Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Επίσκεψη στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο

Δημοσιεύτηκε στις

Pepe Escobar,
Asia Times, 15-1017
[Διακόσιες χιλιάδες Καταλανοί, πλημμύρισαν και χθες τους
δρόμους της Βαρκελώνης με καταλανικές σημαίες, πανό και συνθήματα υπέρ της
άμεσης ανεξαρτησίας, σε μιαν ορμητική εκδήλωση διαμαρτυρίας για την σύλληψη και
φυλάκιση δύο ηγετών τους και την κατάσχεση του διαβατηρίου του αρχηγού της
Καταλανικής Αστυνομίας, του οποίου απειλείται και  δίκη για στάση.
Η νέα εμπρηστική ενέργεια της  ισπανικής κυβέρνησης Ραχόϊ ανεβάζει σε εκρηκτικό
σημείο τους βαθμούς της εντάσεως, εγείρει φραγμό στην προοπτική διαλόγου
εξομάλυνσης,  ορθώνει το φάσμα
απειλητικού διχασμού για την Ισπανία και προσθέτει νέο ηθικό κλονισμό για την
Ευρωένωση -στους κόλπους της οποίας υπάρχει από χθες χώρα με πολιτικούς
κρατουμένους.
Κατατοπιστική για το Ισπανικό πρόβλημα της Ευρώπης είναι  η κατωτέρω ανάλυση του σπινθηροβόλου
Βραζιλιάνου περιοδεύοντα ανταποκριτή των 
Asia Times, Sputnik, Al– Jazeera και άλλων μέσων
διεθνούς ενημέρωσης.]
Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού
Ο Καταλανός Πρόεδρος Κάρλος Πουιτζεμόντ υπογράφει την
κήρυξη της ανεξαρτησίας στο περιφερειακό Κοινοβούλιο στην Βαρκελώνη, στις 10
Οκτωβρίου 1017
Πείτε το Θέατρο του Παραλόγου, με
έναν φονικό υπότιτλο. Κάτω από πίεση από όλες τις πλευρές εκείνη την μοιραία
ημέρα  –ακόμη και από τον Ντόναλντ Τουσκ,
πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου- ο Κάρλος Πουιτζεμόν, Πρόεδρος της Καταλονίας,
βγήκε το βράδυ με μια δήλωση σε διαλεκτική Τζούντο της τελευταίας στιγμής.
Αποφάνθηκε με μιαν μη-άρνηση άρνηση της Μονομερούς Κήρυξης ανεξαρτησίας από την
Ισπανία. Αυτό που κηρύχθηκε, αμέσως ανεστάλη. Η Δημοκρατία της Καταλονίας
διήρκεσε έξη δευτερόλεπτα.

Η αιφνίδια ευφυής κίνηση έφερε την
Μαδρίτη σε σύγχυση.
Ο πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόϊ ή
Νάνος-Φράνκο εξέδωσε ένα τελεσίγραφο: ΄Εχετε πέντε μέρες να δηλώσετε αν κηρύξατε
ανεξαρτησία. Ανεξαρτήτως των εξελίξεων, η πυρηνική απειλή της Μαδρίτης
αιωρείται πάντοτε: Το δυσώνυμο άρθρο 155 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει
την αναστολή της καταλανικής κυβέρνησης και του κοινοβουλίου για έξη ως δώδεκα
μήνες.
Ωστόσο αυτό μπορεί να γίνει με
ψαλιδίσματα –ένα 155 σε βραδεία κίνηση, παράλληλα με μιαν ομιχλώδη προσφορά
έναρξης μιας διαδικασίας, το πολύ σε έξη μήνες, η οποία θα οδηγεί σε
συνταγματική αναθεώρηση. Η Μαδρίτη έχει ανάγκη την Καταλονία για την επιτυχία
αυτής της αναθεώρησης. ΄Ετσι βασικά, ο Πουιτζεμόν φτάνει να πει όχι για ν’
αρχίσει να κινείται το τραίνο.
Είναι όμως πολύ πιο περίπλοκο από
όσο φαίνεται. Η καταλανική άκρα αριστερά μέχρι το τελευταίο λεπτό προσπαθούσε να
πείσει τον Πουιτζεμόντ να κηρύξει την άνευ όρων ανεξαρτησία. Tαυτόχρονα -όπως έπρεπε να αναμένεται- αυτά τα έξη
δευτερόλεπτα εξαγρίωσαν τους Καταλάνους ενωτικούς. Οι μετριοπαθείς από την
πλευρά τους θα προτιμούσαν να δουν έστω και ίχνος φωτός στην άκρη του τούνελ.
Το πρόβλημα είναι ότι, παρά την
ύπαρξη διακριτικών διαύλων επικοινωνίας, η στρατηγική της Μαδρίτης αποβλέπει να
προκαλέσει διχασμό στο στρατόπεδο των σχισματικών για να αποτρέψει το σχίσμα με
την Ισπανία. Μέχρι τώρα ο διχασμός αποφεύχθηκε με την ενέργεια ορισμένου
αριθμού βουλευτών να υπογράψουν μια διακήρυξη υποστήριξης για την ακόμη
ανύπαρκτη Καταλανική Δημοκρατία.
Σχίστε αυτό το Σύνταγμα
Ο Πρόεδρος της περιφέρεια της
Κανταβρίας, Μιγκέλ Ανγκέλ Ρεβίγια, συνοψίζει την κατάσταση ως εξής: Φταίει ο
Ραχόϊ. Ο Ρεβίγια ανησυχεί ότι «το 50% των Καταλανών θέλουν να εγκαταλείψουν την
Ισπανία. Πριν από τέσσερα χρόνια τα πράγματα δεν ήταν έτσι». Υπογραμμίζει πως                      «ο καταστατικός νόμος της
Καταλονίας –που είχε εγκριθεί από τους Καταλανούς και από την Ισπανική Βουλή-
αντικρούστηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο, είχαν λοιπόν δίκιο, έτσι δεν
είναι; Δεν αφορούσε ανεξαρτησία, ήταν μια συνθήκη που προσδιόριζε μια σειρά από
υποχρεώσεις.»
΄Ετσι η απόρριψη των συνομιλιών από
την ισπανική κυβέρνηση ήταν αυτό που, κατά τον Ρεβίγια, οδήγησε στο σημερινό
αδιέξοδο. Δεν είναι άξιο απορίας, αφού συμβουλάτορας του Ραχόϊ είναι ο πρώην
πρωθυπουργός Χοσέ Μαρία Αθνάρ.
Η άκρως αντιδραστική κυβέρνηση της
Μαδρίτης θα μπορούσε να είχε αφοπλίσει την βόμβα ακόμη και πριν από το
δημοψήφισμα, κινητοποιώντας τομείς της εργατικής τάξης της Καταλονίας που έχουν
σαν πρώτη γλώσσα τους τα Ισπανικά, όχι τη καταλανική και πολλοί από τους
οποίους θεωρούν  το θέμα της ανεξαρτησίας
σαν «ένα πόλεμο των πλουσίων».
Ωστόσο η Μαδρίτη επέλεξε τις τακτικές
της καταπίεσης του Φράνκο. Ο βασιλιάς Φελίπε είχε μιαν ευκαιρία να κάνει
έκκληση για καταλαγή και να επανενώσει το έθνος, αλλά διάλεξε τον ρόλο του
Αρχιμπαμπούλα. Οι Ευρωπαίοι «ηγέτες» κόλλησαν στους πλατειασμούς τους, όπως ο
ευνοούμενος του Ρότσιλντ Εμμανουέλ Μακρόν, που εξαίρει το «βαθύ» όραμα μιας
συγχωνευμένης Ευρώπης και η Καγκελάριος ΄Αγγελα Μέρκελ που προτίμησε να αποστεί
από τον ρόλο της της διανομέα Σοφίας, μια και στο κάτω-κάτω εδώ δεν επρόκειτο
για την Κριμαία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χάνοντας την
ελάχιστη αξιοπιστία που της απέμενε, αγνόησε προκλητικά τις ίδιες τις
«θεμελιώδεις αξίες» που διακηρύσσει, τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων που
κατοχυρώνονται με το άρθρο 2 της ιδρυτικής συνθήκης της ΕΕ και με το άρθρο 21
του καταστατικού της χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Οι Ποδέμος έχουν μερικές θετικές
προτάσεις για την διάσωση της ισπανικής δημοκρατίας.                                           Ωστόσο
φαίνεται ότι μοναδικό από εδώ και πέρα λογικό δρομολόγιο είναι:
1.- Αποβολή της ανίκανης κυβέρνησης
Νάνο-Φράνκο, που δεν θέλει κανένα διάλογο –σκληρό προσκλητήριο για ένα έθνος
τόσο παθιασμένα συντηρητικό όπως η Ισπανία.
2.-Να εξηγηθεί σε όλους στην
Καταλονία, ειδικότερα στα διάφορα στρώματα της εργατικής τάξης –κάτι που οι
σημερινοί «ηγέτες» είναι ανίκανοι να κάνουν-, τι πρακτικά θα σήμαινε η
ανεξαρτησία στην Καταλονία, μιαν από τις πλουσιότερες επαρχίες της Ευρώπης. το
μέσα ή το έξω από την Ευρώπη: Εμπόριο με ποιο νόμισμα; Χωρίς ένοπλες δυνάμεις; Ικανότητα
χειρισμού μιας εχθρικής γειτονικής δύναμης (Ισπανίας) και χωρίς αναγνώριση από
την Γαλλία;
3.-Το ξεκίνημα μιας διαδικασίας
σφαιρικού εθνικού διαλόγου για την μεταρρύθμιση του απαρχαιωμένου συντάγματος
του 1978,  που να οδηγεί σ’ έναν σύγχρονο
ομοσπονδιακό καταστατικό χάρτη, που να δίνει έμφαση σε μεγαλύτερη συμφωνία
μεταξύ των περιφερειών και να φροντίζει για τις ανησυχίες των σκληροπυρηνικών
οπαδών της ανεξαρτησίας, που αποτελούν το τουλάχιστον 25% του πληθυσμού της
Καταλονίας.
Τίποτα από αυτά δεν φαίνεται να είναι
στο πρόγραμμα. Και γι’ αυτόν τον λόγο η πραγματική τραγωδία βρίσκεται μόνο στην
αρχή της. Η Ισπανία έχει ήδη διαρραγεί και δεν υπάρχει οδός επιστροφής.
Ανάμνηση Ρόζας Λούξεμπουργκ
Είναι ισχυρός ο πειρασμός της
επισήμανσης αναλογιών με την Ευρώπη προ εκατονταετίας. Θα μπορούσε να
επικαλεστεί κανείς το τελευταίο καυστικό δημοσίευμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ,
πριν την δολοφονία της τον Ιανουάριο του 1919: «Ηλίθια κομματόσκυλα! Η «τάξις»
σας είναι χτισμένη στην άμμο.» Ταυτόχρονα η Ρόζα Λούξεμπουργκ προειδοποιούσε
την Αριστερά για τους ανερχόμενους μικροαστικούς εθνικισμούς, μετά την πτώση
των Αψβούργων (με εξαίρεση την Τσεχοσλοβακία).
Ο «Καταλανισμός», που ξεφύτρωσε τον
19ο Αιώνα, είναι ωστόσο ένα διαφορετικό θηρίο. Το ρήγμα
Βαρκελώνης-Μαδρίτης οφείλεται σε βαθείς οικονομικούς/δημοσιονομικούς λόγους,
που διογκώθηκαν με την οικονομική κρίση της Ισπανίας από το2008. Ο εθνικισμός
της Καταλονίας δεν είναι στενοκέφαλος αλλά περιεκτικός, πλατειά ανοικτός Στον
Άλλο – από άλλα μέρη της Ισπανίας και του εξωτερικού.
Το δυσεπίλυτο του πολιτικού
προβλήματος συνίσταται στο ότι η Καταλονία – η πιο ευρωπαϊκή από όλες τις
επαρχίες της Ισπανίας και ιστορικά προσηλωμένη στον ρεπουμπλικανισμό και τον
φεντεραλισμό – αμφισβητεί την ίδια την φύση του ισπανικού συστήματος. Το
πέταγμα αυτού του απαρχαιωμένου Συντάγματος –που γράφτηκε αμέσως μετά τον
θάνατο του Φράνκο και είναι  διαποτισμένο
με την αμνήστευση των Φρανκιστών- είναι εξ ίσου σημαντικό με την αυτοδιάθεση.
Το να πεις ότι ο βασιλικός οίκος των Βουρβόνων αντιμετωπίζει μια κρίση
νομιμότητας είναι πολύ κατώτερο της πραγματικότητας. Οι πράξεις της Μαδρίτης
την Ημέρα Καταπίεσης του Δημοψηφίσματος 
-υπό την ηγεσία ενός οπαδού των βασανιστηρίων υπό τον Φράνκο, του
απαίσιας φήμης Στρατηγού Μπουμ-Μπουμ – δεν μπορούσε παρά να αναστήσει
τις μνήμες της Καταλονίας ως του βασικού αναρχικού/ρεπουμπλικανικού κέντρου
κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο: Η ίδια η Γκουάρντια Σιβίλ (πολιτοφυλακή)
αντιπροσωπεύει την μνήμη του καθεστώτος του Φράνκο. Είναι κατανοητό ότι οι
οπαδοί της ανεξαρτησίας προτιμούν να πετάξουν το βαρύ ιστορικό/οικονομικό
φορτίο όταν βλέπουν το ακατόρθωτο του εκσυγχρονισμού της Ισπανίας.
Η προοπτική μιας εσωτερικής έκρηξης
του σημερινού ισπανικού κράτους –με επιπτώσεις παντού, από τη χώρα των Βάσκων
μέχρι τη Σκωτία- θα έπρεπε να κάνουν τους Ευρωπαίους, σε Ανατολή και Δύση, να
ξανασκεφτούν βαθειά για όλες τις διασυνδέσεις ανάμεσα σε πόλη, επαρχία, έθνος,
κράτος και (Ευρωπαϊκή) ένωση,  σε μια
υγιεινή άσκηση του πνεύματος στην πολιτική οικονομία.
Αντίθετα, στις Βρυξέλλες έχουμε μιαν
ολική παράλυση. Σχέδιο Β δεν υπάρχει. Ακόμη χειρότερα, δεν υπάρχει πολιτική
βούληση, όπως σημείωσαν μερικοί Πράσινοι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Καμιά
έκπληξη, με Ευρωπαίους «ηγέτες» τέτοια μετριότητας όπως η παρέα Γιούνκερ/Τουσκ
και ο νούμερο 2 της Κομισιόν, Ολλανδός νομικός Φρανς Τίμμερμανς να δηλώνει ότι
«κάποτε η ισχύς του Νόμου πρέπει να προστατεύεται από ανάλογη χρήση βίας».

Οι Βρυξέλλες, αντιμετωπίζοντας την
προοπτική μια επαρχία να εγκαταλείψει μονομιάς όχι μόνο την ΕΕ αλλά και το
Ευρώ, είναι ανίκανη να δει ότι το ισπανικό ρήγμα είναι σε μικρόκοσμο το ρήγμα
έθνους-κράτους μέσα στην ΕΕ. Η αμέριστη υποστήριξη των Γιούνκερ-Τουσκ στον
Νάνο-Φράνκο δεν μπορεί παρά να ερμηνεύεται από τους προοδευτικούς ανθρώπους σε
όλη την Ευρώπη γι’ αυτό που είναι. Τι καλό μπορεί να προκύψει σε μια μεσολάβηση
από αυτούς τους ανύπαρκτους; Μόνο η πολιτική κοινωνία, από κοινού στην Ισπανία
και στην Καταλονία, θα έπρεπε να είναι μεσολαβητές. Διερωτάται όμως κανείς αν
είναι στο ύψος της αποστολής.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός10 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις21 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO22 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO52 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή