αποδεκάτισαν τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, κάτι που ίσως να πληρώνουμε ακόμα). Η Βρετανία επεβίωσε, αναγκάστηκε όμως να παραιτηθεί οριστικά από ότι απέμενε από την Αυτοκρατορία της.
Το 1945 έγινε το αντίθετο. Μια ισχυρή μερίδα του αμερικανικού κατεστημένου ήταν έτοιμη να πάει σε τρίτο παγκόσμιο πόλεμο με τη Σοβιετική ‘Ενωση, τότε μάλιστα, και μέχρι το 1949, η Ουάσιγκτων είχε και το μονοπώλιο του πυρηνικού όπλου. Ποιος την εμπόδισε; ‘Όχι τόσο τα όπλα της Ρωσίας, όσο η τεράστια και παγκόσμια πολιτική ακτινοβολία της την επαύριο της νίκης επί του Φασισμού, η ύπαρξη ενόπλων κινητοποιημένων λαών σε μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου, συχνά υπό την ηγεσία κομμουνιστικών αντιστασιακών κινημάτων, η εναργής συνείδηση όλης της ανθρωπότητας για το τι σημαίνει Πόλεμος.
Δυστυχώς, οι παγκόσμιες πολιτικές συνθήκες σήμερα, είναι που συνιστούν τη μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη. Ζούμε μια τρομερή υποχώρηση της πολιτικής συνείδησης παγκόσμια και μια αποσύνθεση της πολιτικής σκέψης – αυτή ακριβώς που επέτρεψε σε ένα κλόουν να παραστήσει τον αγωνιστή υπέρ της ειρήνης (!) και να παγιδεύσει τόσους ανθρώπους και δυνάμεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και παγκοσμίως.
Η Προειδοποίηση της Κίνας
Στις αρχές Αυγούστου η κινεζική ηγεσία αποφάσισε ότι το πράγμα παρατράβηξε. Η πολιτική κατευνασμού της αμερικανικής επιθετικότητας και πιέσεων στη Βόρειο Κορέα, που εφήρμοσε το Πεκίνο, όπως επίσης η Μόσχα και οι Ευρωπαίοι, δεν φαινόταν να αποτρέπει, αντίθετα, έκανε πιο πιθανό το ενδεχόμενο ενός πολέμου στην βορειοανατολική Ασία. Η Κίνα, όπως και όλα τα μέλη του ΣΑ του ΟΗΕ, είχαν ήδη επιβάλλει στη Βόρειο Κορέα σκληρές κυρώσεις, παρόλο που όλος ο κόσμος γνωρίζει από τα προηγούμενα παραδείγματα (π.χ. Γιουγκοσλαβία ή Ιράκ) ότι αυτές οι κυρώσεις πλήττουν πάντα τους λαούς και όχι τα καθεστώτα, δεν επιτυγχάνουν το αποτέλεσμα που λένε ότι επιδιώκουν και αποτελούν συνήθως τον προθάλαμο στρατιωτικής επίθεσης κατά του «τιμωρούμενου» κράτους.  Αλλά, αντί η πολιτική τους να οδηγήσει σε κάποιο μαλάκωμα της αμερικανικής στάσης, οδήγησε σε σκλήρυνση, ωθώντας ταυτόχρονα τη Βόρειο Κορέα στη μόνη εναπομένουσα στρατηγική, την απειλή του Σαμψών «Αποθανέτω η Ψυχή μου μετά των Αλλοφύλων». ‘Αλλωστε, ακόμα κι αν η ηγεσία της Βόρειας Κορέας είχε αμφιβολίες, γνωρίζει πολύ καλά τι έπαθαν ο Σαντάμ Χουσείν, ο Καντάφι και ο ‘Ασαντ, αφού «συμμορφώθηκαν» με τις απαιτήσεις ελέγχου των εξοπλισμών τους.
Ο Τραμπ και ο Υπουργός ‘Αμυνας Ματίς (που μάλιστα εμφανίζεται ως «μετριοπαθής» και «φωνή της λογικής» στην αμερικανική κυβέρνηση από τον τύπο!), διετύπωσαν στις αρχές Αυγούστου,  πρωτοφανείς απειλές «τερματισμού» του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας αλλά και «καταστροφής» του πληθυσμού της. Στον αμερικανικό τύπο διέρρευσαν πληροφορίες ότι βομβαρδιστικά Β1 είναι έτοιμα να απογειωθούν από το Γκουάμ  για να πλήξουν την χώρα. Στις 8 Αυγούστου, δύο Β1 πέταξαν κοντά στην Κορέα.
Το Πεκίνο δεν έχει καμία διάθεση να πάει σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Λέγεται ότι η παρακαταθήκη του Ντενγκ στους συμπατριώτες του είναι να έχουν ειρήνη τουλάχιστο μισό αιώνα με την υπερδύναμη. Στο Πεκίνο άλλωστε (όπως και στη Μόσχα) υπάρχει αναπόφευκτα και ένα ισχυρό λόμπυ υπέρ της διατήρησης, πάση θυσία, καλών σχέσεων με τη Δύση, με ισχυρό κοινωνικό έρεισμα αφού εκφράζει τη νεοσχηματιζόμενη αστική τάξη της Κϊνας. Πίσω από τον ασαφή όρο «παγκοσμιοποίηση», υπάρχει μια ολοκληρωτική «Αυτοκρατορία του Χρήματος» και αυτή η Αυτοκρατορία είναι ένα παγκόσμιο κόμμα που βρίσκεται σε όλα τα κέντρα του κόσμου. ‘Οσο για τη «διαθήκη» του Ντενγκ, το πρόβλημα είναι ότι η ειρήνη θέλει δύο, ενώ για τον πόλεμο φτάνει ένας! Αν αυτή ήταν η γνώμη του Ντενγκ,  δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι και η Ουάσιγκτων θα συμφωνήσει, θα αφήσει δηλαδή την Κίνα να αναπτυχθεί μέχρι να γίνει ισοδύναμη με την Αμερική!
Στις 10 Αυγούστου το Πεκίνο αποφάσισε να αντιδράσει. Η εφημερίδα Global Times,  ιδιοκτησία της «Λαϊκής Ημερησίας», οργάνου του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, δημοσίευσε ένα κύριο άρθρο ασυνήθιστης σαφήνειας. Προειδοποιούσε, μεταξύ άλλων, τις ΗΠΑ να μην επιτεθούν στη Βόρειο Κορέα «απρόκλητες» και να μη δοκιμάσουν να μεταβάλουν με στρατιωτικά μέσα το καθεστώς της και την ισορροπία δυνάμεων στην κορεατική χερσόνησο γιατί, αν δοκιμάσουν να το κάνουν, το Πεκίνο «θα τις  εμποδίσει». Ταυτόχρονα, ζητούσε από τη Βόρειο Κορέα να μην εκτοξεύσει πυραύλους που απειλούν το “αμερικανικό έδαφος” γιατί, αν το κάνει, θα την αφήσει ανυπεράσπιστη.
Η Κίνα μόνο ένα μέσο έχει για να “εμποδίσει” τους Αμερικανούς να επιτεθούν στη Βόρειο Κορέα και να μεταβάλλουν την κατάσταση πραγμάτων στην κορεατική χερσόνησο. Το μέσο αυτό είναι οι ένοπλες δυνάμεις της.
Αλλά μια στρατιωτική εμπλοκή Κινέζων και Αμερικανών στην Κορέα συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο παγκόσμιας πυρηνικής σύρραξης.
‘Ηδη, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το αμερικανικό Πεντάγωνο (κατά τη «μεσοβασιλεία» μεταξύ Κλίντον και υιού Μπους, πιθανώς για να μην πάρει κανείς την ευθύνη) έκανε ασκήσεις επί χάρτου με σενάριο έναν κυβερνοπόλεμο με την Κίνα στον Ειρηνικό, το 2017,  με περιορισμένη χρήση πυρηνικών όπλων.
Οι Κινέζοι αντικατέστησαν το προσωπικό που χειρίζεται τα κορεατικά θέματα και μετά το δημοσίευμα της Global Times, ο Πρόεδρος Σι τηλεφώνησε στον Τραμπ και ζήτησε αποφυγή εμπρηστικών δηλώσεων και ενεργειών, ο Κινέζος Υπουργός Eξωτερικών τηλεφώνησε στον Ρώσο ομόλογό του και του είπε, σύμφωνα με την ανακοίνωση, ότι δεν μπορεί η Κίνα και η Ρωσία να αφήνουν κάποιον να κάνει ότι θέλει στην «αυλή» τους.
Μια συμμαχία Ρωσίας – Κίνας είναι  ισχυρός παράγων ανάσχεσης της Υπερδύναμης, το ζήτημα είναι όμως ότι η πρακτική λειτουργία «αντιηγεμονικών» συμμαχιών προσκρούει ενίοτε στην επιθυμία κάθε «πόλου» να μην έρθει σε αντιπαράθεση με την υπερδύναμη, παρά μόνο όταν απειλούνται τα δικά του ζωτικά συμφέροντα. Το Πεκίνο κράτησε για παράδειγμα πολύ χαμηλό προφίλ στις μεσανατολικές συρράξεις, που όμως ήταν και η «εισαγωγή» στην κορεατική κρίση που τώρα αντιμετωπίζει. Οι εναλλακτικοί πόλοι του διεθνούς συστήματος, αθροιζόμενοι, έχουν πολύ μεγαλύτερη ισχύ από την Υπερδύναμη, το πλεονέκτημα όμως της τελευταίας είναι ότι, σε αντίθεση με τους αντιπάλους της, έχει μια πλήρη παγκόσμια, όχι μερική και περιφερειακή, στρατηγική.
Η προειδοποίηση της Global Times θύμισε σε ορισμένους αναλυτές, τηρουμένων των αναλογιών,  την ανάλογη που απηύθυνε ο Τσου Εν Λάι στον Πρόεδρο Τρούμαν τον Αύγουστο του 1950, πάλι για την Κορέα. Ο Τρούμαν τη χαρακτήρισε «μπλόφα» και οι Αμερικανοί έτριβαν τα μάτια τους όταν τον Οκτώβριο του 1950 ο κινεζικός στρατός επενέβαινε στην κορεατική χερσόνησο και άρχιζε ένας από τους αγριότερους πολέμους της ιστορίας, με την αεροπορία των ΗΠΑ να ισοπεδώνει όλες ανεξαιρέτως τις κορεατικές πόλεις. «’Εκανα εμετό με όσα είδα στην Κορέα», ομολόγησε ο στρατηγός Μακ ‘Αρθουρ ενώπιον του Κονγκρέσου. Πιστεύεται ότι ο ίδιος ζήτησε χρήση ατομικών όπλων, αλλά οι πολιτικές συνθήκες την απέτρεψαν.
Τραμπ – Απότομη Προσγείωση
Πριν εκλεγεί, ο κ. Τραμπ εμφανίστηκε από τους οπαδούς του, και στην Αμερική και παγκοσμίως, ως φίλος της Ρωσίας, απομονωτιστής, αντίπαλος των πολέμων, επιφυλακτικός αν όχι απορριπτικός για το ΝΑΤΟ και διάφορα άλλα.
Ήδη, μόνο στο πρώτο εξάμηνο της θητείας του, το ενδεχόμενο πυρηνικής σύγκρουσης με τη Ρωσία ή/και την Κίνα έγινε ορατό τρεις φορές! Πριν από την τωρινή κρίση με την Κορέα, είχαμε τον Απρίλιο, τον αμερικανικό βομβαρδισμό της Συρίας, όπου σταθμεύουν ρωσικές δυνάμεις, τις απειλές Τίλερσον προς τη Μόσχα – “με μας ή με τον ‘Ασαντ” και την υπενθύμιση από τη Ρωσία της ετοιμότητας των πυρηνικών στρατηγικών δυνάμεών της, όπως και το προηγούμενο επεισόδιο Απριλίου κατά της Βορείου Κορέας.
Καθόλου άσχημα για έξη μήνες. Πόσο μάλλον αν προσθέσουμε την έναρξη προετοιμασίας πολέμου κατά του Ιράν (δήλωση του Προέδρου Τραμπ ότι δεν εκπληρώνει τη συμφωνία για τα πυρηνικά), την απειλή Τραμπ για στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, τη δοκιμή νέων αποσταθεροποιητικών όπλων από τις ΗΠΑ, συμβατικών και ατομικών, ικανών να πλήξουν τα καταφύγια ηγετών εχθρικών χωρών, την στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ, τις απειλές του Υπουργού ‘Αμυνας της κυβέρνησης Τραμπ ότι θα εξοπλίσει με βαριά, καθαρά επιθετικά όπλα την Ουκρανία, την επικράτηση των νεοσυντηρητικών επί των απόψεων της ηγεσίας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων με αποτέλεσμα την κατάληψη της Μοσούλης με ισοπέδωση.
Μπορεί κανείς να πιστεύει ότι θέλει για τον Τραμπ. Δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου να αναλύσει τις απίθανες ανοησίες που ελέχθησαν – και λέγονται ακόμα – για το τι είναι αυτός ο άνθρωπος, η εκλογή του οποίου συνιστά πιθανώς μια από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες συνωμοσίες και απάτες της παγκόσμιας ιστορίας. Η διαφορά των έξυπνων ανθρώπων από τους άλλους δεν είναι ότι δεν κάνουν λάθη, ενίοτε και πολύ σοβαρά λάθη. ‘Ολοι κάνουν λάθη. Τα λάθη είναι όχι μόνο αναπόφευκτα, αλλά και «επιθυμητά» κατά κάποιο τρόπο, γιατί είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία. «Ο μεγαλύτερος δάσκαλός μου ήταν τα λάθη μου», είπε ο Μεγάλος Πέτρος. Η διαφορά των έξυπνων ανθρώπων από τους … άλλους, έγκειται στην ικανότητά τους να αντιληφθούν γρήγορα, να διορθώσουν, όσο είναι δυνατό, και να διδαχθούν από τα λάθη τους.
Αυτό που γίνεται μπροστά στα μάτια μας, στην πράξη και αυτό είναι που μετράει, είναι ότι, επί των ημερών του κ. Τραμπ, αναβιώνει η γνωστή και δημοσιευμένη από δεκαετιών στρατηγική του «Κόμματος του Πολέμου» και των Νεοσυντηρητικών, που περιλαμβάνει την καταστροφή σχεδόν όλων των καθεστώτων της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Κορέας και που δεν είναι παρά μια άσκηση περικύκλωσης και εξουδετέρωσης, τελικά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, της Ρωσίας, της Κίνας, αλλά και της Ευρώπης ακόμα, ως δυνατότητας. ‘Ενας πολιτικός που συνδέεται στενά με το «όραμα» των Νεοσυντηρητικών, ο κ. Νετανιάχου, το είπε καθαρά στην πρώτη δήλωσή του μετά τον βομβαρδισμό της Συρίας τον Απρίλιο. Αφού συνεχάρη τους Αμερικανούς, πρόσθεσε ότι ελπίζει η Τεχεράνη, η Βόρειος Κορέα και «άλλοι» να «πάρουν το μήνυμα».
Ακόμα μεγαλύτερη σημασία από το  τι πιστεύει ή δεν πιστεύει ο Τραμπ, αν και ποιοι τον «χειραγωγούν», αν θέλει ή πιέζεται να κάνει ότι θέλει, είναι αυτό που κάνει η κυβέρνησή του. Και η κυβέρνησή του πάει full steam για παγκόσμια σύρραξή, ή τουλάχιστον απειλεί με μια τέτοια σύρραξη, αν βασιστούμε για να την κρίνουμε στα γεγονότα, στο τι συμβαίνει και όχι στο τι νομίζουμε, τι μας λένε, τι θέλουμε ή τι έχουμε συμφέρον  να πιστεύουμε ότι συμβαίνει.
Το ζήτημα του πολέμου και του ιμπεριαλισμού δεν είναι άλλωστε θέμα προσωπικού γούστου του α’ ή β’ ηγέτη. Οι προσωπικότητες έχουν πράγματι τεράστια σημασία και μπορεί όντως να κάνουν τη διαφορά σε κρίσιμα σημεία της ιστορικής εξέλιξης. ‘Οσο όμως η βαθειά, ολόπλευρη κρίση του παγκόσμιου συστήματος είναι μαζί μας και όσο γίνεται οξύτερη, χωρίς μάλιστα πολιτικές δυνάμεις, κοινωνίες, ηγεσίες, διανοούμενοι να θέτουν συνειδητά το καθήκον δημιουργίας αξιόπιστων εναλλακτικών λύσεων, το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας καταστροφής θα παραμένει επίσης πάρα πολύ μαζί μας.
Το άρθρο των Global Times της 10ης Αυγούστου έχει ενδιαφέρον και γιατί εντοπίζει και αναλύει έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορεί οι ΗΠΑ και η Βόρειος Κορέα να εμπλακούν από κακούς υπολογισμούς σε ένα παιχνίδι που υπερβαίνει τις ικανότητές τους, οδηγούμενες χωρίς πρόθεση για κάτι τέτοιο στον πόλεμο.
Αυτό που δεν εξετάζει το άρθρο είναι η πιθανότητα να υπάρχει «κρυμμένος Αλκιβιάδης» στο σύστημα (με την έννοια μιας αποφασιστικής μειοψηφίας, όπως αυτή που κέρδισε τελικά την πλειοψηφία στη Συνέλευση των Αθηναίων υπέρ της σικελικής εκστρατείας, όπως τη διαιώνισε ο Θουκυδίδης), ο οποίος να χρειάζεται τελικά να γίνει κάπου ένας πυρηνικός πόλεμος, γιατί μόνο τρομάζοντας την ανθρωπότητα θα μπορούσε να πετύχει τους στόχους του. Εκεί οδηγεί στην ακρότητά της η ίδια η λογική της στρατηγικής του Χάους. Ο απόλυτος τρόμος θα ήταν ίσως και ένας τρόπος να αποδεχθούν οι άνθρωποι την ιδέα ενός παγκόσμιου Δικτάτορα, έστω και με τίμημα την προσωρινή τους επιβίωση ως Δούλων.
Ήδη άλλωστε, είναι απολύτως σαφές ότι το πρόγραμμα στρατιωτικής ανατροπής των καθεστώτων του Ιράν και της Βόρειας Κορέας, που εξ αρχής περιλαμβανόταν στην στρατηγική του Κόμματος του Πολέμου και των Νεοσυντηρητικών, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με συμβατικά στρατιωτικά μέσα. Οδηγεί αναπόφευκτα σε χρήση πυρηνικών όπλων.
Ακόμα κι αν δεν χρησιμοποιηθούν πυρηνικά σύντομα στην Κορέα, μια παράπλευρη αλλά πολύ σημαντική παρενέργεια της τωρινής κρίσης είναι ότι η παγκόσμια κοινή γνώμη εξοικειώνεται με την ιδέα χρήσης των πυρηνικών όπλων, ένα ταμπού της εποχής μετά το 1945. ‘Όταν εκφέρονται τερατώδεις απειλές εναντίον μιας χώρας και κανείς σχεδόν διεθνώς δεν αντιδρά, αυτό τις νομιμοποιεί.
Η Αφωνία του Κόσμου
Το χειρότερο δεν είναι καν αυτά που κάνει η Ουάσιγκτων επί Τραμπ. Το χειρότερο είναι ότι δεν “κουνιέται φύλλο” σε όλο τον κόσμο. Τον Φεβρουάριο 2003, όταν οι Αμερικανοί ετοίμαζαν την εισβολή στο Ιράκ, μαζί με τους Βρετανούς, τους Αυστραλούς και τους Πολωνούς, εκατομμύρια διαδηλωτών βγήκαν παγκοσμίως στο δρόμο για να τους εμποδίσουν. Ο “τελευταίος των Γκωλικών”, ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Ντομινίκ ντε Βιλπέν έγινε το σύμβολο όλης της πολιτισμένης ανθρωπότητας, όταν κατακεραύνωσε, με μια ιστορική ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας,  τις ΗΠΑ για τη σχεδιαζόμενη τότε εισβολή στο Ιράκ. Μετά βέβαια, είναι αλήθεια, ότι και ο Πρόεδρος Σιράκ και ο Καγκελλάριος Σρέντερ κατατρόμαξαν από το ίδιο το θάρρος που επέδειξαν και ανέκρουσαν πρύμνα, συμβάλλοντας έτσι να μην υπάρχει πλέον ούτε ίχνος ανεξαρτησίας στα ευρωπαϊκά κράτη και να έχει καταστραφεί η μισή Μέση Ανατολή και να απειλούμαστε πλέον όχι μόνο με τρομερούς συμβατικούς, αλλά και με πυρηνικούς πολέμους!
Σε όλη την ιστορική περίοδο μετά το 1945 υπήρξε ένα ισχυρότατο φιλειρηνικό, αντιπολεμικό και αντιπυρηνικό κίνημα. Αυτό απέτρεψε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ 1945 και 1949, όταν η Μόσχα δεν είχε ακόμα πυρηνικά όπλα, αυτό συνέβαλε επίσης καθοριστικά στη δημιουργία μιας δομής στοιχειώδους ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, αυτό εμπόδισε τους Αμερικανούς να χρησιμοποιήσουν ατομικά όπλα στην Κορέα και στο Βιετνάμ. Οι πόλεμοι της Αλγερίας και του Βιετνάμ κερδήθηκαν εξίσου στα πεδία των μαχών και στους δρόμους των ευρωπαϊκών και αμερικανικών μεγαλουπόλεων. Μια σειρά σπουδαίων διανοούμενων και επιστημόνων, όπως ο ‘Αλμπερτ Αϊνστάιν και πολλοί άλλοι, τάχθηκαν εναντίον του Πολέμου. Ο Ντε Γκωλ διαφώνησε με τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ακόμα κι όταν του πρότειναν να συλλάβει τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, μεσούντος του πολέμου στην Αλγερία, ο Στρατηγός λέγεται ότι απήντησε «δεν συλλαμβάνεις τον Βολταίρο». Στη Γερμανία ο Βίλυ Μπραντ άνοιγε τον δρόμο στην Οστπολιτίκ
Σήμερα δεν υπάρχουν διανοούμενοι και οι «πολιτικοί» έχουν μετατραπεί σε (συχνά εκβιάσιμους) υπαλλήλους τραπεζών. Τα αντιπολεμικά κινήματα και όλα τα κινήματα αμφισβήτησης δεν υπάρχουν ή είναι πολύ περιορισμένα. Μια εκφυλισμένη «αριστερά» τάσσεται συχνά υπέρ του «δικού της» ιμπεριαλισμού, χρησιμοποιώντας τις ορθές ή εσφαλμένες κριτικές εναντίον του καθεστώτος των τρίτων χωρών για να επιτρέπει στρατιωτικές επεμβάσεις σε όλο τον κόσμο. Ζούμε δηλαδή σε μια περίοδο πρωτοφανούς υποχώρησης της ανθρώπινης συνείδησης.
Ακόμα όμως και μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων, η ύπαρξη πυρηνικής ισοτιμίας είναι μακροχρονίως αναγκαία συνθήκη αποτροπής του πυρηνικού πολέμου, όχι όμως και ικανή.  Ξέρουμε τώρα ότι στη σύσκεψη για την Κούβα που αποφάσισε αν θα γίνει ή όχι παγκόσμιος πυρηνικός πόλεμος, όλοι οι συμμετέχοντες ήταν υπέρ του πολέμου, εκτός από δύο πρόσωπα, τον Πρόεδρο Κένεντι και τον αδελφό του. Η ύπαρξή τους όμως εκεί μέσα δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο γεγονός. Αντανακλούσε την ιδεολογία, την πολιτική ατμόσφαιρα, τις αντιλήψεις, της κοινωνικές δυνάμεις της εποχής τους, τον καπιταλισμό του 1960 και όχι αυτόν που έχουμε τώρα.
Η εκδίκηση της πολιτικής
Η ανακάλυψη των πυρηνικών όπλων τροποποίησε βαθιά, αλλά δεν ακύρωσε το αξίωμα του Κλαζούζεβιτς: Ο Πόλεμος είναι συνέχεια της Πολιτικής με άλλα μέσα.
Γιατί οι κοινωνίες δεν είναι ανόργανη ύλη, δεν καθορίζεται ντετερμινιστικά η πορεία τους. Πίσω από κάθε απόφαση χρήσης ενός όπλου υπάρχει μια ανθρώπινη βούληση. Οι άνθρωποι όμως είναι ικανοί για λογικές, αλλά και για εντελώς παράλογες συμπεριφορές, για σωφροσύνη και για παραφορσύνη.
Για να λειτουργήσει η πυρηνική αποτροπή χρειάζεται ένα μίνιμουμ επίπεδο ορθολογισμού στο παγκόσμιο σύστημα, αλλοιώς η ύπαρξη πυρηνικών οπλοστασίων μπορεί να οδηγήσει σε αμοιβαία καταστροφή. Κι αυτό που βλέπουμε σήμερα στο παγκόσμιο σύστημα είναι η σταδιακή καταστροφή του ορθολογισμού, σύμπτωμα κοινωνιών που δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματά τους.
Ο Μαρξ είπε ότι οι άνθρωποι, οι κοινωνίες βάζουν στον εαυτό τους τα προβλήματα που μπορούν να λύσουν. Προφανώς δεν βάζουν αυτά που δεν μπορούν να λύσουν. ‘Η τα βάζουν με λάθος, καταστροφικό και παραπλανητικό τρόπο (όπως συνέβη με τους ολοκληρωτισμούς του μεσοπολέμου ή με τον Τραμπ και την Λεπέν σήμερα).
Ο ίδιος ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών π.χ. αμφισβητεί ανοιχτά τα πορίσματα της Επιστήμης, δηλαδή την Επιστήμη, στο μείζον, καθοριστικής σημασίας για την επιβίωση της ζωής πρόβλημα της Κλιματικής Αλλαγής.
Αμερικανοί επίσημοι συγκρίνουν τον Πούτιν με τον Χίτλερ, δηλαδή πληροφορούν τους Ρώσους αναλυτές ότι πιθανώς ετοιμάζουν πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Τι θα γίνει αύριο αν συμβεί ένα λάθος στα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, όπως τόσες φορές στην ιστορία; Αυτοί που θα πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις, θα επηρεαστούν όχι μόνο από αυτό που βλέπουν στις οθόνες των ραντάρ, αλλά και από αυτό που εκτιμούν ως πιθανό να συμβαίνει. Πολύ περισσότερο όταν αυτά θα συμβαίνουν σε ένα κυβερνο-περιβάλλον διασποράς πληροφορίας με ρυθμούς και σε ποσότητες που υπερβαίνουν την ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού να τις αξιολογήσει.
Η ψυχροπολεμική ρητορεία που άρχισε η Κυρία Κλίντον και συνεχίζει με έργα, όχι με λόγια, ο Τραμπ, καταστρέφει το ελάχιστο κοινά αποδεκτών κανόνων συμπεριφοράς, την ελάχιστη βάση κοινής κατανόησης του κόσμου, μεταξύ των πυρηνικών υπερδυνάμεων. Το ίδιο άλλωστε έκανε και η κατάργηση της συνθήκης για τα αντιβαλλιστικά όπλα ΑΒΜ, καταστρέφοντας το θεμέλιο της δομής του ελέγχου των εξοπλισμών που επέβαλλε μάλιστα η ίδια η Αμερική, για να αποτρέψει από τον κίνδυνο αιφνιδιαστικού πρώτου πλήγματος.
Σήμερα στην Αμερική, δεν κουβεντιάζουν για την πολιτική της χώρας τους ή για την πολιτική της Ρωσίας και της Κίνας. Δεν κουβεντιάζουν ούτε για το τι περιέχουν ή όχι τα μέιλ της Κλίντον ή τι πραγματικά κάνει ο Τραμπ. Κουβεντιάζουν αν οι Ρώσοι υπέκλεψαν ή όχι αυτά τα μέιλ. Επιχειρείται δηλαδή να ταυτισθεί μια βασικά φιλειρηνική δύναμη, όπως η Ρωσία, με έναν Πρόεδρο που η οικονομική και κοινωνική του πολιτική έρχεται σε σύγκρουση με μεγάλα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας. Τα  τμήματα αυτά αντικειμενικά θα μπορούσαν να είναι «σύμμαχα» με τη Ρωσία στην επιδίωξη ανατροπής των παγκόσμιων πολεμικών τυχοδιωκτισμών, όπως σε μεγάλο βαθμό έγινε σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, γιατί αυτοί οι τυχωδιωκτισμοί δεν είναι προς το συμφέρον τους. (1)
Μόνο η επανεμφάνιση της πολιτικής μπορεί να σταματήσει την πορεία προς τον Πόλεμο – η ισοτιμία στα όπλα δεν φτάνει. Μόνο η έγκαιρη συνειδητοποίηση των κινδύνων και η κινητοποίηση παγκοσμίως για να αποτραπούν, της κοινής γνώμης και των πολιτικών δυνάμεων, μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο. Μακροχρόνια άλλωστε είναι αδύνατο να καταπολεμηθεί το σύμπτωμα χωρίς να πολεμηθεί η αιτία. Μόνο η εμφάνιση μιας σοβαρής ολοκληρωμένης εναλλακτικής σε έναν κόσμο «προϊστορικό και βάρβαρο» στην οικονομία, στις κοινωνικές και τις διεθνείς σχέσεις, στον Πολιτισμό, ενός εναλλακτικού οράματος στην ιδεολογία του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου που σήμερα κυριαρχεί, μόνο η κινητοποίηση μεγάλων κοινωνικών δυνάμεων, διανοουμένων και κρατών, μπορεί να λύσει και το πρόβλημα του πολέμου και της επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Σημείωση
  1. Το ενδιαφέρον είναι ότι η απίθανη υπόθεση Τραμπ εξ αντικειμένου επέφερε βαρύ πλήγμα και στην εικόνα της Αμερικής ως «εχθρού» στη ρωσική κοινή γνώμη. ‘Όταν η Μοσκόβσκι Κομσομόλετς γράφει π.χ. τόσο μεγάλες ανοησίες όπως ότι η εκλογή Τραμπ στον Λευκό Οίκο είναι σαν την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων από τους Μπολσεβίκους (!!!), η σύγχυση που δημιουργείται οδηγεί το ποσοστό των Ρώσων που εκτιμούν – ορθώς – την Αμερική ως εχθρό, να πέσει από το μάλλον ήδη χαμηλό 42% στο 8%.
    Αν υπάρχει μια σταθερά στη ρωσική ιστορία είναι ότι αυτή η χώρα δεν μπορεί να καταληφθεί εξ εφόδου, με επίθεση. Μπορεί να καταστραφεί μόνο αν μπερδέψει τους φίλους και τους εχθρούς της. Η ΕΣΣΔ παρολίγον να καταστραφεί το 1941 με αυτόν τον μηχανισμό και κατεστράφη τελικά με την ίδια μέθοδο το 1991. ‘Ενας λόγος που επεβίωσε η εξουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Κίνα είναι ότι πάντα η επικοινωνιακή πολιτική διατήρησε την εικόνα της Δύσης ως εχθρού.
    Σε κάθε περίπτωση, η σταθερότητα της εσωτερικής κατάστασης στη Ρωσία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο που καταλαβαίνει η ελίτ και η κοινή γνώμη της χώρας τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και της διεθνούς κατάστασης.
25 Αυγούστου 2017

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή