Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πούτιν ο Νέος Άρχων στην Μέση Ανατολή

Δημοσιεύτηκε στις

Zero Hedge 3-10-17
[Tο ακόλουθο άρθρο, που δημοσίευσε χθες το αμερικανικό
Δελτίο
Zero Hedge, με την ευκαιρία της τριήμερης, από σήμερα, πρώτης
επίσκεψης βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας στη Μόσχα, αναπαράγει δημοσίευμα του
οικονομικού πρακτορείου
Bloomberg, που μαζί με την Wall Street Journal και τους Financial Times
συναποτελούν τα αυθεντικά φερέφωνα του Διεθνούς Καπιταλισμού. Οι διαπιστώσεις
του δεν επιδέχονται επομένως αμφισβήτηση –τουλάχιστον από τους οπαδούς του
συστήματος.]

Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού
Ισραηλινοί και οι Τούρκοι, Αιγύπτιοι και οι Ιορδανοί,
όλοι παίρνουν τον δρόμο για το  Κρεμλίνο,
με την ελπίδα ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο νέος αυθέντης της Μέσης Ανατολής,
μπορεί να εξασφαλίσει τα συμφέροντά τους και να λύσει τα προβλήματά τους»,
γράφει το (οικονομικό πρακτορείο) Μπλούμπεργκ.
Και τώρα και αυτή η Σαουδική Αραβία
έρχεται με φιλικά χαμόγελα προς το Κρεμλίνο, με την επίσκεψη του βασιλιά
Σαλμάν, του πρώτου μονάρχη του πετρελαιοφόρου βασιλείου που επισκέπτεται την
Μόσχα. Στην κορυφή των θεμάτων που θέλει να συζητήσει θα είναι ο έλεγχος του
Ιράν, στενού συμμάχου της Ρωσίας, που αντιμετωπίζεται ως θανάσιμος εχθρός από
τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου.
Μέχρι πρόσφατα -όπως παραδέχεται το
Μπλούμπεργκ- η Ουάσιγκτον είχε την αποκλειστικότητα ως προορισμός των
προσκυνημάτων τέτοιων ηγετών. Τώρα όμως «η αμερικανική ισχύς στην περιοχή τελεί
σε αισθητή υποχώρηση» -φράση αναγνώρισης της επιτυχίας της ρωσικής επέμβασης
στη Συρία, η οποία όχι μόνο κατόρθωσε να συντρίψει την τοπική απειλή του
«Ισλαμικού Κράτους», αλλά διατήρησε τον πρόεδρο Μπάσερ Αλ ΄Ασαντ στην εξουσία
μετά από χρόνια αμερικανικής επιμονής για την ανατροπή του.
«Μετέβαλε την πραγματικότητα, την
ισορροπία δυνάμεων στον χώρο», δήλωσε ο Ντενίς Ρος, πρώην κύριος
διαπραγματευτής ειρήνης των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και σύμβουλος προέδρων, από
τον πατέρα Μπους ως τον Ομπάμα. « Ο
Πούτιν κατόρθωσε να καταστήσει τη Ρωσία παράγοντα στην Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό
βλέπετε ένα συνεχές ρεύμα Μεσανατολικών επισκεπτών καθ’ οδόν προς την Μόσχα.»
Είναι επίσης και το χρήμα: Όπως
μετέδωσε το ΡΤ, κατά την επίσκεψη του βασιλιά Σαλμάν στην Μόσχα θα ανακοινωθεί
η σύσταση κοινού Ρώσο-Σαουδικού ταμείου επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα, κατά
την δήλωση του Ρώσου υπουργού Ενέργειας Αλεξάντερ Νόβακ στο τηλεοπτικό δίκτυο
Ελ Αραμπίγια. Ο Νόβακ ανέφερε ότι η βασική συμφωνία για την δημιουργία αυτού
του ταμείου ενός δις δολαρίων έχει ήδη ληφθεί. «Η Ρωσία-είπε- στοχεύει στην ανάπτυξη της συνεργασίας με την Σαουδική
Αραβία όχι μόνο στο πλαίσιο του
OPEC αλλά και πέραν του
καρτέλ».
Μεταξύ άλλων, στον ενεργειακό τομέα,
στον τομέα του ηλεκτρισμού και στις πηγές ανανεώσιμης ενέργειας. Επιπλέον,
Μόσχα και Ριάντ αναμένεται να ανακοινώσουν ένα νέο πρόγραμμα επενδύσεων και
βιομηχανικά προγράμματα. Την περασμένη εβδομάδα 
ο γενικός διευθυντής του ρωσικού Ταμείου Αμέσων Επενδύσεων (RDIF) Κυρίλ Ντιμιτρίεφ εξήρε την συνεργασία μεταξύ του(RDIF) με την Σαουδαραβική Γενική Αρχή Επενδύσεων (SAGIA) στην κοινή έρευνα επενδυτικών προγραμμάτων στη Ρωσία. Η
SAGIA προβλέπεται να
εισαγάγει ρωσικές εταιρείες στην Σαουδική αγορά.
Ωστόσο η επιτυχία του Πούτιν θα
γεννήσει προβλήματα, αφού  καθώς
σωρεύονται τα συγκρουόμενα αιτήματα δεν θα είναι εύκολο να επιστρέψουν όλοι οι
επισκέπτες ικανοποιημένοι.» Όσο περισσότερο προσπαθείς να υιοθετήσεις μια
πολιτική συνεργασίας με όλους, τόσο ανακαλύπτεις πόσο δύσκολο είναι αυτό το
παιχνίδι,» είπε ο Ρος.
Η Μόσχα ήταν μια σημαντική δύναμη στη
Μέση Ανατολή κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, εξοπλίζοντας αραβικά κράτη εναντίον του
Ισραήλ, αλλά με την κατάρρευση του κομμουνισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’80,
έσβησε και η επιρροή της Ρωσίας. Όταν οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Ιράκ, η Ρωσία ήταν
θεατής, ανήμπορος να κάνει κάτι περισσότερο από διαμαρτυρίες. Η εικόνα άρχισε
να αλλάζει το 2013, όταν ο Ομπάμα αποφάσισε να μην επιτεθεί στον ΄Ασαντ. Δυο
χρόνια αργότερα, ο Πούτιν έστειλε στρατό και αεροπλάνα να τον υπερασπίσουν.
Οι περισσότεροι από τους συμμάχους
της Αμερικής ήσαν σταθερά στο στρατόπεδο εναντίον του ΄Ασαντ. Απογοητεύτηκαν
όταν η αμερικανική στρατιωτική ισχύς δεν χρησιμοποιήθηκε για την ανατροπή του.
Η ισχύς και επιρροή της Ρωσίας στην περιοχή ενισχύθηκε «επειδή το επέτρεψε ο
Ομπάμα», λέει ο Χαλέντ Μπαταρφί. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αλ Φαϊζάλ της
Τζέντας, στη Σαουδική Αραβία. «Δυστυχώς αποσύρθηκαν σε μέγα βαθμό από την Μέση
Ανατολή».
Την ίδια άποψη εξέφρασε τον
περασμένο μήνα και ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν, που επί χρόνια συνιστούσε
αμερικανική δράση εναντίον του ΄Ασαντ. Οι συνομιλίες με τους Αμερικανούς «δεν
οδηγούσαν πουθενά», δήλωσε. Και έτσι η Τουρκία              συνεργάζεται τώρα με τη Ρωσία και
το Ιράν σ’ ένα σχέδιο για την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης. «Επιτυγχάνει
αποτελέσματα», δήλωσε ο Ερντογάν
Πριν δυο χρόνια οι εντάσεις με τον
Πούτιν απειλούσαν με έκρηξη, όταν οι Τούρκοι κατέρριψαν ρωσικό αεριωθούμενο στα
σύνορα της Συρίας. Την περασμένη Παρασκευή, ο Ρώσος Πρόεδρος πέταξε στην
΄Αγκυρα για δείπνο με τον Τούρκο ομόλογο και «φίλο του», ο οποίος έχει
συμφωνήσει να αγοράσει ρωσικά πυραυλικά συστήματα S-400, ερεθίζοντας τα άλλα μέλη του ΝΑΤΟ.
 Στο μεταξύ, σε μια παράδοξη μεταστροφή, οι
Σαουδάραβες που χρηματοδοτούσαν τους αντάρτες εναντίον της  κυβέρνησης ΄Ασαντ, όπως και ακραίες ομάδες
που είχαν αποσπασθεί από την Αλ Κάϊντα συνεργάζονται με την Ρωσία στο να καλοπιάσουν
την αντιπολίτευση να ενωθεί για διαπραγματεύσεις ειρήνευσης, που πιθανότατα θα ισχυροποιήσουν
το καθεστώς ΄Ασαντ –ενώ παράλληλα η Σαουδαραβία ήρθε σε ρήξη με το Κατάρ,
παλαιότατο σύμμαχό της.
Οι σύμμαχοι της Αμερικής
χαροποιήθηκαν με την αλλαγή του Αμερικανού Προέδρου και την σκληρή ρητορική του
Τραμπ περί αντιμετώπισης του Ιράν. Μέχρι σήμερα ωστόσο και αυτός παρέμεινε
κοντά στην πολιτική των προκατόχων του στη Συρία, επικεντρωμένος στην
καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους.
΄Ετσι, καθώς απομακρύνεται ο στόχος
της αλλαγής καθεστώτος στη Συρία, έχουν μεταβληθεί και οι προτεραιότητες. Οι
Σαουδάραβες και άλλα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου ζητούν από τη Ρωσία να
περιορίσει τον ρόλο του Ιράν στη Συρία, όπου οι Εσμπολά και άλλες Σιιτικές
πολιτοφυλακές, υποστηριζόμενες από την Τεχεράνη, διέθεσαν δυνάμεις κρούσεως για
την επίθεση του ΄Ασαντ.
Ωστόσο γρήγορα θα διαψευσθούν οι όποιες
προσδοκίες μπορεί να έχει ο μονάρχης της Σαουδικής Αραβίας, ότι μπορεί να βάλει
μια σφήνα ανάμεσα στη Ρωσία και το Ιράν,. Ο Πούτιν δεν θα μεταβάλει την στάση
του απέναντι στο Ιράν για να ικανοποιήσει τις σαουδικές επιθυμίες, σύμφωνα με
πρόσωπο οικείο στο Κρεμλίνο, που επικαλείται το Μπλούμπεργκ. Και ο πρωθυπουργός
του Ισραήλ Νετανιάχου, που επισκέφτηκε τη Ρωσία τέσσερεις φορές μέσα σε 18
μήνες, το βρήκε δύσκολο να μεταπείσει τον Ρώσο ηγέτη.
Τον Αύγουστο ο Νετανιάχου είπε στον
Πούτιν ότι η αυξανόμενη παρουσία του Ιράν 
στη Συρία είναι «απαράδεκτη». Τον Σεπτέμβριο δήλωσε στο CNN ότι ο Ιρανοί επιχειρούν να καταστήσουν τη Συρία αποικία
τους, με σκοπό «να μας καταστρέψουν και να καταλάβουν όλη τη Μέση Ανατολή.»
Ωστόσο η Ρωσία απέρριψε το αίτημά
του για μιαν ουδέτερη ζώνη ανάσχεσης εντός της Συρίας, που θα κρατούσε τις
δυνάμεις του Ιράν και του Εσμπολά σε απόσταση τουλάχιστον 60 χιλιομέτρων από τα
σύνορα του Ισραήλ. Ένα πρόσωπο στη Μόσχα, γνώστης του θέματος, είπε ότι η Ρωσία
πρόσφερε στο Ισραήλ μια ζώνη αποκλεισμού μόνο πέντε χιλιομέτρων πλάτους.
Απολαμβάνοντας τον νέο ρόλο της ως
ισχυρού διαιτητή, η Μόσχα απέρριψε επίσης την πρόταση των ΗΠΑ να γίνει ο
ποταμός Ευφράτης η διαχωριστική γραμμή μεταξύ συριακών κυβερνητικών
στρατευμάτων και δυνάμεων υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ στην Ανατολική Συρία.
Αυτό οδήγησε σε αγώνα δρόμου για την κατάληψη της στρατηγικά σημαντικής και
πλούσιας σε πετρέλαια  περιοχής των
συνόρων κα τώρα εκδηλώνεται στον ανταγωνισμό για τον έλεγχο του Ντέϊρ Εζζόρ.
Παράλληλα η Ρωσία πέτυχε να
διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις πλευρές, από το Ιράν στη
Σαουδική Αραβία και από την Παλαιστινιακή ριζοσπαστική ισλαμική οργάνωση Χαμάς
στο Ισραήλ, δήλωσε ο Αϊχάμ Καμέλ , διευθυντής Μέσης Ανατολής Και Βορείου
Αφρικής του Eurasia Group.
Eνώ η Ρωσία δεν υποχώρησε στο θέμα της ζώνης ανάσχεσης,
παρέχει μια σιωπηρή συγκατάβαση που επιτρέπει στο Ισραήλ να πραγματοποιεί
βομβαρδισμούς του Εσμπολά στη Συρία, είπε ο Αντρέϊ  Κορτούνωφ, γενικός διευθυντής του ρωσικού
Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, μιας ομάδας ερευνών συσταθείσας από το
Κρεμλίνο.
Η Ρωσία μεσολαβεί μαζί με την
Αίγυπτο για τον τερματισμό της δεκαετούς ενδο-παλαιστινιακής ρήξης, μεταξύ της
Φατάχ στην Δυτική ΄Οχθη και της Χαμάς στη Γάζα. Ο Πούτιν προσκάλεσε τις
αντίπαλες κυβερνήσεις της Λιβύης στο Κρεμλίνο, όταν σειρά  ειρηνευτικών αποπειρών από άλλες χώρες είχαν
μηδενικό αποτέλεσμα. Η Ρωσία εξελίχθηκε
σε μείζονα επενδυτή στο πλούσιο σε πετρέλαια Κουρδιστάν του Ιράκ και ήταν από
τις ελάχιστες χώρες στον κόσμο που απέφυγε να καταδικάσει το πρόσφατο
δημοψήφισμα για ανεξαρτησία
.
Το εκπληκτικότερο είναι ότι, από την
οικονομική άποψη, αυτός ο συναγωνισμός για επιρροή μοιάζει δραματικά άνισος. Το
ΑΕΠ της Αμερικής είναι 13 φορές του ΑΕΠ της Ρωσίας. Εντούτοις, αυτός δεν είναι
πάντοτε ο αποφασιστικός παράγοντας, είπε ο Αλεξάντερ Ζότωφ, Ρώσος πρεσβευτής
στη Συρία από το 1989 ως το 1994.Και πρόσθεσε: «Πολλές φορές βλέπεις δυο
πυγμάχους να ανεβαίνουν στο ριγκ, ο ένας να είναι γίγας, με φουσκωμένους μυς και
ο άλλος να είναι πιο μικρόσωμος, αλλά ευλύγιστος, ταχύς και να έχει καλύτερη
τεχνική».
Ενώ η οικονομία είναι περιοριστικός
παράγοντας για τη Ρωσία. Ο Πούτιν έχει ένα άλλο πραγματικό πλεονέκτημα έναντι
των Αμερικανών προέδρων, κατά τον Πωλ Σαλέμ, αντιπρόεδρο του Ινστιτούτου Μέσης
Ανατολής στην Ουάσιγκτον. « Δεν έχει το Κογκρέσο να τον ανησυχεί και ούτε
εκλογές που κινδυνεύει να χάσει. Ο Πούτιν είναι εκεί για σχεδόν δυο δεκαετίες.
Πολύ χρόνο για την γεωπολιτική. Με «μια πολύ συνεπή ηγεσία και ένα συνεπές
μήνυμα», είπε ο Σάλεμ. «Αυτός λέει ότι κάνει 
και κάνει ότι λέει.»
Η άνοδος της Ρωσία σημειώθηκε καθώς
η αμερικανική ηγεσία έγινε ανήσυχη για την Ασία και το αμερικανικό κοινό
κουράστηκε από τους πολέμους της Μέσης Ανατολής –γεγονός που παραδέχθηκαν ο
Τραμπ όσο και ο Ομπάμα.
Ασφαλώς, «η Ουάσιγκτον παραμένει η
απαραίτητη δύναμη στην Μέση Ανατολή» είπε ο Αϊχάμ Καμέλ. Αλλά η δέσμευσή της
στις παραδοσιακές συμμαχίες εξασθενίζει, και αυτό ωθεί τους περιφερειακούς
ηγέτης να ποντάρουν σε δύο ταμπλό.

Και όπως καταλήγει το Μπλούμπεργκ: «Το Κρεμλίνο είναι στην σκέψη όλου του κόσμου.»

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom9 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις18 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις48 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή