Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Τα απεχθή κέρδη της ΕΚΤ εις βάρος του ελληνικού λαού

Δημοσιεύτηκε στις

του Eric Toussaint
2017 10 15 01 Eric ToussaintΟ Μάριο Ντράγκι, μόλις αναγνώρισε πως οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες της
ευρωζώνης συσσώρευσαν κέρδη ύψους 7,8 δις ευρώ χάρη στους ελληνικούς τίτλους
που η ΕΚΤ αγόρασε κατά τα έτη 2010-2012 στα πλαίσια του προγράμματος (Securities
Markets Programme)[1]. Σε αυτά προστίθενται και άλλα ποσά, για τα οποία
δεν μιλά ο πρόεδρος της ΕΚΤ: τα κέρδη που πραγματοποίησαν οι ίδιες αυτές
τράπεζες στα πλαίσια των επονομαζόμενων “ANFA” (Agreement on Net
Financial Assets) αγορών. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε τα κέρδη που
πραγματοποίησαν οι 14 χώρες της ευρωζώνης που παρείχαν διμερή δάνεια στην
Ελλάδα με το καταχρηστικό επιτόκιο των περίπου 5%.







Η Γερμανία, για παράδειγμα, πραγματοποιεί περισσότερο από 1,3 δις ευρώ
κέρδη χάρη στο διμερές της δάνειο προς την Ελλάδα[2]. Η
Γαλλία, από την πλευρά της, δεν πάει πίσω. Πρέπει να συνυπολογίσουμε και
τις οικονομίες που πραγματοποίησαν οι κυρίαρχες χώρες της ευρωζώνης από πλευράς
αναχρηματοδότησης των δημοσίων χρεών τους: η κρίση που έπληξε την Ελλάδα και
τις άλλες χώρες της περιφέρειας οδήγησε σε φυγή των δανειστών σε όφελος των πιο
πλούσιων χωρών της ευρωζώνης που, συνεπώς, ωφελήθηκαν από μια πτώση του κόστους
των δανείων τους. Στην περίπτωση της Γερμανίας, μεταξύ 2010 και 2015, η
εξοικονόμηση φαίνεται πως ανέρχεται σε 100 δις ευρώ[3]. Τέλος, στα πλαίσια
της Ποσοτικής χαλάρωσης (Quantative easing – QE), η ΕΚΤ αγόρασε ομόλογα
γερμανικού δημοσίου ύψους 400 δις ευρώ, τις περισσότερες φορές με μηδενική ή
αρνητική απόδοση. Η ΕΚΤ αγόρασε επίσης ομόλογα του γαλλικού δημοσίου για
ποσό λίγο μικρότερο των 400 δις ευρώ. Αυτές οι αγορές γερμανικών ή
γαλλικών ομολόγων δεν της αποφέρουν τίποτε, ενώ τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει
για ποσό δέκα φορές μικρότερο, της απέφεραν 7,8 δις ευρώ. Καθένας μπορεί
να απαντήσει στην ερώτηση του ποιος ωφελείται αυτής της πολιτικής της ΕΚΤ.
Ο
μηχανισμός είναι ανελέητος: κάθε φορά που ένα μέρος των κερδών της ΕΚΤ επί
ελληνικών ομολόγων μεταβιβάστηκε στην Αθήνα, το ποσό ξαναέφυγε αμέσως προς τους
πιστωτές για την αποπληρωμή του χρέους. Πρέπει να μπει τέλος σε αυτήν την
λεηλασία. Τα κέρδη που πραγματοποίησε η ΕΚΤ εις βάρος του ελληνικού λαού
πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους για
την χρηματοδότηση κοινωνικών δαπανών για την ανακούφιση των δραματικών
επιπτώσεων των πολιτικών που επιβάλλει η τρόικα και για να γίνει επανεκκίνηση
της απασχόλησης. Το χρέος που απαιτείται από την Ελλάδα πρέπει να
διαγραφεί, διότι είναι αθέμιτο, απεχθές, παράνομο και μη βιώσιμο. Αυτό
απέδειξε η Επιτροπή αλήθειας δημόσιου χρέους που σύστησε η πρόεδρος της
Ελληνικής Βουλής, το 2015[4]. Το σημερινό μνημόνιο πρέπει να καταργηθεί.
Ας
επανέλθουμε στην πολιτική της ΕΚΤ σχετικά με την Ελλάδα.
Πράξη
1η: Ο ρόλος της ΕΚΤ στο πρώτο μνημόνιο, το 2010
Η ΕΚΤ, υπό την διεύθυνση
του Ζαν-Κλωντ Τρισέ (με στενές επαφές με τις τράπεζες[5]), παρενέβη έχοντας ως
κύρια ανησυχία να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις απώλειες των
ιδιωτικών γαλλικών, γερμανικών, ιταλικών και του Benelux (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο)
τραπεζών που ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες τόσο στον ελληνικό ιδιωτικό όσο και
στον ελληνικό δημόσιο τομέα.
Σε αντίθεση με όσα εκθέτει
με περισσή φροντίδα το κυρίαρχο αφήγημα, το κύριο πρόβλημα ετίθετο από τις
ελληνικές ιδιωτικές τράπεζες, στο χείλος της αφερεγγυότητας, των οποίων η
ενδεχόμενη πτώχευση αποτελούσε σοβαρή απειλή για τις γαλλικές, γερμανικές,
ιταλικές τράπεζες και αυτές του Benelux [6]που ήταν οι δανειστές τους και,
σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ιδιοκτήτες τους.
Κατά την επεξεργασία του
μνημονίου του Μάη του 2010, η ΕΚΤ αρνήθηκε να προχωρήσει σε μείωση του
ελληνικού δημόσιου χρέους ενώ, συνήθως, ένα λεγόμενο σχέδιο «διάσωσης»
συνοδεύεται από αναδιάρθρωση χρέους. Η ΕΚΤ αρνούνταν την προοπτική αυτή
διότι ήθελε να δώσει στις ξένες τράπεζες των κυρίαρχων χωρών της ευρωζώνης τον
χρόνο να μειώσουν την έκθεσή  τους στο δημόσιο χρέος.
Το ΔΝΤ, με διευθυντή τον
Ντομινίκ Στρως-Καν, ο ίδιος με στενές επαφές με το τραπεζικό λόμπυ, υιοθέτησε
την ίδια θέση με αυτήν της ΕΚΤ. Η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Γιώργου
Παπανδρέου είχε κι εκείνη ως κύρια ανησυχία την προάσπιση των συμφερόντων των
ελλήνων τραπεζιτών και ήταν ευνοϊκή προς το λεγόμενο σχέδιο «διάσωσης» που θα
έφερνε μερικές δεκάδες δις ευρώ για την ανακεφαλαίωσή τους, αλλά και την
αποφυγή μιας μείωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους που θα είχε πλήξει τους
τραπεζίτες αφού κατείχαν οι ίδιοι ελληνικούς τίτλους.
Η δεύτερη θεμελιώδης
διάσταση του προσανατολισμού που επέλεξαν οι κύριοι πρωταγωνιστές που εφάρμοσαν
το μνημόνιο, είναι η θέληση να εφαρμόσουν μια θεραπεία σοκ στην Ελλάδα: ριζική
πτώση των μισθών και των συντάξεων, ριζικές προσβολές των εργατικών κοινωνικών
δικαιωμάτων, βίαιη επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, κλπ. Αλλά και εγκατάλειψη
της άσκησης κυριαρχίας από πλευράς της Ελλάδας ως κράτους και μετατροπή του
Κοινοβουλίου σε αίθουσα καταγραφής των αποφάσεων που λήφθηκαν από τους
πιστωτές. Τέτοιοι στόχοι δεν αποτελούν κατά κανέναν τρόπο μέρος της
εντολής της ΕΚΤ, γεγονός που δεν την εμπόδισε να παρέμβει σε πολλές χώρες με
τον ίδιο τρόπο (στην Ιρλανδία, μερικούς μήνες αργότερα, στην Ιταλία επίσης,
χωρίς να ξεχνούμε την Πορτογαλία και την Κύπρο).
Περίληψη
της 1ης πράξης: η ΕΚΤ παρεμβαίνει 1) αρνούμενη την μείωση του ελληνικού χρέους,
ώστε να προστατέψει τα συμφέροντα των ξένων και των ελλήνων ιδιωτών τραπεζιτών
και 2) ως μέλος της τρόικας που οργανώνει την αντικατάσταση των ιδιωτών
πιστωτών από δημόσιους πιστωτές (δηλαδή, σε πρώτη φάση, τα 14 κράτη της
ευρωζώνης, για ποσό ύψους 53 δις ευρώ και το ΔΝΤ για ποσό 30 δις ευρώ).
Πράξη
2η: η ΕΚΤ επιτρέπει στις μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες να αποδεσμευτούν
πλεονεκτικά από την Ελλάδα
Για να βοηθήσει τις ξένες
τράπεζες να μειώσουν σημαντικά την έκθεσή τους στο ελληνικό χρέος, η ΕΚΤ ξεκινά
το πρόγραμμα SMP μέσω του οποίου προχωρά σε μαζικές αγορές στην δευτερεύουσα
αγορά ελληνικών τίτλων. Η ΕΚΤ αγοράζει ελληνικούς τίτλους από τραπεζικούς
οργανισμούς που θέλει να προστατέψει (έτσι, αγοράζει κατά προτεραιότητα, από
τις BNP Paribas, Crédit Agricole, Société Générale, BPCE, Hypo Real,
Commerzbank, Dexia, ING, Deutsche Bank…).
Τι θα είχε συμβεί αν η ΕΚΤ
δεν είχε εφαρμόσει το πρόγραμμα SMP; Οι ελληνικοί τίτλοι θα είχαν φθάσει
σε ένα κατώτατο επίπεδο της τάξης του 20% της ονομαστικής τους
αξίας. Όμως, οι μαζικές αγορές της ΕΚΤ διατήρησαν την τιμή τους σε ένα
αφύσικα υψηλό επίπεδο (της τάξης του 70 %). Κατά συνέπεια, χάρη στην ΕΚΤ,
οι ιδιωτικές τράπεζες περιόρισαν τις απώλειές τους κατά τη στιγμή μεταπώλησης
των τίτλων. Ενώ η ΕΚΤ υποτίθεται πως δεν πρέπει να εμποδίζει την ελεύθερη
λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς, η παρέμβασή της είχε ως συνέπεια μια
στρέβλωση των τιμών επαναγοράς των τίτλων, διατηρώντας τις σε επίπεδο τεχνητά
υψηλό.
Η παρέμβαση αυτή, ήταν
ευνοϊκή για το ελληνικό Κράτος; Το γεγονός ότι η τιμή ενός τίτλου στη
δευτερεύουσα αγορά διατηρούνταν στα 70% αντί να πέσει στα 20%, δεν βελτιώνει
την κατάσταση του οφειλέτη, διότι πρέπει να πληρώσει ακριβώς το ίδιο ποσό, από
πλευράς τόκων, που υπολογίζονται βάσει της ονομαστικής αξίας. Στην λήξη
του τίτλου, πρέπει να καταβάλλει 100% της ονομαστικής αξίας.Μπορούμε να προχωρήσουμε
ακόμη πιο μακριά τον συλλογισμό: αν οι τίτλοι του Κράτους αγγίξουν ένα κατώτατο
όριο, μπορεί να προτείνει την επαναγορά τίτλων με ένα κούρεμα και να θέσει
τέλος στην καταβολή των τόκων (αυτό πέτυχε ο Ισημερινός το 2009, επιβάλλοντας
ένα κούρεμα της τάξης του 70%[7]).
Πράξη
3η: η ΕΚΤ ωφελείται της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους τον Μάρτιο του 2012
και συμπεριφέρεται ως αρπακτικό ταμείο (vulture fund)
Το 2011, η ΕΚΤ ετοιμάζει
ενεργά μια αναδιάρθρωση αναφέροντας ότι θα αρνηθεί να συμμετάσχει εφόσον
 είναι προνομιακός δανειστής (πιστωτής senior). Η αναδιάρθρωση αυτή
ετοιμάστηκε σε στενή συνεργασία με τις ιδιωτικές τράπεζες των Κρατών του
κέντρου της ευρωζώνης (και, ειδικότερα, με τον Ζαν Λεμιέρ της BNP[8]). Τον
Νοέμβρη του 2011, η τρόικα απαλλάσσεται από τον Παπανδρέου, αφού αυτός
αναφέρθηκε διστακτικά στην δυνατότητα να προκαλέσει ένα δημοψήφισμα σχετικά με
την επερχόμενη αναδιάρθρωση. Η κυβέρνηση Παπανδρέου αντικαθίσταται από
τεχνοκρατική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Λουκά Παπαδήμο, που είχε υπάρξει
αντιπρόεδρος της ΕΚΤ από το 2002 ως το 2010.
Τον Μάρτη του 2012, η
αναδιάρθρωση που ενορχήστρωσε η ΕΚΤ συνεπάγεται κούρεμα της τάξης του 53% της
αξίας των τίτλων, εις βάρος των ιδιωτών πιστωτών.
Ποιοι είναι όμως, εκείνη τη
στιγμή, οι ιδιώτες πιστωτές; Αφενός, οι ελληνικές τράπεζες που, αν και
είχαν μειώσει την έκθεσή[9] τους, διατηρούν σημαντική ποσότητα ελληνικών
τίτλων στα ενεργητικά τους. Οι τίτλοι υποβάλλονται σε haircut (κούρεμα)
 αλλά οι τράπεζες λαμβάνουν ένα αντιστάθμισμα πολλών δις που ονομάζεται
sweetener (γλυκαντικό) ενώ λαμβάνουν και εγγύηση ότι θα υπάρξει νέα ένεση για
ανακεφαλαίωσή τους. Τα κύρια θύματα είναι τα ελληνικά συνταξιοδοτικά
ταμεία που αναγκάστηκαν από τις αρχές της χώρας και την τρόικα να μετατρέψουν
τα ενεργητικά τους σε ελληνικούς τίτλους λίγο πριν την αναδιάρθρωση
 (η
οποία ήταν δεόντως σχεδιασμένη αλλά διατηρούνταν μυστική).
Οι γαλλικές, γερμανικές,
ιταλικές τράπεζες, και εκείνες του Benelux είχαν αποδεσμευτεί, μεταπωλώντας
τους ελληνικούς τίτλους στην ΕΚΤ, σε κυπριακές τράπεζες και σε ταμεία
όρνεα. Για να το πούμε πιο απλά, οι κυπριακές τράπεζες επλήγησαν άμεσα με
το κούρεμα κι αυτό συνέβαλλε στην κυπριακή κρίση που ακολούθησε μερικούς μήνες
αργότερα και επιλύθηκε τον Μάρτη του 2013. Όσο για τα ταμεία όρνεα που είχαν
αγοράσει με κουρεμένη τιμή, αρνήθηκαν να συμμετέχουν στην αναδιάρθρωση και
πέτυχαν επιστροφή του 100% της τιμής. Η ΕΚΤ συμπεριφέρθηκε σαν
πραγματικό ταμείο όρνεο και πέτυχε και εκείνη επιστροφή κατά 100% της αξίας.
Πράξη
4η: Η ΕΚΤ εκβιάζει σε μόνιμη βάση
Μετά την αναδιάρθρωση, η
ΕΚΤ θέτει τέλος στο πρόγραμμα επαναγοράς SMP και  ξεκινάει το πρόγραμμα
OMT (Οριστικές νομισματικές συναλλαγές ή, στα αγγλικά, Outright Monetary
Transactions).
Η ΕΚΤ πετυχαίνει έτσι την
αποπληρωμή των ελληνικών τίτλων που κατέχει στο 100% της αξίας τους και με
επιτόκιο που μπορεί να φτάσει το 6,5 %. Δεδομένου του ξεκάθαρα
καταχρηστικού χαρακτήρα της θέσης της, την οποία κατήγγειλε και η ελληνική
κυβέρνηση, η ΕΚΤ δεσμεύεται να επιστρέψει στην Ελλάδα τους τόκους που
εισέπραξε. Πράγματι, προχώρησε, σε όφελος της κυβέρνησης Σαμαρά, μια
επιστροφή 3,3 δις ευρώ, το 2013 και το 2014, για να στηρίξει την νεοφιλελεύθερη
πολιτική της. Σε αντίθεση, κατά τους πρώτους έξι μήνες της κυβέρνησης
Τσίπρα, αρνείται να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιστροφή. Έκτοτε, η ΕΚΤ και
οι εθνικές τράπεζες της ευρωζώνης δεν επέστρεψαν τίποτε στην
Ελλάδα[10]. Σήμερα, τα ποσά που δεν έχουν ακόμη επιστραφεί στην Ελλάδα
ανέρχονται σε πολλά δις ευρώ[11]. Οι επιστροφές κερδών επί των
ελληνικών τίτλων που κατέχει η ΕΚΤ, υποτίθεται ότι θα συνεχιστούν ως
το 2037![12]
Ας προσθέσουμε και το
γεγονός ότι η ΕΚΤ άσκησε μέγιστη πίεση στον ελληνικό λαό κατά τους πρώτους έξι
μήνες του 2015 για να τον αναγκάσει να παραδοθεί. Στις 4 Φεβρουαρίου 2015,
η ΕΚΤ έθεσε τέλος στην φυσιολογική παροχή ρευστού στις ελληνικές τράπεζες, για
να διατηρεί την κυβέρνηση σε κατάσταση μόνιμου εκβιασμού και να αυξήσει το
κόστος χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών, περιορίζοντας ταυτόχρονα τους
πόρους της κυβέρνησης. Και, σαν να μην αρκούσε αυτό, η ΕΚΤ οδήγησε σε
εξαήμερο κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών πριν από το δημοψήφισμα της 5 Ιουλίου
2015. Παρά τον εκβιασμό της ΕΚΤ, στο δημοψήφισμα., 62%  των Ελλήνων
απέρριψαν τις απαιτήσεις των δανειστών.
Από πλευράς πραγματοποίησης
κερδών εις βάρος της Ελλάδας, το ΔΝΤ δεν υπολείπεται. Μεταξύ 2010 και
2015, έβαλε στην τσέπη του 3,5 δις δολάρια κερδών επί των πιστώσεων προς την
Ελλάδα[13].
Συμπεράσματα:
1) Η ΕΚΤ και οι
κυβερνήσεις της ευρωζώνης αρνούνται να υλοποιήσουν τη δέσμευση περί επιστροφής
του συνόλου των παραπάνω τόκων που εισέπραξαν μέσω των ελληνικών τίτλων.
2) Στην λήξη κάθε
τίτλου, η ΕΚΤ εισπράττει 100% της αξίας, ενώ αγόρασε τους τίτλους αυτούς με
σημαντικό κούρεμα, της τάξης του 30%. Τα πραγματικά επιτόκια που
απαιτούνται από την Ελλάδα είναι απολύτως καταχρηστικά.
3) Η ΕΚΤ και οι άλλοι
πιστωτές εκμεταλλεύονται την προοπτική αποδέσμευσης του υπόλοιπου των κερδών
της ΕΚΤ επί των τόκων ως μέσο μόνιμου εκβιασμού για να αναγκάσουν την ελληνική
κυβέρνηση να προχωρήσει ακόμη περισσότερο τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις
που έχουν δραματικά αποτελέσματα στον ελληνικό πληθυσμό.
4) Τα κέρδη που
συσσωρεύουν η ΕΚΤ, τα Κράτη της ευρωζώνης και το ΔΝΤ χάρη στις πιστώσεις προς
την Ελλάδα πρέπει να επιστραφούν στον ελληνικό λαό και να
χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους για κοινωνικές δαπάνες ώστε να αντιμετωπιστούν
τα δραματικά αποτελέσματα των πολιτικών που επιβάλλει η τρόικα στην Ελλάδα.
5) Το
ελληνικό χρέος πρέπει να διαγραφεί και το τρέχον μνημόνιο πρέπει να καταργηθεί.
Μετάφραση από τα
γαλλικά: Christine Cooreman
Σημειώσεις
:
[1] Ο
Μάριο Ντράγκι αναγνώρισε τα γεγονότα αυτά σε μια απαντητική επιστολή προς τον
ευρωβουλευτή Νίκο Χουντή, πρώην υπουργό Συριζα της κυβέρνησης Τσίπρα, πριν την
συνθηκολόγηση. Σήμερα, ο Χουντής είναι μέλος της Λαϊκής Ενότητας, https://www.ecb.europa.eu/pub/pdf/other/ecb.mepletter171010_Chountis.en.pdf?ca00752c61bdb4df6c227f4f3c62b98a Βλ.
επίσης την απάντηση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί, στον Χουντή: http://www.europarl.europa.eu/sides/getAllAnswers.do?reference=E-2017-004193&language=EN. Η
ερώτηση που έθεσε ο Χουντής: http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+WQ+E-2017-004193+0+DOC+XML+V0//EN
[3] «Σύμφωνα με υπολογισμούς ενός γερμανικού ινστιτούτου, η Γερμανία
πραγματοποίησε πάνω από 100 δις ευρώ οικονομίες στον προϋπολογισμό της από την
αρχή της ελληνικής κρίσης, ήτοι, κάτι παραπάνω από 3% του ΑΕΠ της.» στην
εφημερίδα Le Figaro, La crise grecque a largement profité à
l’Allemagne (Η ελληνική κρίση ωφέλησε σε πολύ μεγάλο βαθμό την Γερμανία), http://www.lefigaro.fr/conjoncture/2015/08/10/20002-20150810ARTFIG00238-la-crise-grecque-a-largement-profite-a-l-allemagne.php
[4] Βλ. την έκθεση της Επιτροπής αλήθειας δημόσιου χρέους, http://www.cadtm.org/Rapport-preliminaire-de-la
[5] Βλ. την υπόθεση
της Crédit Lyonnais. Τον Ιούλιο του 2002, ο Ζαν-Κλωντ Τρισέ (διοικητής της
Τράπεζας της Γαλλίας και πρώην διευθυντής Δημοσίων Εσόδων), ο Ζαν-Λουί Αμπερέρ
(πρώην γενικός διευθυντής της Crédit Lyonnais) και ο Ζακ ντε Λαροζιέρ (πρώην
διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας) διώχθηκαν ποινικά για συνέργεια στην
παρουσίαση ανακριβών λογαριασμών και διάδοση ψευδών ή απατηλών πληροφοριών, στα
πλαίσια του σκανδάλου της Crédit Lyonnais. Τον Ιούνιο του 2003, μόνον
ο Ζαν-Λουί Αμπερέρ καταδικάστηκε, αλλά η απαλλαγή των δυο εκπροσώπων της επιβλέπουσας
αρχής δεν έπεισε κανέναν. Πάντα στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης, η Κριστίν
Λαγκάρντ, πρώην υπουργός οικονομίας και οικονομικών της Γαλλίας και σημερινή
γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, καταδικάστηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2016 από το
Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Γαλλίας για «αμέλεια» στο θέμα της απόφασης της
διαιτησίας του 2008 υπέρ του Μπερνάρ Ταπί στον οποίο αποδόθηκαν 405 εκατομμύρια
ευρώ δημοσίου χρήματος.
[6] Βλ. Ερίκ Τουσαίν, “Grèce : Les banques sont à l’origine de la
crise” (Ελλάδα: οι τράπεζες προκάλεσαν την κρίση), που δημοσιεύθηκε στις
23 Δεκεμβρίου 2016, http://www.cadtm.org/Grece-Les-banques-sont-a-l-origine Βλ.
επίσης Patrick Saurin, “La « Crise grecque » une crise provoquée par les
banques” (‘Η «Ελληνική κρίση», μια κρίση που προκάλεσαν οι τράπεζες’), http://www.cadtm.org/La-Crise-grecque-une-crise
[7] Ερίκ Τουσαίν, “Équateur
: Historique de l’audit de la dette réalisée en 2007-2008. Pourquoi est-ce une victoire ?” (Ισημερινός: Ιστορικό του λογιστικού
ελέγχου του 2007-2008. Γιατί αποτελεί νίκη;)(βίντεο 14 λεπτών, στα γαλλικά),
δημοσιεύτηκε στις 8 Νοεμβρίου 2016, http://www.cadtm.org/Equateur-Historique-de-l-audit-de
[8] Βλ. ειδικότερα: https://fr.wikipedia.org/wiki/Jean_Lemierre
[9] Σε απόλυτα ποσά, η
έκθεση των ελληνικών τραπεζών είχε μειωθεί λίγο, μεταξύ άλλων επειδή είχαν
αντικαταστήσει ένα μέρος των τίτλων τους που έληγαν σε κάτι παραπάνω από ένα
έτος με Έντοκα γραμμάτια δημοσίου – Treasury bills – που έληγαν σε λιγότερο από
ένα έτος και, έτσι, το κούρεμα δεν τα αφορούσε.
[10] Εφημερίδα La Tribune, « Dette grecque : les intérêts
ont rapporté 8 milliards d’euros aux banques centrales » (Ελληνικό χρέος:
οι τόκοι απέφεραν 8 δις ευρώ στις κεντρικές τράπεζες), δημοσιεύτηκε στις 12
Οκτωβρίου 2017, http://www.latribune.fr/economie/union-europeenne/dette-grecque-les-interets-ont-rapporte-8-milliards-d-euros-aux-banques-centrales-753950.html
[11] Η Anouk Renaud το είχε ήδη καταγγείλει στο άρθρο της “Grèce
: la poule aux œufs d’or de la BCE” (Ελλάδα: η κότα με τα χρυσά αυγά της
ΕΚΤ), που δημοσιεύθηκε στις 25 Απριλίου 2017, http://www.cadtm.org/Grece-la-poule-aux-oeufs-d-or-de
[12] Βλ. το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα των μελλοντικών πληρωμών στην
ιστοσελίδα της Wall Street Journal : http://graphics.wsj.com/greece-debt-timeline/
[13] Δημήτρης
Τζανίνης (Dimitri Tzanninis), “IMF substantial profits thanks to
Greece (2010-2015)” (Σημαντικά κέρδη του ΔΝΤ χάρη στην Ελλάδα
(2010-2015), http://www.cadtm.org/IMF-substantial-profits-thanks-to

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή