Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί Όλοι οι Πελάτες της Ουάσιγκτον Γίνονται Φιλαράκια με την Μόσχα;

Δημοσιεύτηκε στις

Nauman Sadiq,* Zero Hedge, Oct.6.2017
 Η
Τουρκία, που έχει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, συνεργάζεται από
πέρυσι με την Ρωσία στην Συρία, εναντίον των συμφερόντων της Ουάσιγκτον και
πρόσφατα υπέγραψε συμφωνία αγοράς του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400.
Παρόμοια, ο βασιλιάς της Σαουδικής
Αραβίας Σαλμάν, που πραγματοποίησε μιαν ιστορική επίσκεψη στην Μόσχα, υπέγραψε
σειρά συμφωνιών συνεργασίας με την Μόσχα και επίσης εξέφρασε την επιθυμία του
να αγοράσει το σύστημα S-400.

΄Ενας άλλος παραδοσιακός σύμμαχος των
ΗΠΑ στην περιοχή, το Πακιστάν, συμφώνησε να κατασκευάσει ένα εργοστάσιο
παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 600 μεγαβάτ με την βοήθεια της Ρωσίας,
αγόρασε ρωσικά ελικόπτερα και αμυντικό εξοπλισμό και πραγματοποίησε κοινά
στρατιωτικά γυμνάσια με τους Ρώσους.
Όλες οι τρεις χώρες υπήρξαν πιστοί σύμμαχοι των ΗΠΑ από
την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ή για να το θέσουμε ωμότερα, τα πολιτικά
κατεστημένα των χωρών αυτών λειτουργούσαν ως ουσιαστικοί πληρεξούσιοι της
Ουάσιγκτον στην περιοχή και είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κατάρρευση
της πρώην Σοβιετικής ΄Ενωσης το 1991.
Για να γίνει αντιληπτή η σημασία των
σχέσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Αγκύρας, που είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ας θυμηθούμε ότι
οι ΗΠΑ  εκτελούσαν αεροπορικούς
βομβαρδισμούς εναντίον στόχων στη Συρία από την αεροπορική βάση του Ινσιρλίκ
και ότι περί τις πενήντα αμερικανικές βόμβες υδρογόνου Β-61 ήταν αποθηκευμένες
εκεί. Η ασφάλειά τους έγινε μάλιστα θέμα ανησυχίας κατά το αποτυχημένο
πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης Ερντογάν, όταν ο διοικητής της βάσης Ινσιρλίκ,
στρατηγός Μπεκίρ Ερκάν Βαν, συνελήφθη με άλλους εννέα αξιωματικούς για
υποστήριξη του πραξικοπήματος. Απαγορεύτηκε τότε η είσοδος και έξοδος από την
βάση, η ηλεκτροδότησή της διακόπηκε και η απειλή ασφαλείας καθορίστηκε στον
υψηλότερο βαθμό συναγερμού, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ΄Ερικ Σλόσσερ στον Νιου
Υόρκερ.
Επίσης, για να εκτιμηθεί η φύση της
σχέσης βασικού οργάνου μεταξύ των ΗΠΑ αφ’ ενός και της Σαουδικής Αραβίας και
του Πακιστάν αφ’ ετέρου θα πρέπει να μη λησμονείται ότι η Ουάσιγκτον
χρησιμοποιούσε τα πετροδολάρια των χωρών του Κόλπου και τις μυστικές υπηρεσίες
του Πακιστάν για να ανατρέφει τζιχαντιστές εναντίον της πρώην Σοβιετικής
΄Ενωσης  κατά την διάρκεια του Ψυχρού
Πολέμου.
Είναι αδιαφιλονίκητο το γεγονός ότι οι ΗΠΑ συντηρούν
ένοπλους αντικαθεστωτικούς, αλλά μόνο για μιαν ορισμένη χρονική περίοδο
προκειμένου να πετύχουν συγκεκριμένες πολιτικές επιδιώξεις
. Για παράδειγμα: Οι ΗΠΑ δημιούργησαν τους Αφγανούς
τζιχαντιστές  εναντίον της Σοβιετικής
΄Ενωσης από το 1979 ως το1988, αλλά μετά την υπογραφή των συμφωνιών της Γενεύης
και την μετέπειτα αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν οι
ΗΠΑ απέσυραν την υποστήριξή τους στους Αφγανούς 
τζιχαντιστές.
Επίσης οι ΗΠΑ υποστήριξαν τους
αντάρτες κατά τον εμφύλιο πόλεμο στην Λιβύη και την Συρία, αλλά όταν πέτυχαν
τον σκοπό τους να ανατρέψουν το εθνικιστικό καθεστώς Καντάφι στη Λιβύη και να
εξασθενίσουν το αντι-ισραηλινό καθεστώς ΄Ασαντ στη Συρία οι ΗΠΑ σταμάτησαν την
γενική υποστήριξη των ενόπλων αντιπάλων του καθεστώτος και τελικά κήρυξαν τον
πόλεμο εναντίον μιας μερίδας Σουνιτών, του «Ισλαμικού Κράτους», όταν αυτοί
παραβίασαν την εξουσιοδότηση για την Συρία και τόλμησαν να καταλάβουν την
Μοσούλη και το Ανμπάρ στο Ιράκ, στις αρχές του 2014.
Οι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή δεν
είναι ωστόσο τόσο ραφιναρισμένοι και πεπειραμένοι στην μακιαβελική γεωπολιτική.
Με την ψευδαίσθηση ότι οι συμμαχίες και οι εχθρότητες
στην διεθνή πολιτική κρατούν για πάντα, οι αυταρχικοί ηγέτης της Μέσης Ανατολής
συνεχίζουν να εφαρμόζουν απεριόριστα την ίδια πολιτική που οι ιέρακες της
Ουάσιγκτον προγραμμάτισαν για τον χρόνο μέχρι επίτευξης των στρατηγικών τους
επιδιώξεων.
Για παράδειγμα, το σύστημα ασφαλείας
του Πακιστάν συνέχισε την πολιτική της εκπαίδευσης και του εξοπλισμού
τζιχαντιστών του Αφγανιστάν και του Κασμίρ σε όλη την εικοσαετία ’80 και΄90 και
μέχρι τον Σεπτέμβριο 2001, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ είχαν αποσύρει την υποστήριξή τους σ’ αυτούς.
Παρόμοια, η υπό την ηγεσία της
Μουσουλμανικής Αδελφότητας κυβέρνηση της Τουρκίας διέπραξε το ίδια σφάλμα να
παρέχει χωρίς διάκριση την υποστήριξή της στους αντικαθεστωτικούς στη Συρία
ακόμη και μετά την μερική μεταστροφή της πολιτικής των ΗΠΑ και την κήρυξη
πολέμου κατά του «Ισλαμικού Κράτους» τον Αύγουστο του 2014, με σκοπό να
εξευμενίσει την διεθνή κοινή γνώμη, όταν οι εικόνες και τα βίντεο με τις
αγριότητες των ισλαμιστών τζιχαντιστών πρόβαλαν στα κοινωνικά δίκτυα,
Η τήρηση των προφάσεων, για την συντήρηση της επίφασης
Δικαιοσύνης και ηθικής, είναι απαραίτητη στην διεθνή πολιτική και οι Δυτικές
Δυνάμεις φροντίζουν  να σέβονται αυτόν
τον κανόνα.
Τα μεσαιωνικά πελατειακά
κράτη της Μέσης Ανατολής δεν διαθέτουν όμως την απαραίτητη πείρα και συχνά
συνεχίζουν να εκπαιδεύουν και να εξοπλίζουν τους αντιπάλους των περιφερειακών
ανταγωνιστών τους, τακτική που δεν είναι ανεκτή μακροπρόθεσμα σ’ ένα κόσμο όπου
η ειρηνοφιλία έχει υιοθετηθεί ως ένα από τα θεμελιώδη αξιώματα της σύγχρονης
κοσμοθεωρίας
Σχετικά με την πρόσφατη συνεργασία
μεταξύ Μόσχας και Αγκύρας στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, η εκπληκτική αυτή
εξέλιξη φωτίζει επίσης τις βαθύτερες διαιρέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας
στην πολιτική απέναντι της Συρίας.
Μετά την αμερικανική μεταστροφή από
την πολιτική της «αλλαγής καθεστώτος» στη Συρία τον Αύγουστο του 2014, όταν το
«Ισλαμικό Κράτος» κατέλαβε την Μοσούλη και το Ανμπάρ στο Ιράκ και απειλούσε την
πρωτεύουσα Ερμπίλ ενός άλλου πιστού συμμάχου των ΗΠΑ, του Μασούντ Μπαρζανί, στο
πλούσιο σε πετρέλαιο Ιρακινό Κουρδιστάν,
η Ουάσιγκτον προήγαγε τους Κούρδους σε βασικό όργανο της πολιτικής της στη
Συρία και στο Ιράκ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πόλεμος στη
Συρία και στο Ιράκ είναι μια τριμερής σύρραξη μεταξύ Σουνιτών Αράβων, Σιιτών
Αράβων και Σουνιτών Κούρδων. Μετά την κήρυξη του πολέμου εναντίον των Σουνιτών
του «Ισλαμικού Κράτους», οι ΗΠΑ υποστήριξαν την υπό Σιϊτική ηγεσία κυβέρνηση
του Ιράκ, αλλά οι Σιίτες ΄Αραβες του Ιράκ δεν κρίνονται  αξιόπιστοι σύμμαχοι των ΗΠΑ επειδή τελούν υπό
την επιρροή του Ιράν.
Κατά συνέπεια στις ΗΠΑ δεν έμενε άλλη
επιλογή από το να κάνουν τους Κούρδους το βασικό όργανο της πολιτικής τους στη
Συρία και στο Ιράκ όταν οι Σουνίτες Τζιχαντιστές παρέβησαν την δικαιοδοσία τους
στη Συρία και επιτέθηκαν σε περιοχές του Ιράκ, από όπου οι ΗΠΑ είχαν αποσύρει
τα στρατεύματά τους το 2001.
Οι με αμερικανική υποστήριξη Συριακές Δημοκρατικές
Δυνάμεις, που είναι στα πρόθυρα απελευθέρωσης της Ράκας, πρωτεύουσας του
«Ισλαμικού Κράτους», δεν είναι παρά Κούρδοι πολιτοφύλακες, με μια συμβολική
παρουσία Αράβων μισθοφόρων για να τους δίνει την εμφάνιση αντιπροσωπευτικού
σώματος.
΄Οσον αφορά τους περιφερειακούς
παράγοντες στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία και τα
λοιπά κράτη του Κόλπου μπορεί να μην έχουν σοβαρές επιφυλάξεις γι’ αυτήν την
στενή συνεργασία μεταξύ των ΗΠΑ και των Κούρδων στη Συρία και στο Ιράκ, επειδή
τα κράτη του Περσικού Κόλπου τείνουν να βλέπουν τις περιφερειακές συγκρούσεις
με τον φακό της ιρανικής Σιϊτικής απειλής.
Η Τουρκία, από την άλλη πλευρά,
ανησυχεί περισσότερο για τις κουρδικές χωριστικές τάσεις στις νότιο-ανατολικές
επαρχίες της παρά για το Σιϊτικό  Ιράν.
Και ιδιαίτερα τώρα που οι Κούρδοι πραγματοποίησαν ένα δημοψήφισμα στο Ιράκ,
παρά την διεθνή πίεση εναντίον μιας τέτοιας αλόγιστης ενέργειας.
Τελικά, είναι εξαιρετικά απίθανη οποιαδήποτε ριζική  μεταβολή της 
καθιερωμένης από την εποχή  του
Μουσταφά Κεμάλ πολιτικής του τουρκικού πολιτικού κατεστημένου για  την παροχή ανεπιφύλακτης  υποστήριξης στην πολιτική της Ουάσιγκτον στην
περιοχή.
Αλλά μετά την απιστία της Ουάσιγκτον
να δώσει την υποστήριξή της στους Κούρδους εναντίον των πληρεξουσίων της
Τουρκίας στη Συρία είναι πολύ πιθανό ότι η υπό την ηγεσία της Μουσουλμανικής
Αδελφότητας κυβέρνηση της Τουρκίας μπορεί να προσπαθήσει να ισορροπήσει τις
σχέσεις της μεταξύ των αντιπάλων της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.
—————
*Ο Nauman Sadiq είναι νομικός,
γεωπολιτικός αναλυτής εστιασμένος στις περιοχές Αφγανιστάν-Πακιστάν και Μέση
Ανατολή, στην νέο-αποικιοκρατία και τον πετρο-ιμπεριαλισμό.
Μετάφραση: Μιχαήλ Στυλιανού

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις17 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα47 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή