Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γερμανικό Φλερτ στην Μόσχα και οι Σκηνές Ζηλοτυπίας της Ουάσιγκτον

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Πρόεδρος της Γερμανίας Φρανκ-Βάλτερ Στάϊνμαγιερ βρίσκεται στη Ρωσία, σε μιαν «επίσκεψη
εργασίας». Κατά το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Στάϊνμαγιερ επρόκειτο χθες
να συναντηθεί με τον Πρόεδρο Πούτιν. (H συνάντηση -εάν πραγματοποιήθηκε- δεν αναφέρθηκε στα σημερινά πρωινά δελτία
ειδήσεων του ρωσικού R.Τ. ή του
Ευρωενωσιακού Euronews).
Είναι η πρώτη φορά από επταετίας που Γερμανός πρόεδρος
επισκέπτεται τη Ρωσία. «Η επίσκεψη του κ. Στάϊνμαγιερ αποτελεί ένα ισχυρό
πολιτικό μήνυμα», δήλωσε ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας του Σοσιαλδημοκρατικού
Κόμματος Νιλς Έντε. «Η αποκατάσταση των γερμανο-ρωσικών σχέσεων, σε στιγμή όπου
η Ευρώπη αντιμετωπίζει πολλές κρίσεις, είναι πλέον μια από τις προτεραιότητες
της εξωτερικής πολιτικής του Βερολίνου», πρόσθεσε.
Την είδηση για την γερμανική προεδρική επίσκεψη είχε
προλάβει (χωρίς να αναφέρεται σ’ αυτήν) ένα «προφητικό άρθρο», από αυτά που
συνηθίζει να γράφει ο Τζωρτζ Φρίντμαν, γνωστός διευθυντής της Εταιρείας
Πληροφοριών «ιντέλιτζενς», Στράτφορ, με τίτλο το ερώτημα «Η Γερμανία έγινε
φιλορωσική;»
Ο Τομ Λουόνγκο, δημοσιολόγος, εκδότης της ηλεκτρονικής
εφημερίδας  Gold Goats’n Guns και συνεργάτης των Seeking Alpha, Newsmax Media και  Russia Insider, με το πιο κάτω
άρθρο του  παρέχει οδηγό  ανάγνωσης των άρθρων του Φρίντμαν και γνώσης
των πραγματικών  δεδομένων ως προς τις
γερμανικές επιλογές, αλλά και ενδιαφέρουσα διάγνωση της υγείας και του
μέλλοντος (εάν υπάρχει) της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.
Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού 

Η Γερμανία θα Μεταπηδήσει στη
Ρωσία – Το Αμερικανικό
Βαθύ Κράτος Έχασε               
Ο Τζωρτζ Φρίντμαν δεν
μπορεί να σας πει τους πραγματικούς λόγους γιατί η Γερμανία δεν έχει άλλη
επιλογή από τη Ρωσία
Tom Luongo,
Seeking Alpha, Russia Insider, 24-10-17
Δεν έγραψα αυτόν τον τίτλο για
αναγνωστικό δόλωμα. Τον έγραψα επειδή είναι η αλήθεια. Αυτό το άρθρο θα είναι
κατά το ένα μέρος γεωπολιτική ανάλυση και κατά ένα μέρος διδαχή για το πώς πρέπει
να διαβάζεται αυτό που δεν λέγεται όσο και αυτό που λέγεται και το κυριότερο
ποιος μιλά και κρύβει λόγια.
Αρχίζουμε με όχι άλλον από τον Κύριο
φωνή-της-CIA Τζωρτζ
Φρίντμαν, αυτοπροσώπως. Φρίντμαν είναι ο επικεφαλής του  Stratfor, μιας από τις -με μεγαλύτερη επιρροή- οργάνωσης «μυστικών»
πληροφοριών, με έδρα την Ουάσιγκτον. Είχα στο παρελθόν γραφτεί  συνδρομητής του, απλά για να μαθαίνω ποιες
ιστορίες η αμερικανική κυβέρνηση με θέλει να πιστεύω.

Ιντελιγκέντσια του Βαθέως
Κράτους                                                        
             
Οι μυστικές πληροφορίες του Στράτφορ είναι ένα
αριστοτεχνικό μίγμα της αλήθειας καλοτυλιγμένο σ’ ένα παραπειστικό
μπαλάκι/δόλωμα. Ο Φρίντμαν είναι ο Ντάμπλντορ  (γενειοφόρος τύπος του παραμυθιού του Χάρι
Πότερ), που μιλά κατά το ήμισυ με γρίφους. Αλλά ως άνθρωπος του σιναφιού, με
πρόσβαση στην πραγματική ιστορία, μιλώντας τελείως φυσικά και δυσδιάκριτα  και μη λέγοντάς σου τίποτα σημαντικό,  σε ρυμουλκεί στην μια εκδοχή των γεγονότων.
Και πως ξέρω ότι το
Βαθύ Κράτος χάνει; Το τελευταίο πόνημα του Φρίντμαν για το όργανο της Υπηρεσίας
Επενδύσεων Τζων Μώλντιν, που αναδημοσιεύθηκε στο Zero Hedge σήμερα, γράφει για την αξιοθρήνητη
κατάσταση των Αμερικανο-Γερμανικών σχέσεων. Άνθρωποι  σαν τον Φρίντμαν πρέπει οπωσδήποτε να
διαβάζονται. Αλλά να διαβάζονται με μεγάλο σκεπτικισμό. Η ευφυΐα συνίσταται  στο να 
διακρίνεις που πρόκειται να στραφεί 
η διόπτρα στόχευσης. ΄Ετσι, το ότι γράφει ο Φρίντμαν πώς οι Γερμανοί
πρόκειται να αποπλανηθούν από τους κακούς Ρώσους είναι σημαντικό.
Η διόπτρα στόχευσης
του Βαθέως Κράτους θα στραφεί από την Συρία και ακόμη και από το Ιράν, για να
εστιαστεί στην ενίσχυση  της θέσης τους στην
Γερμανία, που εξασθένισε μαζί με την πτώση της λαϊκής στήριξης στην ΄Αγκελα  Μέρκελ.
Ο Φρίντμαν  εκθέτει τις επιλογές της Γερμανίας: να βρει
ένα τρόπο να διασώσει την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση ή να στραφεί στη Ρωσία, για να βρει
εκεί όσα έχει ανάγκη για την ανάπτυξή της. Αυτή είναι η ουσία του προβλήματος
της Γερμανίας. Αλλά ο Φρίντμαν το τοποθετεί κατά τον πιο ανέντιμο τρόπο που θα
μπορούσε κανείς να φανταστεί.
Και  πραγματοποιώντας αυτό το κατόρθωμα, κάνει τον
αναγνώστη να  αισθάνεται ευχάριστα  πως είναι ευφυής. Αυτό είναι το ολέθριο δόλιο
στοιχείο. Αυτή είναι η τεχνική του Μάστορα Προπαγανδιστή. Και αυτό το χαρακτηριστικό
είναι που πρέπει να αναζητεί και να επισημαίνει ο αναγνώστης του Φρίντμαν.

Το Βαθύ
Κράτος Ψεύδεται
Ο Φρίντμαν κάνει
ταχυδακτυλουργία για να μας πει πως η Γερμανία χρειάζεται τη Ρωσία επειδή:
Η Γερμανία
έχει ανάγκη τις ρωσικές πρώτες ύλες. Χρειάζεται τη ρωσική αγορά να είναι πιο
ρωμαλέα γιατί έτσι θα μπορεί να αγοράζει περισσότερα γερμανικά προϊόντα.
Αλλά η Ρωσία
είναι ανίκανη για ταχεία οικονομική ανάπτυξη χωρίς εξωτερική βοήθεια και με την
κατάρρευση των τιμών πετρελαίου έχει ανάγκη ταχείας ανάπτυξης για να
σταθεροποιήσει την οικονομία της. Η Γερμανία έχει ανάγκη της ρωσικής οικονομίας
για να επιτύχει και αυτό που έχει να προσφέρει στη Ρωσία είναι κεφάλαια,
τεχνολογία και διοίκηση επιχειρήσεων.
Σε αντάλλαγμα
η Ρωσία μπορεί να προσφέρει πρώτες ύλες και εργατική δύναμη.
Μια
ευθυγράμμιση με τη Ρωσία θα εγκαταστήσει την Ανατολική Ευρώπη στην τροχιά της
Γερμανίας.
Όλα αυτά ακούγονται
ωραία. Το συμπέρασμα είναι αλήθεια, αλλά φθάνοντας εκεί είναι το ψέμα που
κολλάει στο αφήγημα. Η Γερμανία έχει ανάγκη από μεγάλες εξαγωγές για την
ανάπτυξή της. Η Ρωσία δεν τις χρειάζεται. Η Γερμανία έχει ανάγκη από πρώτες
ύλες. Η Ρωσία δεν έχει ανάγκη από τεχνολογία. ΄Εχει τεχνολογία που δεν την έχει
αναπτύξει στον ιδιωτικό τομέα… Ακόμη.
Μέχρι τώρα η Γερμανία
έχει χρησιμοποιήσει τη Νότια Ευρώπη σαν την περιοχή ξεφορτώματος (των
πληθωρικών εξαγωγών της), ανταλλάσοντας το εθνικό χρέος της Ιταλίας και της
Πορτογαλίας με (αυτοκίνητα) BMW.
Αλλά η μέθοδος
εξάντλησε τα περιθώρια αντοχής και προκαλεί την διάρρηξη της Ευρώπης. Η
Γερμανία δεν θέλει να σταματήσει αυτόν τον μηχανισμό, ούτε θέλει να πληρώσει το
τίμημα που της αναλογεί για την λύση του προβλήματος, δηλαδή την ελάφρυνση του
χρέους για τις χώρες που θεωρεί Κλαμπ Μεντιτερανέ (ελαφρότητας μεσογειακών
διακοπών).
Οι Γερμανοί πολιτικοί
όπως η Μέρκελ το εκμεταλλεύτηκαν αυτό με κυνισμό για πολιτικό κέρδος αλλά, τώρα
που φθάσαμε στα όρια του χρέους η Μέρκελ έχει αποκαλυφτεί ως το φερέφωνο της
πολιτικής του Στέητ Ντιπάρτμεντ και όχι η ηγέτιδα της Γερμανίας.
Οι ΗΠΑ θέλουν μιαν
Ε.Ε. μέσω του ΝΑΤΟ να καταπολεμά την Ρωσία γεωπολιτικά, έτσι που όλα έχουν
παγώσει σ’ αυτή την κατάσταση Ψυχρού Πολέμου, η οποία οδηγεί στην μεγάλη λαϊκή
εξέγερση εναντίον της επιβολής του από την Μέρκελ. Το κόστος το πληρώνουν οι
νέες γενιές που τώρα γεννιούνται μέσα στην ντε φάκτο δουλεία χρέους.
Η Ρωσία, από τη δική
της πλευρά, δεν είναι η Ρωσία που ήταν ακόμη και πριν πέντε χρόνια. Εξακολουθεί
να μοχλεύει τον εύρωστο ενεργειακό τομέα της για την χρηματοδότηση της
ευρύτερης οικονομίας. Ο Πούτιν έκανε το 2015 στροφή από το να  επιδοτεί την Ροσνέφτ και την Γκαζπρόμ, στη
Γεωργία και στην βιομηχανική παραγωγή. Ο Ιγκόρ Σέτσιν ούρλιαζε. Ο Πούτιν τον
αγνόησε.
Ο Φρίντμαν αυτά τα
γνωρίζει, αλλά εξακολουθεί να πουλάει τον ίδιο χαβά: «Η Ρωσία είναι ένα
πρατήριο βενζίνης στον δρόμο για την Κίνα», που έχει πάντα πέραση στο Κογκρέσο.
Ξέρει επίσης ότι  το σχέδιο του Πούτιν πάντοτε
ήταν πρώτα να σταθεροποιήσει τη Ρωσία και έπειτα να την ξαναφτιάξει.
Και αυτό είναι που
τον τρομάζει, αυτόν και τους νεοσυντηρητικούς που αντιπροσωπεύει.
Ο Πούτιν
χρησιμοποίησε τον ενεργειακό τομέα για να βελτιώσει τη ζωή εκατομμυρίων Ρώσων,
ταυτόχρονα διεξάγοντας έναν αμυντικό πόλεμο οικονομικής και εδαφικής φθοράς
εναντίον μιας επιθετικής Ουάσιγκτον. ΄Επειτα όρθωσε ανάστημα  (Συρία) και ανέτρεψε τελείως την εικόνα, ενώ
υπερασπιζόταν παράλληλα τις στρατηγικές θέσεις του ενεργειακού τομέα του.
Και ενώ αναπτυσσόταν
αυτό το σχέδιο, μετέθετε τον προορισμό της κρατικής χρηματοδότησης,  στην 
περίοδο της κρίσης του Ρουβλίου, από την ενέργεια –που τώρα μπορεί να
σταθεί μόνη στα πόδια  της- στην ευρύτερη
οικονομία. Αυτό το μέρος του προγράμματος μόλις έχει αρχίσει.
Μόλις οι θεσμικοί
επενδυτές αντιληφθούν ότι ο Φρίντμαν τους πουλάει φύκια, τα κεφάλαια θα
εισρεύσουν στην Ρωσία από άπειρα νέα κανάλια, που θα βοηθήσουν την Γερμανία να
κάνει την σωστή επιλογή.
Η πραγματική επιλογή
της Γερμανίας δεν είναι το Βαθύ Κράτος.
Η πραγματική επιλογή
της Γερμανίας είναι, όπως αναφέρει ο Φρίντμαν, να κάνει μια συμφωνία με την
Ρωσία. Ναι, η Γερμανία χρειάζεται την πρόσβαση στην σφύζουσα ρωσική αγορά, αλλά
αυτό θα συμβεί με ή χωρίς της Γερμανία, χάρις στην «Πρωτοβουλία Ζώνης και
Δρόμου» της Κίνας και τις ρωσικές διπλωματικές και στρατιωτικές νίκες στην
Κεντρική Ασία και στην Μέση Ανατολή.
Η Γερμανία δεν έχει
επιλογή προς την Δύση. Η Βρετανία είναι ένα κέλυφος χώρας που κρέμεται από τα
δόντια του χρηματιστηριακού τομέα της. Η Δυτική Ευρώπη έχει αποστραγγιστεί και
έχει ανάγκη να βγει από το ευρώ, να υποτιμήσει, να κηρύξει χρεωκοπία και να
αρχίσει από την αρχή και οι ΗΠΑ θα καταπιαστούν με τα ίδια προβλήματα όταν η
Ευρώπη έχει ξεπεράσει τα χειρότερα από τα δικά της.
Η μόνη ορθολογική
επιλογή είναι η Ρωσία, με τα
1.-  Χρέος 17% του ΑΕΠ, έξυπνη
2.- Εκπαιδευμένη
εργατική δύναμη
3.- Πρόσβαση σε
αγορές που θα είναι κινητήρες ανάπτυξης το 2020
4.- Τους ενισχυόμενους
δεσμούς της με τα ενδιάμεσα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, που πιθανώς να φύγουν
από την Ε.Ε.
Αυτή ήταν η επιλογή
που πραγματικά εκφράστηκε στα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών του
περασμένου μήνα, όχι οι αντι-μεταναστευτικές θέσεις του κόμματος Εναλλακτική
για την Γερμανία. Αυτές ασφαλώς έπαιξαν ένα ρόλο, αλλά τα προβλήματα της Μέρκελ
στην Βαυαρία είναι το πραγματικό της πρόβλημα και η Βαυαρία θέλει την
εξομάλυνση των σχέσεων με την Ρωσία. Και εάν δεν  σχηματίσει μια κυβέρνηση που θα υποστηρίξει
αυτό το πρόγραμμα, δεν θα είναι καγκελάριος για πολύ ακόμη.
Και αυτή είναι η
πραγματική ιστορία που ο Φρίντμαν δεν θα σας πει, επειδή  είναι ομολογία ήττας.
* * * * * *
Και το άρθρο
του Φρίντμαν στο πρωτότυπο, για την πλήρη εικόνα:
Germanys Delegation To Russia Signals That Merkel Is Looking For New Allies
by Tyler Durden, Oct 24, 2017
By George Friedman
of 
Mauldin Economics
A delegation of
executives from major German corporations recently met with Russian President
Vladimir Putin.
Such delegations are not
unusual. Sometimes it is routine, sometimes a courtesy. But occasionally, it
has significance. In the case of Russia-Germany relations, such meetings are
always potentially significant.
Germany’s Unsteady
Relations
Two relationships are
critical to Germany.
One is with the European
Union, the other is with the United States. Neither relationship is stable
right now. Brexit, the Spanish crisis, Germany feuding with Poland and the
unsolved economic problems of southern Europe are tearing the European Union
apart.
The Germans and the EU
apparatus claim that none of these threaten the bloc. In fact, almost a decade
after 2008, Europe appears to be achieving very modest economic growth. But the
Germans know the dangers that lie ahead, even if Brussels does not.
Many of the EU’s
problems are political, not economic. (I wrote about the inherent weakness of
Europe in my free e-book, The World Explained in Maps, which you
can find here)
Poland and Germany have
butted heads over the tension between the right to national self-determination
and EU rules. This is also what Brexit was about.
Spain is locked in a
dispute over the nature of a nation and the right of a region to secede, while
the EU considers what role it should play in the domestic matters of a member
state. And although southern Europe’s problems are economic, the fact that
Europe has eked out minimal growth means neither that such growth is sustainable
nor that the growth rate comes close to solving the Continent’s deep structural
problems.
As the de facto leader
of the EU, Germany has to appear confident while considering the implications
of failure.
The German relationship
with the United States is unsettled—and not just because of President Donald
Trump’s personality.
The strategic and
economic situation in Europe has changed dramatically since the early
1990s—when the Soviet Union fell, Germany reunified and the all-important
Maastricht treaty was signed—but Germany’s structural relationship with the US
has not.
Both are members of
NATO, but they have radically different views of its mission and its economics.
Germany has the world’s fourth-largest economy, but its financial contribution
to NATO doesn’t reflect that.
Then there is Russia.
The American policy toward Russia has hardened since the Democratic Party
adopted an intense anti-Russia stance following the presidential election—more
intense even than that of the Republican Party, which has always been uneasy
with Russia.
The Ukraine crisis
continues to fester while US troops are deployed in the Baltics, Poland, and
Romania. This has widened rifts within the EU. Germany isn’t interested in a
second Cold War; Eastern Europe believes it’s already in one.
The Eastern Europeans
are increasingly alienated from the Germans on the issue and more closely
aligned with the Americans. At a time when German relations with key Eastern
European countries are being tested, the added strain of US policy in the region
is a threat to German interests.
Germany wants the Russia
problem to subside. The US and its Eastern European allies think the way to
accomplish that is through confrontation.
An Alternative That
Germany Doesn’t Want
Germany’s foreign policy
has remained roughly the same since 1991, even as the international reality has
changed dramatically. This is forcing Germany toward a decision it doesn’t want
to make.
It must consider what
happens if the EU continues to disintegrate and if European countries’ foreign
policies and politics continue to diverge.
It must consider what
happens if the US continues to shape the dynamics of Europe in a way that
Germany will have to confront American enemies, or refuse to do so. This isn’t
just about Russia—we can see the same issue over Iran.
Germany can’t exist
without stable economic partners. It has never been self-sufficient since it reunified. It must explore
alternatives.
The most obvious alternative
for Germany has always been Russia, either through alliance or conquest.
Germany needs Russian
raw materials. It also needs the Russian market to be far more robust than it
is so that it can buy more German goods.
But Russia is incapable
of rapid economic development without outside help, and with the collapse of
oil prices, it needs rapid development to stabilize its economy. Germany needs
Russia’s economy to succeed, and what it has to offer Russia is capital,
technology, and management.
In exchange, Russia can
offer raw materials and a workforce.
An alignment with Russia
could settle Eastern Europe in Germany’s orbit. With the way things are going,
and given Germany’s alternatives, the Russian option is expensive but
potentially very profitable.
But Germany has a
problem with Russia. Every previous attempt at alignment or conquest has
failed. Building up the Russian economy to create a robust market for German
goods would certainly benefit both countries, but it would also shift the
balance of power in Europe.
Right now, Germany is
militarily weak and economically strong. Russia is moderately powerful
militarily and economically weak. An alignment with Germany could dramatically
strengthen Russia’s economy, and with it, its military power.
Having moved away from
the United States and de-emphasized military power in the rest of the European
peninsula, Germany could find itself in its old position: vulnerable to Russian
power, but without allies against Russia.
On a Lookout for New
Allies
The corporate chiefs’
trip to Russia is not a groundbreaking event, nor does it mark a serious shift
in German policy. But it is part of an ongoing process. As the international
reality shifts from what Germany needs, Germany must find another path.
In the short term, the
United States is vulnerable to a cyclical recession, and hostility toward
Germany is increasing in Europe—particularly in Eastern Europe. China is facing
internal challenges of its own. There are few other options than Russia, and
Russia is historically a most dangerous option for Germany.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO33 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή