Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η εφιαλτική λύση κάτω από το τραπέζι

Δημοσιεύτηκε στις

Του Μάριου Πούλλαδου
ΤΟ ΨΕΥΤΟΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ ΔΥΟ ΚΡΑΤΩΝ Ή ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΤΗΣ ΔΔΟ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΠΟΥ ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙ

Η ΥΠΟΥΛΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ «PLAN B» ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ ΑΝΑΖΩΠΥΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΝ ΜΟΝΤΑΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΞΕΝΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ, ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΕΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΕΣ ΣΕ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ δηλώνουν στοχοπροσηλωμένοι σε λύση στη βάση της ΔΔΟ, ενώ την ίδια ώρα οργιάζουν οι φήμες που θέλουν αυτήν τη μορφή λύσης να έχει ενταφιαστεί, ειδικά μετά το Κραν Μοντανά. Το κατά πόσον οι Τούρκοι και ο ξένος παράγοντας συμμερίζονται την ίδια άποψη παραμένει να αποδειχτεί το επόμενο διάστημα

Η δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 2 Ιανουαρίου 2017 προς την Τουρκία, να περιορίσει τις απειλές και έρευνές της «εις όσα τους αναλογούν στην ΑΟΖ τής εν λόγω παράνομης οντότητας (κατεχόμενα)», πυροδότησε έναν νέο, επικίνδυνο κύκλο συζήτησης για το κατά πόσον η λύση ΔΔΟ έχει ουσιαστικά ενταφιαστεί και υποβόσκει ένα πλάνο Β, αυτό της λύσης δυο κρατών.

Η δήλωση αυτή δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά αποτελεί συνέχεια μιας σειράς γεγονότων-δημοσιευμάτων τα τελευταία χρόνια, που καλλιεργούν μια «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» λειτουργώντας εκβιαστικά προς την ελληνική πλευρά με τον εξής τρόπο: Ή θα αποδεχτούμε τις υποχωρήσεις και τον «οδυνηρό συμβιβασμό» στο πλαίσιο της ΔΔΟ για άμεση λύση ή θα τροχοδρομηθεί λύση δυο κρατών με αναγνώριση και ένταξη του ψευδοκράτους στην Ε.Ε.
Σε κάθε περίπτωση, το ψευτοδίλημμα προνοεί νομιμοποίηση της διχοτόμησης και των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής και ασφαλώς δεν είναι καθόλου άσχετο με τις ενεργειακές διεργασίες και την ανάγκη για αξιοποίηση του φυσικού αερίου. Η προώθηση της ιδέας για λύση δύο κρατών γίνεται με ύπουλο τρόπο στο εσωτερικό, προωθείται από κύκλους του διεθνούς παράγοντα και αξιολογείται ως μοχλός πίεσης από την Άγκυρα. Στο παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί μια ανασκόπηση των κύριων αναφορών για δυο κράτη μετά και το Σχέδιο Ανάν.

Η δημοσκόπηση στα κατεχόμενα

Το 2007 διεξήχθη στο ψευδοκράτος μια δημοσκόπηση σχετικά με το θέμα, με το 60% των Τουρκοκυπρίων να υποστηρίζουν ως λύση του Κυπριακού τα δυο κράτη. Ακολούθησε το 2009 μια δεύτερη, που πραγματοποιήθηκε από τo τουρκικό ίδρυμα KADEM, και έδειξε ότι 77,9% των Τ/κ υποστηρίζουν λύση δυο κρατών, με το 63% να αμφισβητούν την επιτυχία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. H αγγλόφωνη εφημερίδα «Cyprus Mail», σε editorial άρθρο της με τίτλο «It’s Time to Change» στις 13 Ιούνιου του 2009, αφήνει να εννοηθεί ότι πολλοί Ε/κ πολιτικοί είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν μια λύση δυο κρατών.

Ο Νταβούτογλου αποκαλύπτεται

Επί Προεδρίας Χριστόφια το 2011, η τουρκοκυπριακή εφημερίδα «Haberdar», επικαλούμενη διπλωματικές πηγές, παρέπεμπε στον Τούρκο τότε Υπουργό Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος έλεγε πως το «διζωνικό μοντέλο δικοινοτικής λύσης» στην Κύπρο θα εγκαταλειφθεί σε περίπτωση που η διαδικασία των διαπραγματεύσεων έρθει σε αδιέξοδο «λόγω της στάσης των Ελληνοκυπρίων ». Ο Νταβούτογλου απειλούσε, μάλιστα, ότι εάν συμβεί αυτό, οι διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα ξεκινήσουν στο μέλλον, θα βασίζονται σε δύο ανεξάρτητα κράτη».
Τον Μάρτιο του 2013 και μετά την εκλογή Αναστασιάδη στην Προεδρία, ο Αχμέτ Νταβούτογλου, φανερά ενοχλημένος από τις έρευνες και γεωτρήσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ, δήλωσε πως η Άγκυρα για πρώτη φορά έπειτα από 30 χρόνια, σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτός ο διαμοιρασμός των εσόδων από το φυσικό αέριο, θα υποστηρίξει λύση δυο κρατών.
Από τον Ιανουάριο του 2014 κλιμακώνονται οι πιέσεις, αφού υπήρχαν δημοσιεύματα στην «Χουριέτ» που ανέφεραν χαρακτηριστικά ότι «τώρα, όχι μόνο οι Τουρκοκύπριοι, αλλά και οι διεθνείς παρατηρητές έχουν αρχίσει να μιλάνε για την ανάγκη ενός “βελούδινου διαζυγίου” και πως τα δύο κράτη της νήσου να κάνουν “συμφωνία διαζυγίου” και να ενωθούν εντός της Ε.Ε.
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι τον Μάρτιο του 2014, το International Crisis Group (ICG) που εξυπηρετεί βρετανικά κυρίως συμφέροντα, δημοσιεύει μιαν ανάλυση που έχει τίτλο «Divided Cyprus: Coming to Terms on an Imperfect Reality». Στη συγκεκριμένη αναφορά σημειώνεται πως, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση ενός νέου γύρου συνομιλιών, «όλες οι πλευρές θα πρέπει να σπάσουν τα παλιά ταμπού και να συζητήσουν όλες τις πιθανές επιλογές, συμπεριλαμβανομένης της ανεξαρτησίας των Τουρκοκυπρίων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Η διάσταση του φυσικού αερίου

«Κατά τις διαπραγματεύσεις για μια ομοσπονδία, οι υπεράκτιες θαλάσσιες ζώνες έχουν θεωρηθεί ομοσπονδιακή, κοινή αρμοδιότητα. Οι Τουρκοκύπριοι έχουν αξιώσει μέρος των ενδεχόμενων μελλοντικών εσόδων, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί καν ο τρόπος για να ξεκινήσει μία διαπραγμάτευση επί του ζητήματος αυτού», αναφέρει η ανάλυση του ICG, προσθέτοντας: «Σε περίπτωση μίας λύσης δύο κρατών, οι κύριες περιοχές στα νότια του νησιού, που σήμερα πιστεύεται ότι διαθέτουν φυσικό αέριο, θα συμπεριληφθούν ξεκάθαρα στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Τουρκία έχει ήδη οριοθετήσει μονομερώς τα θαλάσσια σύνορά της με την “ΤΔΒΚ”, κυρίως στα βόρεια του νησιού. Προφανώς η διευθέτηση αυτή θα παραμείνει σε ισχύ μεταξύ της Τουρκίας και μίας ανεξάρτητης “ΤΔΒΚ”. Η σαφήνεια μίας τέτοιας νέας κατάστασης πραγμάτων θα επιτρέψει την ταχύτερη, οικονομικότερη και ασφαλέστερη εκμετάλλευση των πόρων· απαλλαγμένες από την απειλή των τουρκικών κυρώσεων, μεγαλύτερες εταιρείες θα εισέλθουν στην κυπριακή αγορά, και θα υπάρξουν περισσότερες επιλογές για εξαγωγικές οδούς».

Ο «ουδέτερος Γκουτέρες»

Την αναφορά πάντως του IGC, ότι η ΑΟΖ αποτελεί «ομοσπονδιακή αρμοδιότητα», φρόντισε να επικαιροποιήσει ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, Αντώνιο Γκουτέρες, στην πρόσφατη έκθεσή του για ανανέωση της θητείας της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, που σημείωνε χαρακτηριστικά: «Θυμάμαι ότι οι Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι ηγέτες συμφώνησαν προηγουμένως ότι οι φυσικοί πόροι σε μια ενοποιημένη Κύπρο θα ανήκουν στην αρμοδιότητα της μελλοντικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Παραμένει απαραίτητο όλα τα μέρη να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποπυροδοτήσουν τις εντάσεις». Το ΑΚΕΛ έσπευσε να μας υπενθυμίσει ότι η δήλωση περί ομοσπονδιακής αρμοδιότητας της ΑΟΖ αποτελεί «επίτευγμα» των συγκλίσεων Χριστόφια-Ταλάτ.

Η δήλωση Ερντογάν το 2014

Την 1η Σεπτεμβρίου 2014, ο επανεκλεγείς τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, στο πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο, είχε συνάντηση με τον κατοχικό πρώην ηγέτη Ντερβίς Έρογλου. Ο Ερντογάν, αφού επιβεβαίωσε υποστήριξη της Άγκυρας προς το ψευδοκράτος, δήλωσε ανοιχτά ότι ο μόνος τρόπος προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία στο Κυπριακό, ήταν μια λύση δύο κρατών με δύο ίσες οντότητες. «Είναι κοινή επιθυμία μας να καταλήξουμε σε μόνιμη και δίκαιη συμφωνία. Η ΤΔΒΚ κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να εργαστεί σε μια νέα εταιρική σχέση βασισμένη σε λύση δύο κρατών και πολιτική ισότητα», είπε ο Ερντογάν, προσθέτοντας: «Δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε σε οποιαδήποτε συμφωνία που δεν βασίζεται σε λύση δύο κρατών. Η Ελλάδα και οι Ελληνοκύπριοι πρέπει να επιδείξουν την ίδια καλή θέληση».
H ιδέα των δυο κρατών εκφράζει κυρίως την άποψη της τ/κ ελίτ, η οποία στοχεύει σε μια πολιτική διευθέτηση, όπου οι δύο κοινότητες θα διαχειρίζονται ουσιαστικά τις δικές τους υποθέσεις ως δύο ξεχωριστές κυρίαρχες πολιτείες, είτε σε μια χαλαρή συνομοσπονδία είτε σε δύο ξεχωριστές πολιτείες.

Η αιρετική λύση του Σ. Λυγερού

Η επικίνδυνη ιδέα περί λύσης δυο κρατών εμφιλοχώρησε και στην Ελλάδα, όπου δυστυχώς την ασπάστηκε και την προώθησε έμμεσα ομάδα ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων. Στις 5 Δεκεμβρίου 2014, πραγματοποιείται στην Αθήνα η βιβλιοπαρουσίαση του έργου του δημοσιογράφου Σταύρου Λυγερού, «Κυπριακό: H αιρετική λύση». Το βιβλίο προτείνει, μεταξύ άλλων, ως οδυνηρή λύση ένα «βελούδινο ημιδιαζύγιο» μεταξύ των δυο πλευρών και προβλέπει τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κυπριακών κρατών στη λογική «έδαφος έναντι αναγνώρισης», τα οποία θα συστεγάζονται υπό την ομπρέλα της Ε.Ε.

Το βιβλίο του Σελίχ

Το 2013 είχε προηγηθεί η έκδοση του βιβλίου του Τ/κ ακαδημαϊκού, γεννημένου στην Κερύνεια και τώρα Αμερικανού πολίτη, Χαλίλ Ιμπραήμ Σελίχ «Reshaping of Cyprus a two State Solution». Μέσα στο βιβλίο αναπτύσσει τις ιδέες του για το πώς η «απροθυμία των Κυπρίων και των Ελλήνων ηγετών να συμβιβαστούν στην επίτευξη ενός φιλικού διακανονισμού ενισχύει την ιδέα μιας λύσης δύο κρατών στην Κύπρο». Στο πλαίσιο αυτό παραθέτει μια σειρά από στρατηγικές, προκειμένου να υπάρξει μια «ειρηνική συνύπαρξη και μια διευθέτηση που είναι αμοιβαία επωφελής όχι μόνο για τους ηγέτες, αλλά και για τον λαό και το έθνος στο σύνολό του».

Πολίτης «καρφώνει» Αναστασιάδη

Δυο περίπου μήνες μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά, το σενάριο και τις φήμες για σκέψεις με στόχο τη λύση δυο κρατών ήρθε να ενισχύσει η εφημερίδα «Πολίτης». Συγκεκριμένα, σε πρωτοσέλιδο με τίτλο «Λύση δύο κρατών εντός της Ευρώπης», στις 27 Αυγούστου του 2017, το ρεπορτάζ αναφέρει πως μετά την τρανταχτή αποτυχία των Αναστασιάδη-Ακιντζί και των εγγυητριών να δρομολογήσουν λύση εντός του συμφωνημένου πλαισίου, οι πολιτικές ελίτ και στις δύο πλευρές φλερτάρουν με την ιδέα της λύσης των δύο κρατών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επί τη βάσει της επιστροφής εδαφών έναντι αναγνώρισης.
Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας, η συζήτηση αυτή γινόταν και πριν από το Κραν Μοντανά, άτυπα μεταξύ μελών των διαπραγματευτικών ομάδων αλλά και των διαπραγματευτών. Το όλο ζήτημα, όπως σημειώνει ο «Πολίτης», αποτέλεσε και αντικείμενο συζήτησης μεταξύ του ΠτΔ και του Μεβλούτ Τσαβούσογλου στο Κραν Μοντανά, λόγω των ανησυχιών που υπήρχαν για το κατά πόσον μια λύση θα περνούσε από δημοψηφίσματα.
Η εφημερίδα επισημαίνει πως τον Απρίλιο είχαν δει το φως της δημοσιότητας πληροφορίες πως ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναφέρθηκε σε αυτήν την πιθανότητα διχοτόμησης σε συνάντηση με εκπροσώπους των Βαρωσιωτών, κάτι που ωστόσο διέψευσε η Κυβέρνηση. Διπλωματικές πηγές δήλωσαν, ωστόσο, στον «Πολίτη» πως στους κόλπους της Ε.Ε. η ιδέα θεωρείται εντελώς μη ρεαλιστική αλλά και επικίνδυνη τόσο για την ίδια την Ένωση όσο και για την ίδια την Κύπρο.

Εκβιασμοί Ακιντζί-Ερτουγρούλογλου

Δεν είναι καθόλου απίθανο ο κατοχικός ηγέτης κατά τη συνάντηση που είχε στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο του 2017 να του μετέφερε την ιδέα για δυο κράτη. Ο ίδιος, πάντως, δήλωσε τις μέρες εκείνες τα εξής: «Ο τ/κ ‘λαός’ δεν έχει πρόθεση να γίνει μειονότητα σε ένα ενιαίο ε/κ κράτος. Ούτε και επιθυμεί να γίνει 82η επαρχία της Τουρκίας». Σε αυτήν την περίπτωση, απομένουν δύο επιλογές: μια δομή που θα βασίζεται στον διαμοιρασμό όπου θα ζούμε ισότιμα, ασφαλή και ελεύθερα χωρίς να καταδυναστεύει ο ένας τον άλλον, ή να δημιουργήσουμε και να νομιμοποιήσουμε τους όρους για να μπορούμε να ζούμε δίπλα-δίπλα, κάτω από δύο διαφορετικές δομές».
Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος, ο Ταχσίν Ερτουγρούλογλου, που παριστάνει τον «υπ.εξ.» του ψευδοκράτους, ισχυρίστηκε την ίδια περίοδο πως δεν είναι εφικτό να εξευρεθεί λύση στο Κυπριακό με τους Ελληνοκύπριους ούτε με 500 χρόνια διαπραγματεύσεων, προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι αν επαναρχίσουν οι συνομιλίες, αυτές θα διεξαχθούν μεταξύ «δύο κρατών».

Ο φιλότουρκος Τζακ Στρο

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο φιλότουρκος Βρετανός πρώην Υπουργός Εξωτερικών, Τζακ Στρο, με άρθρο του στην εφημερίδα Independent, εξέφρασε την εκτίμηση πως ήρθε η ώρα να τερματιστεί «η παρωδία ότι είναι εφικτή η εξεύρεση συμφωνίας που θα ενώσει την Κύπρο σε μια ‘διζωνική, δικοινοτική’ κυβέρνηση». Η λύση, είπε, είναι η διχοτόμηση του νησιού και η διεθνής αναγνώριση του τουρκοκυπριακού κράτους στον Βορρά. «Είναι η στιγμή, κατά την άποψή μου, για τη διεθνή κοινότητα, να αναγνωρίσει αυτήν την πραγματικότητα και να αναγνωρίσει τη διαίρεση του νησιού. Αυτό θα ήταν πολύ πιο πιθανό να βελτιώσει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, παρά να συνεχίσει την άχρηστη πορεία των διαπραγματεύσεων για μια διευθέτηση που δεν μπορεί ποτέ να γίνει», είπε.

Σκανδαλίζει ο Μακαριότατος

Στις 28 Νοεμβρίου 2017, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β, λίγες ημέρες μετά τη συνάντηση με τον ΠτΔ, μιλώντας σε νέους που επισκέφθηκαν την Αρχιεπισκοπή, είπε πως όσοι είναι κάτω των 50 ετών δεν πιστεύουν ότι μπορεί να επιτευχθεί βιώσιμη λύση ομοσπονδίας στο Κυπριακό και θα ήταν προτιμότερο να πάμε σε λύση δύο κρατών. Υπό το βάρος της δημόσιας δυσαρέσκειας και αντίδρασης, ο Αρχιεπίσκοπος την επομένη έσπευσε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, λέγοντας ότι εννοούσε δυο κράτη μέσα στην ομοσπονδία.

Η μπηχτή του Λεβέντ

Με έναν περίτεχνο τρόπο, ο αρθρογράφος της «Αφρίκα» και του «Πολίτη» Σενέρ Λεβέντ αναφέρθηκε σε σημάδια για δυο χωριστά κράτη, αφήνοντας, μάλιστα, υπονοούμενα για τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, προς τον οποίο έγραψε «κοίτα τι λέγει ο Ταλάτ. Το έχεις ψιθυρίσει στους δικούς μας, λέει. Μετά την επανεκλογή σου είσαι έτοιμος να συζητήσεις τα δυο κράτη, λέει. Μη θυμώνεις αν σε αποκάλυψε ο Ταλάτ. Κάποτε του ξεφεύγουν κάτι τέτοια. Να τον συγχωρέσεις».

Στο κόλπο και η Wikipedia;

Μέχρι και στη μεγαλύτερη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια, τη Wikipedia, δημιουργήθηκε ειδικό λήμμα «Two-state solution (Cyprus)». Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως η συγκεκριμένη σελίδα δημιουργήθηκε στις 9 Ιουλίου, μια μέρα ακριβώς μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Δημιουργός είναι ο χρήστης με το ψευδώνυμο «Greyshark09», ο οποίος, σύμφωνα με το ιστορικό του, ασχολείται με θέματα της ισραηλινο-παλαιστινιακής διένεξης, το Συριακό, θέματα Λιβύης, το Κουρδικό, ενώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για θέματα Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ύστερης αρχαιότητας στη Λεβαντίνη.

Περιμένοντας το επόμενο βήμα

Στην παρούσα φάση, η Κυβέρνηση αρνείται να παραδεχτεί πως γίνονται οποιεσδήποτε σκέψεις και σενάρια για προώθηση ενός «Plan B». ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ δηλώνουν στοχοπροσηλωμένοι σε λύση στη βάση της ΔΔΟ, ενώ την ίδια ώρα οργιάζουν οι φήμες που θέλουν αυτήν τη μορφή λύσης να έχει ενταφιαστεί, ειδικά μετά το Κραν Μοντανά. Το κατά πόσον οι Τούρκοι και ο ξένος παράγοντας συμμερίζονται την ίδια άποψη παραμένει να αποδειχτεί το επόμενο διάστημα, όπου, ανεξαρτήτως Κυβέρνησης, θα κληθούν όλοι να αποκαλύψουν τον τρόπο και τη βάση, πάνω στην οποία θα επαναρχίσουν οι όποιες συνομιλίες για το Κυπριακό.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO36 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή