Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Η βαριά νόσος του δογματισμού

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Βιλιάρδος

444
Δίκαιοι και σωστοί οι πλειστηριασμοί, με τον τρόπο που διενεργούνται, όπως ισχυρίζεται ο δημοσιογράφος; Ευθύνονται μόνο οι οφειλέτες για τα κόκκινα δάνεια; Σωστά οδηγούνται στο ικρίωμα χιλιάδες Έλληνες, για να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στο αφελληνισμένο τραπεζικό σύστημα και να ανακάμψει η οικονομία;

Ανάλυση

Η Ελλάδα, μία πλούσια και πολλαπλά προικισμένη χώρα, υπέφερε ανέκαθεν από την ανίκανη ή/και διαφθαρμένη πολιτική της ηγεσία– γεγονός που μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς, μελετώντας την ιστορία της των τελευταίων 180 ετών. Η ανικανότητα της πολιτικής έφτασε στο απόγειο, μετά το ξέσπασμα της κρίσης υπερχρέωσης – όπου τα λάθη, σκόπιμα ή μη, κορυφώθηκαν ως εξής:

(α) Με το διεθνή διασυρμό των Ελλήνων από την κυβέρνηση του 2010, σε συνδυασμό με τις «παρατυπίες» της ΕΛΣΤΑΤ (β) χωρίς να δοθεί καμία σημασία στις δυνατότητες της να χρηματοδοτήσει μόνη της το δημόσιο χρέος (ανάλυση) – έχοντας συγκριτικά ελάχιστο ιδιωτικό χρέος και κρατικά περιουσιακά στοιχεία της τάξης των 300 δις € μη συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών της αποθεμάτων (πηγή), (γ) χωρίς να γίνει προσπάθεια αποπληρωμής του (ανάλυση), (δ) χωρίς να προβεί σε αναβολή πληρωμών προς τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες – με διαπραγματευτικό χαρτί τη δυνατότητα της να μετατρέψει τα χρέη στο εθνικό της νόμισμα, προτού τη χάσει από το PSI υποθηκεύοντας επί πλέον ότι έχει και δεν έχει κοκ.
Μπορεί δε να ενοχοποιούνται οι Πολίτες για τις επιλογές τους, όσον αφορά την πολιτική τους ηγεσία, επειδή αυτοί την εκλέγουν, αλλά στην πραγματικότητα ούτε είχαν, ούτε έχουν επιλογές – γεγονός που τεκμηριώνεται από τις διαδοχικές αλλαγές κυβερνήσεων μετά το 2010, ακόμη και τεχνοκρατικών, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Σήμερα πάντως, αφού έχουν δοκιμάσει όλες τις κομματικές «αποχρώσεις» εισπράττοντας δεκάδες ψεύτικες υποσχέσεις και δεσμεύσεις απογοητεύθηκαν εντελώς, βυθιζόμενοι σε μία συλλογική κατάθλιψη και σε μία αδράνεια άνευ προηγουμένου – ενώ έχουν παράλληλα τρομοκρατηθεί από τη δολοφονία της τελευταίας τους ελπίδας.
Εν τούτοις έχουμε την άποψη πως η κατάσταση αυτή δεν θα διαρκέσει πολύ, με την έννοια πως αργά ή γρήγορα οι Έλληνες θα εξεγερθούν – οπότε η χώρα θα κινδυνεύσει να οδηγηθεί σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Αυτό θα συμβεί όταν πάψουν οι Πολίτες να πιστεύουν πως τελικά θα βγει η Ελλάδα από την κρίση, ότι δεν θα χάσουν όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία ή πως δεν θα μετατραπούν σε σκλάβους χρέουςμίας γερμανικής αποικίας – ενδεχομένως με αφετηρία τους μαζικούς ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς της μοναδικής κατοικίας τους, με διαδικασίες που δεν ισχύουν σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Πόσο μάλλον από εκείνες τις τράπεζες που οι ίδιοι διέσωσαν αυξάνοντας τα κεφάλαια τους κατά 45 δις €! Χρήματα που στη συνέχεια χάθηκαν με το γνωστό σκάνδαλο των σκανδάλων επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος (στην Ισπανία δεν συνέβη αφού η ΕΚΤ τις δάνεισε απ’ ευθείας), ενώ οι τράπεζες αφελληνίσθηκαν και σήμερα κατάσχουν τα σπίτια τους – χωρίς να τους δώσουν καν την ευκαιρία να αποπληρώσουν τα δάνεια τους, με τις ίδιες συνθήκες/τιμές που έχουν προσφερθεί στα κερδοσκοπικά κεφάλαια.
Εύλογα δε απορεί κανείς γιατί αυτά τα 45 δις € δεν χρησιμοποιήθηκαν για την εξυπηρέτηση εκείνων των κόκκινων ενυπόθηκων δανείων των νοικοκυριών που οφείλονται στην πολιτική των μνημονίων, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα 35 δις € –  αν και όλοι κατανοούν πως στη λεηλασία συμμετέχουν οι ίδιες οι τράπεζες, πόσο μάλλον εάν ισχύουν οι αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες δανείζουν αυτούς που θα αγοράσουν τα σπίτια στους πλειστηριασμούς!
Η είδηση τώρα των πιέσεων εάν όχι εκβιασμών που ασκούνται στους συμβολαιογράφους από τις τράπεζες, εάν είναι σωστή (λέγεται πως απειλούνται με ποινικές διώξεις, καθώς επίσης με αφαίρεση της άδειας λειτουργίας), δεν πρέπει να αφήνει καμία αμφιβολία σχετικά με την πλήρη κατάργηση της Δημοκρατίας στις χώρες που έχουν καταδικαστεί σε μία κυλιόμενη χρεοκοπία – στη χειρότερη μορφή πτώχευσης που υπάρχει.
Ο δημοσιογραφικός δογματισμός
Περαιτέρω, ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση της χώρας δεν έχει μόνο η πολιτική της ηγεσία αλλά, επίσης, τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι – δυστυχώς όχι μόνο οι διεφθαρμένοι και αυτοί που διαπλέκονται, τους οποίους σχετικά εύκολα αντιλαμβάνονται οι Πολίτες και τους αποφεύγουν. Για παράδειγμα οι έντιμοι αλλά «δογματικά φιλελεύθεροι», οι οποίοι δεν κατανοούν πως όλοι όσοι δεν πιστεύουν στην κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία, η πλειοψηφία των ανθρώπων δηλαδή, είναι φιλελεύθεροι – με διαφορές μεταξύ τους που αφορούν τη δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων, τις διορθωτικές παρεμβάσεις του κράτους στις αγορές, την ιδιοκτησία των κοινωφελών επιχειρήσεων κοκ.
Εκτός αυτού κανένας δεν πιστεύει στην ωφέλεια ενός υπερδιογκωμένου δημοσίου, με εξαίρεση ίσως κάποιους δημοσίους υπαλλήλους – αλλά στο σωστό μέγεθος και στην αποτελεσματικότητα του. Επίσης στο ότι, οι αμοιβές στο δημόσιο πρέπει να είναι χαμηλότερες από τον ιδιωτικό τομέα λόγω της μεγαλύτερης ασφάλειας που παρέχεται, να αξιολογούνται σωστά οι εργαζόμενοι και να επιτρέπονται οι απολύσεις – φυσικά εάν συντρέχουν οι λόγοι.
Από το σημείο όμως αυτό έως το να θεοποιούμε τις αγορές, ισχυριζόμενοι πως πρέπει να λειτουργούν εντελώς ελεύθερα και άρα ασύδοτα, υπάρχει μεγάλη απόσταση – πόσο μάλλον όταν έχει τεκμηριωθεί πως αρκετά από αυτά που έχουν αποδεχθεί ως δεδομένα οι οικονομολόγοι του κλασσικού φιλελευθερισμού ήταν λανθασμένα. Για παράδειγμα, η θεωρία των «πατέρων» του δόγματος της ελεύθερης οικονομίας, των A. Smith και D. Ricardo, είναι αναμφίβολα εξαιρετική – έχοντας την παρακάτω βασική αρχή:
“Επαφιόμενο στον εαυτό του, απελευθερωμένο από εμπόδια και ελέγχους το Κεφάλαιο, θα κατευθύνεται αυτόματα και οποιαδήποτε στιγμή εκεί που τα κέρδη είναι τα υψηλότερα δυνατά. Κατά συνέπεια και όσον αφορά τα εμπορεύματα, την παραγωγή δηλαδή, το σχετικό ύψος του κόστους παραγωγής, θα καθορίζει τον τόπο παραγωγής των προϊόντων”.
Εν τούτοις, η «συνταγή» αυτή στηρίχθηκε σε ένα αξίωμα (Trickledown effect) το οποίο, αν και σωστό την εποχή που έζησαν, αποδείχθηκε απολύτως εσφαλμένο αργότερα –  στο ότι δηλαδή “όταν ο πλούτος φτάσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο κορεσμού, τότε η αναδιανομή από τους πλούσιους στους φτωχούς ακολουθεί αυτόματα”. Προφανώς μπέρδεψαν την ανάγκη με τη χρήση, ενώ κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό, μετά από την παρατήρηση των κανόνων που ισχύουν στη Φύση (όπου τα ζώα σκοτώνουν κυρίως για να εξασφαλίσουν την τροφή τους και δεν τη συσσωρεύουν) – μη συνυπολογίζοντας την σχεδόν εντελώς αντίθετη ανθρώπινη συμπεριφορά.
Όσον αφορά τον πατέρα του εφαρμοσμένου άκρατου νεοφιλελευθερισμού, τον M. Friedman, στον οποίο οφείλεται η ασυδοσία των χρηματοπιστωτικών αγορών μετά το 1980 (εάν δεν ελεγχθούν θα καταστρέψουν τον πλανήτη μέσα από όλο και πιο συχνές, καθώς επίσης μεγαλύτερες κρίσεις), η κρίση του 2008 απέδειξε με το χειρότερο δυνατό τρόπο πως οι αγορές πρέπει να ρυθμίζονται από τα κράτη – αφού διαφορετικά προκαλούν τεράστιες διαστρεβλώσεις, όπως στα αμερικανικά Sub primes, δημιουργούν τέρατα «too big to fail» (=πολύ μεγάλες επιχειρήσεις ή/και τράπεζες για να χρεοκοπήσουν) που θέτουν σε κίνδυνο την ελεύθερη οικονομία, ενώ ασφαλώς δεν είναι ελεύθερη επιλογή η διάσωση τους από τους φορολογουμένους κοκ.
439
Από την άλλη πλευρά, προφανώς οι αγορές δεν διανέμουν δικαιότερα τον πλούτο, όπως θέλουν να πιστεύουν οι δογματικά φιλελεύθεροι – κάτι που τεκμηριώνεται από τη συσσώρευση πλούτου των τελευταίων δεκαετιών σε όλο και λιγότερους ανθρώπους(γράφημα, αύξηση των εισοδημάτων ως ποσοστό επί του ΑΕΠ του πλουσιότερου 1% σε διάφορες χώρες, σε σύγκριση με το 1980). Όσον αφορά δε τις «ίσες ευκαιρίες», ούτε αυτές καθορίζονται δίκαια από τις αγορές – εκτός εάν είναι τόσο ανόητος κανείς ώστε να πιστεύει πως έχει ίσες ευκαιρίες επιτυχίας με το γιό του κ. Trump στην πολιτική ή του κ. Rothschild στην οικονομία. Επειδή λοιπόν ούτε οι ελεύθερες αγορές λειτουργούν σωστά, ούτε τα κράτη, το ζητούμενο είναι η ισορροπία μεταξύ τους – έτσι ώστε να μην υπερισχύει σημαντικά κανένας από τους δύο αυτούς «ρυθμιστικούς παράγοντες».
Το γεγονός πάντως ότι σήμερα έχουν αναλάβει τα ηνία οι αγορές, επιβάλλοντας ακόμη και στις κεντρικές τράπεζες τους δικούς τους αυταρχικούς κανόνες, καθώς επίσης υποδουλώνοντας κυβερνήσεις και Πολίτες, είναι άκρως ανησυχητικό – αν και έχει ήδη δημιουργηθεί το αντίβαρο από ανερχόμενες χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία, ο κρατικός καπιταλισμός, ο οποίος φαίνεται πως θα υιοθετηθεί σε κάποιο βαθμό και από τη Μ. Βρετανία (άρθρο).
Οι πλειστηριασμοί

Συνεχίζοντας, ο επικίνδυνος δογματισμός φαίνεται ολοκάθαρα στο κείμενο ενός πολύ συμπαθούς φιλελεύθερου δημοσιογράφου, ο οποίος γράφει τα εξής:.

«Στο τραπεζικό σύστημα οι καταθέσεις του ενός είναι το δάνειο που έχει πάρει ο άλλος. Αν ο άλλος δεν πληρώσει το δάνειο, ο πρώτος θα χάσει τα λεφτά που έχει καταθέσει στην τράπεζα και συνήθως είναι οι κόποι μιας ζωής. Όταν η διαγραφή των κόκκινων δανείων δεν γίνεται με «κούρεμα» καταθέσεων γίνεται με αύξηση του δημόσιου χρέους. Τουτέστιν κάποιοι αποκτούν στέγη ή επιχείρηση με τα χρήματα που θα πληρώσουν και αυτοί που δεν έχουν στέγη κλπ.
Ο Α εργάζεται για δεκαετίες και έχει αποταμιεύσει π.χ. 100.000 για να αγοράσει ένα σπίτι. Ο Β πάει και δανείζεται 100.000 και αγοράζει το σπίτι σήμερα και όχι μετά από 10 χρόνια. Ο Β χάνει τη δουλειά του και δεν μπορεί να πληρώσει το δάνειο. Η τράπεζα για να μην χρεοκοπήσει πρέπει ή να κατάσχει το σπίτι του Β και να το δώσει στον Α ή να κατάσχει τις καταθέσεις του Α. Ποιο από τα δυο είναι το πιο δίκαιο;
Όταν το κράτος παρεμβαίνει με το νόμο Κατσέλη π.χ. και προστατεύει το σπίτι του Β που όντως αδυνατεί να πληρώσει, χιλιάδες άλλοι που μπορούν να πληρώσουν τα δάνεια που έχουν πάρει σταματούν να το κάνουν για να επωφεληθούν.
Έτσι τα 10-20 δισ. «κόκκινα» δάνεια έγιναν 120 δισ. ευρώ και τίναξαν στον αέρα τράπεζες και οικονομία. Χωρίς την ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την οικονομία η ανεργία αυξήθηκε. Έτσι έχασε τη δουλειά και ο Γ που πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του δανείου και το πρόβλημα πολλαπλασιάστηκε.
Μέχρι σήμερα οι ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών έχουν γίνει με χρήματα που δανείστηκε το κράτος και θα πληρώσουν τα παιδιά μας. Το 2015 το κράτος έχασε τις συμμετοχές που είχε στις τράπεζες και μαζί την ελπίδα να πάρει τα χρήματα πίσω. Η επόμενη ανακεφαλαιοποίηση θα γίνει με «κούρεμα» των καταθέσεων…
Έστω και με πολλά χρόνια καθυστέρηση, οι πλειστηριασμοί είναι δίκαιο και σωστό μέτρο. Δίκαιο γιατί αποδίδει στον καθένα αυτό που του ανήκει και σωστό γιατί μόνο έτσι μπορεί να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα και να ανακάμψει η οικονομία. Η καθυστέρηση αυτής της διαδικασίας έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την οικονομία και τη χώρα. Αποτελεί ερωτηματικό αν πλέον μπορεί να επιδιορθωθεί η κατάσταση«.
.
Ξεκινώντας από το πρώτο σημείο, οι καταθέσεις του ενός ασφαλώς δεν είναι το δάνειο που έχει πάρει ο άλλος, αφού δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο το τραπεζικό σύστημα – κάτι που έχουμε αναλύσει πολλές φορές, μεταξύ άλλων με το κείμενο μας «Ο μαγικός κόσμος των τραπεζών και του χρήματος». Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται σε κάποιο βαθμό στην Ελλάδα από το ότι, οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες είναι της τάξης των 120 δις € και τα δάνεια τους 240 δις € – ενώ οι λοιπές επενδύσεις τους είναι πολύ μεγαλύτερες από τα ίδια κεφάλαια τους.
Επομένως ο δημοσιογράφος παραπλανεί, ακούσια φυσικά, τους Πολίτες – δημιουργώντας τους επί πλέον ενοχές, με την έννοια πως καταχρώνται τους «κόπους μίας ζωής» των άλλων! Δεν εξηγεί επίσης γιατί θα έπρεπε να διασωθούν οι τράπεζες για τα λάθη τους από τους φορολογουμένους και όχι οι Πολίτες που ασφαλώς δεν έκαναν περισσότερα – ενώ εάν θεωρεί πως τα σφάλματα των τραπεζών δεν οφείλονται στις ίδιες, αλλά στην κρίση, κάτι ανάλογο ισχύει και για τους δανειολήπτες τους.
Όφειλε επί πλέον να γνωρίζει πως οι τράπεζες δεν έκαναν ποτέ σωστά τη δουλειά τους – αφού δάνειζαν αφειδώς τους πελάτες τους χωρίς να αξιολογούν αντικειμενικά την πιστοληπτική τους ικανότητα, για την αγορά σπιτιών κάλυπταν πάνω από το 100% της αξίας τους γνωρίζοντας πως οι τιμές των ακινήτων ήταν πολύ υψηλές, προσέφεραν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες με τοκογλυφικά επιτόκια χωρίς κανέναν έλεγχο κοκ. Έτσι λειτουργεί σωστά η ελεύθερη αγορά; Πραγματικά δεν πρέπει να ελέγχεται;
443
Η διαγραφή τώρα των κόκκινων δανείων που κατά τον ίδιο δεν έγινε με το «κούρεμα» καταθέσεων αλλά με την αύξηση του δημοσίου χρέους, δεν ισχύει – αφού και το χρέος αυξήθηκε και διαγραφή δεν έγινε όσον αφορά τους Πολίτες, αλλά τα κερδοσκοπικά κεφάλαια που εξαγόρασαν έναντι «πινακίου φακής» τα δάνεια των τραπεζών. Από αυτά τα δάνεια θα κερδίσουν πολύ μεγάλα ποσά πλειστηριάζοντας τα ενυπόθηκα ακίνητα – ενώ οι δανειολήπτες θα χάσουν την προκαταβολή και τις δόσεις που έχουν ήδη πληρώσει, παραμένοντας χρεωμένοι με το μέρος του δανείου που δεν θα καλύπτεται από το ποσόν  του πλειστηριασμού στο διηνεκές.
Συνεχίζοντας, τα κόκκινα δάνεια των 10-20 δις € ασφαλώς δεν έγιναν 120 δις € επειδή οι τράπεζες αδυνατούσαν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, με αποτέλεσμα να κλιμακωθεί η ανεργία – αφού η αύξηση των κόκκινων δανείων όπως και της ανεργίας οφείλεται στην αποτυχημένη πολιτική των μνημονίων, στην κατάρρευση των εισοδημάτων, στην υπερβολική αύξηση των φόρων, στις χρεοκοπίες δεκάδων χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων λόγω του στραγγαλισμού της ζήτησης/κατανάλωσης κοκ. Για παράδειγμα, δεκάδες ιδιοκτήτες κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους, επειδή δεν είναι σε θέση να πληρώσουν τον ΕΝΦΙΑ – έναν φόρο που ασφαλώς δεν γνώριζαν όταν τα αγόραζαν, αλλιώς θα το είχαν αποφύγει.
Από την άλλη πλευρά οι τράπεζες δεν τινάχτηκαν στον αέρα από τα κόκκινα δάνεια – αλλά από την μαζική εκροή των ξένων κεφαλαίων από το 2009 και μετά, από την μεταφορά καταθέσεων άνω των 120 δις € σε ευρωπαϊκές τράπεζες, από το PSI με το οποίο έχασαν ένα μεγάλο μέρος των επενδύσεων τους σε κρατικά ομόλογα, από τη μησυμμετοχή μόνο της Ελλάδας στο QE της ΕΚΤ κοκ. Αντίθετα, οι ισπανικές τράπεζες διασώθηκαν απ’ ευθείας από την ΕΚΤ, χωρίς να επιβαρυνθεί το δημόσιο χρέος – ενώ οι κυπριακές από τις καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων €, οι οποίες αφορούσαν κυρίως Ρώσους.
Όσον αφορά το «νόμο Κατσέλη» θα είχε αποδώσει εάν είχε εξυγιανθεί η ελληνική οικονομία μέσα στα πρώτα τρία χρόνια ως όφειλε και είχε υποσχεθεί το ΔΝΤ – κάτι που δυστυχώς δεν συνέβη, με αποτέλεσμα ο ωφέλιμος τότε νόμος να είναι σήμερα καταστροφικός, αφού οι πλειστηριασμοί εκείνη την εποχή θα είχαν αποδώσει τα διπλάσια, επειδή δεν είχαν καταρρεύσει ακόμη οι τιμές των ακινήτων.
Δίκαιοι και σωστοί λοιπόν οι πλειστηριασμοί σήμερα, με τον τρόπο που διενεργούνται, όπως ισχυρίζεται ο δημοσιογράφος; Ευθύνονται μόνο οι οφειλέτες για τα κόκκινα δάνεια; Σωστά οδηγούνται στο ικρίωμα χιλιάδες Έλληνες, για να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στο αφελληνισμένο τραπεζικό σύστημα και να ανακάμψει η οικονομία; Η απάντηση δεν είναι θέμα δικό μας, αλλά της κοινής λογικής.
Επίλογος
Χωρίς να επεκταθούμε σε περιττές λεπτομέρειες, είναι θλιβερή η δημιουργία ενοχών από τους ίδιους τους Έλληνες στους συμπολίτες τους, μέσω κατηγοριών και εσφαλμένων ερμηνειών – σε έναν λαό που υποφέρει επί οκτώ συνεχή χρόνια τα πάνδεινα, κυρίως λόγω της ανικανότητας των πολιτικών του κομμάτων να χειριστούν σωστά τα προβλήματα της οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, η άδικη και μη τεκμηριωμένη κριτική δεν είναι δείγμα μίας πραγματικά φιλελεύθερης αντίληψης – την οποία συμμεριζόμαστε και εκτιμούμε, όταν παραμένει αντικειμενική και δίκαιη. Αντίθετα πρόκειται για έναν επικίνδυνο δογματισμό, όμοιο με αυτόν που συναντάται στην πολιτική ζωή της χώρας – λόγω του οποίου τα κόμματα αδυνατούν να συνεννοηθούν ακόμη και στην άκρη του γκρεμού, χωρίς καν να καταλαβαίνουν πως το πρόβλημα της πατρίδας μας είναι πια καθαρά εθνικό, αφού έχει χάσει τον πόλεμο και ευρίσκεται υπό ξένη κατοχή.
Ολοκληρώνοντας, ασφαλώς θα εξυγιανθούν οι τράπεζες μετά τους πλειστηριασμούς, καθώς επίσης η ελληνική οικονομία μετά το ξεπούλημα των πάντων και την εν ψυχρώ ληστεία των ιθαγενών – μέσω των υπερβολικών φόρων, σε συνδυασμό με τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους. Η εξυγίανση όμως αυτή θα αφορά τους νέους ιδιοκτήτες της, στους οποίους θα εργασθούν ως σκλάβοι οι Έλληνες –δογματικά φιλελεύθεροι και μη.

analyst.gr/

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός6 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις18 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO18 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO48 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή