Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανοιχτή επιστολή Μέι στους Ευρωπαίους της Βρετανίας – Σύνοδος Κορυφής: «Πάγος» στην ένταξη της Τουρκίας – Στήριξη σε Ιταλία για το προσφυγικό

Δημοσιεύτηκε στις

Σε δεύτερη μοίρα το Brexit 

Ζητήσαμε να υποβληθούν προτάσεις για να αλλάξει και να μειωθεί η προενταξιακή βοήθεια» δήλωσε η Μέρκελ – Τη στήριξαν Βέλγιο και Ολλανδία – Στο τραπέζι εκ νέου οι όροι παροχής ασύλου – Οι προτάσεις Τσίπρα για το προσφυγικό
Οι ηγέτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν την Πέμπτη να εξεταστεί το ενδεχόμενο να γίνουν περικοπές στα κεφάλαια που χορηγούνται στην Άγκυρα στο πλαίσιο της ενταξιακής της διαδικασίας, κατόπιν της πίεσης που άσκησε προς αυτό η Άνγκελα Μέρκελ, προκειμένου να υπάρξει αντίδραση από την Ευρώπη στην «απαράδεκτη» κατάσταση, κατά την καγκελάριο της Γερμανίας, ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία.
Παρότι η Μέρκελ εξήρε την Άγκυρα διότι υποδέχθηκε πρόσφυγες από τη Συρία, επέμεινε στη σκληρότερη ρητορική που υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για την επανεκλογή της στην καγκελαρία, αν και δεν πρότεινε ρητά την διακοπή της διαδικασίας ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.
«Ζητήσαμε από την (Ευρωπαϊκή) Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για να αλλάξει και να μειωθεί η προενταξιακή βοήθεια», είπε η Μέρκελ μιλώντας σε δημοσιογράφους μετά τις εργασίες της πρώτης ημέρας της συνόδου κορυφής.
«Δεν υπάρχει η πλειοψηφία για να τερματιστούν οι συνομιλίες αμέσως. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει έντονος σκεπτικισμός για τη σημερινή κατάσταση. Υποστήριξα απόψε (σ.σ. το βράδυ της Πέμπτης) ότι πρέπει να επιδιώξουμε έναν διάλογο με την Τουρκία», ανέφερε η καγκελάριος της Γερμανίας.

Νωρίτερα, η Μέρκελ είπε πως η Τουρκία «κινείται σε λάθος κατεύθυνση» και απομακρύνεται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το κράτος του δικαίου, αναφερόμενη στις εκκαθαρίσεις ευρείας κλίμακας που εξαπέλυσε η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016.


Η Ολλανδία και το Βέλγιο τάχθηκαν υπέρ της μείωσης των κεφαλαίων που λαμβάνει η Τουρκία στο πλαίσιο της προενταξιακής διαδικασίας. «Όλοι γνωρίζουν ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις είναι de facto παγωμένες, de facto ετοιμοθάνατες», τόνισε ο πρωθυπουργός του Βελγίου Σαρλ Μισέλ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε.


Οι διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της ενταξιακής διαδικασίας, η οποία άρχισε επίσημα μόλις το 2005, δεκαετίες μετά την υποβολή του αιτήματος για αυτό, ήταν πάντα ένα πολύ λεπτό ζήτημα για τη Γαλλία και τη Γερμανία, πολύ περισσότερο επειδή η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα με νεαρό, ταχύτατα μεγεθυνόμενο, κατά πλειονότητα μουσουλμανικό πληθυσμό. Αλλά η κλίμακα των εκκαθαρίσεων μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της περασμένης χρονιάς, οι συλλήψεις Αμερικανών και Ευρωπαίων, συμπεριλαμβανομένων ανθρώπων με διπλή υπηκοότητα, και οι φραστικές επιθέσεις του Ερντογάν εναντίον της Γερμανίας και της Ολλανδίας για τη συμπεριφορά τους, που παρομοίασε με εκείνη των ναζί, φαίνεται πως ώθησαν τη Μέρκελ να αλλάξει στάση.






Πέρα από τα κεφάλαια που η ΕΕ έχει υποσχεθεί να καταβάλει στην Τουρκία στο πλαίσιο της συμφωνίας του 2016 για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, η Άγκυρα επρόκειτο να λάβει 4,4 δισεκ. ευρώ από την ΕΕ μεταξύ του 2014 και του 2020. Όμως ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις λένε πως η βοήθεια που προοριζόταν για την προώθηση μεταρρυθμίσεων πολιτικής φύσης δεν έχει πλέον κανένα νόημα, μετά τον τρόπο που αντέδρασε η Άγκυρα έπειτα από την απόπειρα επιβολής στρατιωτικού καθεστώτος.


Η Τουρκία θα λάμβανε το 2018 περίπου 500 εκατ. ευρώ βάσει του προϋπολογισμού της ΕΕ, αλλά πλέον συζητείται το πόσο θα μειωθεί η βοήθεια ει δυνατόν χωρίς να υπάρξουν συνέπειες για έργα υποδομής ή τη γεωργία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει προτείνει η βοήθεια να μειωθεί κατά 50 εκατ. ευρώ την επόμενη χρονιά και ακόμη 30 εκατ. αν η σχέση με την Τουρκία επιδεινωθεί κι άλλο.  Ωστόσο οι κυβερνήσεις της ΕΕ διχάζονται για το ζήτημα: η Πολωνία, η Βρετανία καθώς και η Σουηδία τάσσονται σθεναρά υπέρ της μελλοντικής ένταξης της Τουρκίας, ενώ η Αυστρία αντιθέτως δεν θέλει απλά να παγώσει η προενταξιακή βοήθεια αλλά να τερματιστεί εντελώς η ενταξιακή διαδικασία.

Αναφερόμενη, δε, στο Brexit, η Άνγκελα Μέρκελ μίλησε για την… «πρόοδο που έχει σημειωθεί». Κάτι ανάλογο έκανε και η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, υπογραμμίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές συζητήσεις θα αφορούν και σε θέματα άμυνας, ασφάλειας και μετανάστευσης. Ωστόσο, απέφυγε να αναφερθεί στο ακριβές ποσό που θα καταβάλλει η Βρετανία μετά την έξοδό της από την ΕΕ και στάθηκε στο θέμα των δικαιωμάτων που θα έχουν οι Ευρωπαίοι πολίτες στη «μετά Brexit» εποχή.


Στη συζήτηση που έλαβε χώρα μεταξύ των ηγετών της Ευρώπης, ευρωπαϊκές πηγές ανέφεραν ότι τρία είναι τα θέματα που θα τεθούν επί τάπητος, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναφορικά με το τουρκικό: Η οικονομική χρηματοδότηση της ΕΕ προς την Τουρκία, η ενταξιακή πορεία της χώρας και το μεταναστευτικό σε συνδυασμό με την αντιτρομοκρατική συνεργασία. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, πρόκειται για μία σημαντική κουβέντα, η οποία δεν αναμένεται να καταλήξει σήμερα σε αποφάσεις, ωστόσο θα δώσει μια βασική κατεύθυνση για το τι μέλλει γενέσθαι από εδώ και πέρα στις σχέσεις της ΕΕ με την ‘Αγκυρα.





Στήριξη από Γερμανία και Γαλλία για την Καταλονία

Την απερίφραστη στήριξή τους στην ισπανική κυβέρνηση εξέφρασαν οι ηγέτες Γερμανίας και Γαλλίας, προσερχόμενοι στη Σύνοδο Κορυφής, την ώρα που η κυβέρνηση Ραχόι σχεδιάζει να αναστείλει την αυτονομία της Καταλονίας.


«Ελπίζουμε ότι είναι εφικτό να βρεθούν λύσεις βάσει του ισπανικού Συντάγματος» επισήμανε η Μέρκελ, ενώ μήνυμα ενότητας προς την Ισπανία έστειλε και ο Μακρόν, ο οποίος θα έχει και συνάντηση με τον Μαριάνο Ραχόι.


Βέλγιο και Λουξεμβούργο τόνισαν, από την πλευρά τους, την ανάγκη διεξαγωγής διαλόγου ανάμεσα σε Μαδρίτη και Καταλονία, με στόχο την εκτόνωση της κρίσης, υπογραμμίζοντας ότι η βία δεν αποτελεί λύση. 







Παρέμβαση Τσίπρα για το προσφυγικό – Οι πέντε προτάσεις που κατέθεσε

Παρέμβαση για μια συνολική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού-προσφυγικού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έκανε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.




Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην αύξηση ροών μεταναστών που παρατηρείται, τόνισε ιδιαίτερα την ανάγκη να ενισχυθεί η υλοποίηση της Συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας και για να υπάρξει μια συνολική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού-προσφυγικού διατύπωσε πέντε προτάσεις, που αφορούν:

1. Έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό επανεγκατάστασης από τρίτες χώρες σε χώρες της Ε.Ε. με τη λειτουργία κεντρικών υπηρεσιών ασύλου σε τρίτες χώρες.
2. Έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό επιστροφών προσφύγων σε χώρες προέλευσης ή διέλευσης.
3. Ένα μηχανισμό χρηματοδότησης για πρόσφυγες στο έδαφος της Τουρκίας και εξέταση των δυνατοτήτων ενίσχυσης του.
4. Την εφαρμογή της Συμφωνίας επανεισδοχής που έχει υπογράψει η Τουρκία.
5. Ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο βελτίωσης της ποιότητας ζωής σε χώρες όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές.

Στο μεταναστευτικό αναφέρθηκαν στις παρεμβάσεις τους και οι πρωθυπουργοί της Ιταλίας και της Ισπανίας, Πάολο Τζεντιλόνι και Μαριάνο Ραχόι, αντίστοιχα.

Ο κ. Τσίπρας είπε ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στην Ευρώπη σε αριθμό αιτήσεων ασύλου αναλογικά με τον πληθυσμό της.







Ενισχύεται η συμφωνία της Ιταλίας με τη Λιβύη για τους Αφρικανούς πρόσφυγες

Στην εκτίμηση ότι η συμφωνία της ιταλικής κυβέρνησης με τις αρχές της Λιβύης περιόρισαν αισθητά τα μεταναστευτικά ρεύματα από τη Βόρεια Αφρική, κατέληξαν οι ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών στη Σύνοδο Κορυφής που διεξάγεται.


Ως εκ τούτου, συμφώνησαν να ενισχύσουν τη συμφωνία που επιτεύχθηκε την άνοιξη, ώστε να αξιοποιηθεί η «πραγματική ευκαιρία» να αποκλειστεί η οδός της κεντρικής Μεσογείου για τους παράτυπους μετανάστες και τους διακινητές τους, όπως τόνισε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ.


Από την πλευρά του, ο Έλληνας πρωθυπουργός, μαζί με τον Ιταλό και τον Ισπανό ομόλογό του, τόνισαν κατά τη διάρκεια των διεργασιών τη σημασία της επέκτασης της δράσης της ΕΕ για τη δημιουργία νομίμων διόδων μετανάστευσης, ενώ ζήτησαν να ενισχυθεί η εφαρμογή της συμφωνίας επανεισδοχής.





Ο Τουσκ πρόσθεσε ότι τον Δεκέμβριο θα επαναρχίσουν οι συζητήσεις που αφορούν τους κανόνες παροχής ασύλου σε μετανάστες και πρόσφυγες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες είχαν διακοπεί μετά τις εξελίξεις του 2015. Ο Πολωνός επικεφαλής του Συμβουλίου εξέφρασε την ελπίδα η συμφωνία, παρά τις αντιρρήσεις, να έχει επιτευχθεί έως τα μέσα του 2018.


Παράλληλα, συζητήθηκαν θέματα για τη μεταρρύθμιση του Δουβλίνου και το θεματολόγιο που προτείνει ο πρόεδρος του Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, για τις ερχόμενες Συνόδους Κορυφής μέχρι τις ευρωεκλογές του 2019.


Ερωτηθείς για την Καταλονία, ο πρόεδρος Τουσκ ανέφερε πως είναι σε επικοινωνία με τον Μαριάνο Ραχόι και πως η κατάσταση στην Ισπανία είναι μεν «ανησυχητική», αλλά υπενθύμισε πως το θέμα αυτό είναι εσωτερικό θέμα της Ισπανίας και η ΕΕ, παρά τις προσωπικές απόψεις του καθενός, δεν θα παρέμβει.


Ανοιχτή επιστολή Μέι στους Ευρωπαίους πολίτες της Βρετανίας: Μείνετε μαζί μας

Πολύ κοντά σε συμφωνία για το «καυτό» θέμα των δικαιωμάτων που θα απολαμβάνουν εκατέρωθεν οι πολίτες μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit) βρίσκονται το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες, με τη Βρετανίδα πρωθυπουργό να στέλνει ανοιχτή επιστολή στα σχεδόν 3 εκατ. Ευρωπαίους πολίτες που ζουν και εργάζονται στο Νησί, να παραμείνουν και να συνεχίσουν κανονικά τις ζωές τους.


Στην επιστολή της, η Τερέζα Μέι δεσμεύεται ότι η διαδικασία για όσους επιθυμούν την παραμονή τους στη Βρετανία θα οργανωθεί με απλό τόπο και με σαφείς όρους, ώστε να διασφαλιστεί η διαφάνεια και να καλυφθούν οι ανάγκες των πολιτών που θα συμμετάσχουν.





Η Βρετανίδα πρωθυπουργός μεταξύ άλλων σημειώνει τα εξής:


«Σήμερα πηγαίνω στις Βρυξέλλες και γνωρίζω ότι πολλοί περιμένουν από μας, τους ηγέτες των 28 εθνών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – να δείξουμε ότι δίνουμε προτεραιότητα στους πολίτες.

Υπήρξα σαφής καθόλη την διάρκεια των διαπραγματεύσεων ότι τα δικαιώματ των πολιτών είναι η πρώτη μου προτεραιότητα.  Και γνωρίζω ότι και οι άλλοι ηγέτες έχουν τον ίδιο στόχο: να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών που ζουν στην ΕΕ και των Βρετανών πολιτών που ζουν σε κράτη-μέλη της ΕΕ.

Θέλω να διαβεβαιώσω ότι το θέμα αυτό παραμένει ψηλά στις προτεραιότητές μας, ότι είμαστε ενωμένοι σε ο,τι αφορά τις βασικές αρχές και ότι τις ερχόμενες εβδομάδες θα επικεντρωθούμε στην επίτευξη μιας συμφωνίας που θα εξυπηρετεί τις ανάγκες των ανθρώπων εδώ στη Βρετανία αλλά και στην ΕΕ.

Όταν ξεκίνησε η διαδικασία, κάποιοι μας κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιούμε τους πολίτες της ΕΕ ως διαπραγματευτικό όπλο. Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική.

Οι πολίτες της ΕΕ που έχουν φτιάξει τη ζωή τους στη Βρετανία, έχουν συμβάλει τα μέγιστα στη χώρα μας. Θέλουμε να μείνουν στη Βρετανία, και οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Και για να είμαι ακόμα πιο ξεκάθαρη:  οι πολίτες της ΕΕ που ζουν νόμιμα στη Βρετανία σήμερα, θα μπορούν να παραμείνουν.

Γνωρίζω ότι και οι δυο πλευρές θα μελετήσουν τις προτάσεις η μία της άλλης ώστε με ανοιχτό πνεύμα να υπάρξει συμφωνία.  Με ευελιξία και δημιουργικότητα και από τις δυο μεριές, είμαι βεβαία ότι μπορούμε να ολοκληρώσουμε τις συζητήσεις για τα δικαιώματα των πολιτών μέσα στις ερχομένες εβδομάδες.

Γνωρίζω ότι υπάρχει πραγματική ανησυχία για το πώς θα εφαρμοστεί η συμφωνία.  Οι πολίτες ανησυχούν ότι η διαδικασία θα είναι περίπλοκη και γραφειοκρατική και θα προβάλλει εμπόδια που δύσκολα θα μπορούν να υπερβούν.  Θέλω και σ’ αυτό να τους καθησυχάσω.

Σχεδιάζουμε μια απλοποιημένη ψηφιακή διαδικασία για όσους επιθυμούν να κάνουν αίτηση για να λάβουν το καθεστώς του μονίμως εγκατεστημένου στη Βρετανία στο μέλλον. Η διαδικασία θα είναι σχεδιασμένη για να διευκολύνει τους αιτούντες και θα είμαστε συνεχώς σε επαφή μαζί του σε κάθε βήμα».
Πρώτο Θέμα

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO49 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή