Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Τουρκία σε κρίσιμο ιστορικό σταυροδρόμι

Δημοσιεύτηκε στις

Σωτήρης Δημόπουλος

http://kurdistan24.blob.core.windows.net/filemanager/resources/files/2017/12/YPGYPJTw.jpg
Μάχη του YPG με τον τουρκικό στρατό
Η Τουρκία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της, καθώς οι βασικοί άξονες επί των οποίων λειτουργούσε από την ίδρυσή της φαίνεται να ακυρώνονται. Το γεγονός αυτό την καθιστά εντελώς απρόβλεπτη, και, ως εκ τούτου, το επόμενο διάστημα είναι ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, κάτι που ο ελληνισμός, σε Ελλάδα και Κύπρο, οφείλει να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του.
Η Τουρκία συγκροτείται επί των ερειπίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μετά την, σχεδόν ολοκληρωτική, εξάλειψη του χριστιανικού στοιχείου εντός της επικράτειάς της (η τελευταία πράξη έλαβε χώρα το 1955, με τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη). Αφότου ο κοινός εχθρός εξολοθρεύθηκε, η νεαρή Τουρκική Δημοκρατία κατέστη το πεδίο ενός αδυσώπητου εσωτερικού ανταγωνισμού τριών, διαφορετικών εθνολογικών στον πυρήνα τους, συνισταμένων:

α. των δυτικόστροφων κεμαλικών, κατοίκων, επί το πλείστον, των αστικών κέντρων του δυτικού τμήματος, στους οποίους είχαν προσχωρήσει και μη σουνιτικοί πληθυσμοί, οι οποίοι επέλεξαν την κοσμική ανοχή από την ισλαμιστική καταπίεση της ούμμας.
β. των, πλέον καθυστερημένων πολιτισμικά, σουνιτών της Ανατολίας, και
γ. των Κούρδων, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εκκαθάριση των Χριστιανών, κυρίως των Αρμενίων, με τους οποίους διεκδικούσαν την κυριότητα των ίδιων εδαφών.
Η διαμάχη μεταξύ αυτών των ομάδων ήταν αδιάπτωτη επί δεκαετίες. Η ισορροπία των αντιθέσεων διατηρείτο με:
·         την στρατοκρατική δομή της κοινωνίας, δια της οποίας οι κεμαλικοί-κοσμικοί ασκούσαν ακραία καταστολή,
·         την από τα πάνω επιβολή μιας ενιαίας τουρκικής συνείδησης,
·         τη συντήρηση του σωβινισμού εναντίον των «εχθρών» του τουρκισμού, ως ενοποιητικό στοιχείο, και
·         την ενεργό συμμετοχή στους δυτικούς θεσμούς.
Η Τουρκία επέπρωτο, για δεκαετίες, να εκπληρώσει δύο βασικές αποστολές προς όφελος των δυτικών συμφερόντων:
α. να παραμείνει ως τείχος αναχαίτισης της σοβιετικής καθόδου στην Μέση Ανατολή και στις «θερμές θάλασσες», και
β. να στηρίξει την ύπαρξη του Ισραήλ σε ένα εχθρικό περιβάλλον στην ανατολική Μεσόγειο.
Ως εκ τούτου, το κεμαλικό κατεστημένο ήταν απόλυτα ελεγχόμενο από τις ΗΠΑ. Η στρατιωτική ελίτ, και όχι μόνον, εκπαιδευόταν και καθοδηγείτο από την ατλαντική υπερδύναμη.
Στις δεκαετίες αυτές, όμως, οι πληθυσμιακές ισορροπίες θα αλλάξουν ραγδαία. Η Ανατολία και οι Κούρδοι θα έχουν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά γεννήσεων[1]. Οι συσχετισμοί μεταβλήθηκαν, και μάλιστα η εσωτερική μετανάστευση, που είχε ως σκοπό και την αποδυνάμωση των αποσχιστικών κινημάτων, μετέφεραν το πρόβλημα στα κεμαλικά κοσμικά αστικά κέντρα, όπως η Κωνσταντινούπολη. Στους δε Κούρδους, το επαναστατικό πνεύμα, με τη αναμφίβολη «βοήθεια» και της Μόσχας, πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Ο κεμαλισμός ως ιδεολογία είχε αρχίσει ήδη από την δεκαετία του 1980 να μην δύναται να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες – χούντα του Εβρέν. Έκτοτε ξεκίνησε η προώθηση του Ισλάμ ως ενοποιητικής ιδεολογίας, που θα έβαζε τους Κούρδους υπό την νέα εθνική ομπρέλα, αλλά και ως όχημα επιρροής στους ισλαμικούς πληθυσμούς των αραβικών κρατών, όπου είχαν επικρατήσει μπααθικά αντιδυτικά καθεστώτα, όπως και του σοβιετικού υπογαστρίου. Να υπενθυμίσουμε ότι ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είχε πέσει το «ισλαμικό χαρτί» στο σοβιετοκρατούμενο Αφγανιστάν -αντιστρόφως στο Ιράν, το επαναστατημένο σιιτικό Ισλάμ είχε αντιαμερικανικό προσανατολισμό, και ανέκυπτε η ανάγκη για μια εναλλακτική απάντηση. Η τακτική της ενίσχυσης του Ισλάμ εκ μέρους της Δύσης δεν ήταν καινούργια, αλλά είχε εφαρμοστεί κατά κόρον και με μεγάλη επιτυχία από τη βρετανική πολιτική στο «Μεγάλο Παιχνίδι» ήδη από το 1830, όταν υποδαύλισε τις εξεγέρσεις των Τσερκέζων στον άρτι κατακτηθέντα από τη Ρωσία βόρειο Καύκασο, ώστε να κλείσει η συγκεκριμένη οδός προς την Ινδία[2].
Κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, μετά και την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, οι νέες πραγματικότητες της τουρκικής κοινωνίας εκδηλώθηκαν και πολιτικά. Η Ανατολία θα έπαιρνε τελικώς τα ηνία της εξουσίας, παραγκωνίζοντας για πρώτη φορά από το 1922 τους κεμαλιστές, έχοντας βρει στον Ερντογάν τον ηγέτη που εκπροσωπούσε τα δικά της κοινωνικο-οικονομικά συμφέροντα αλλά και τον ιδεολογικό της ορίζοντα. Η Δύση θα δώσει την ενεργό στήριξή της στον νέο προσανατολισμό της Τουρκίας. Οι στόχοι προφανείς. Το, υποτιθέμενο, μετριοπαθές τουρκικό μοντέλο του Ισλάμ, που παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και με σοβαρή προοπτική να ενταχθεί στην Ε.Ε., μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα για κάθε μουσουλμάνο. Έτσι, η Τουρκία θα καταστεί το κέντρο επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακος, που θα επιδιώξουν να αναδιαμορφώσουν τον χάρτη από τα Βαλκάνια μέχρι το ανατολικό Τουρκεστάν, και από την Λιβύη μέχρι το Ιράκ. Ιδιαίτερα, στον βόρειο άξονα, το τουρκικό Ισλάμ θα υπονομεύει καθοριστικά τη ρωσική επιρροή σε κάθε περιοχή όπου υπάρχει μουσουλμανικό στοιχείο -στα κεντροασιατικά κράτη, στο Ταταρστάν, στην Κριμαία, στον Καύκασο, σ’ ολόκληρη την βαλκανική ενδοχώρα, μέχρι τα κράσπεδα της Κεντρικής Ευρώπης. Ιδιαίτερο οργανωτικό όχημα για τη διείσδυση αυτή θα αναδειχθεί το «δίκτυο Γκιουλέν», που είναι, ταυτοχρόνως, και το «μακρύ χέρι» δυτικών υπηρεσιών. Μέσω του δικτύου, οι νέες μουσουλμανικές ελίτ ήταν στενά ελεγχόμενες. Όπως, άλλωστε συνέβη και με τον ίδιο Ερντογάν, που αναδείχθηκε από ανάλογες διαδικασίες και για τον ίδιο σκοπό.

Η στρατηγική αυτή υπήρξε για αρκετό καιρό πολύ αποδοτική. Χαρακτηριστική απόδειξη αυτής της διαπίστωσης είναι ότι ακόμη και στην Ελλάδα βρέθηκαν διανοούμενοι που έβλεπαν στον ισλαμιστή ηγέτη της γείτονος όχι απλά την πιθανότητα για μια ειρηνική γειτνίαση, αλλά το όραμα ενός βαθέος συνεταιρισμού Ελλάδος-Τουρκίας, με παραπομπή στο οθωμανικό παρελθόν.[3] Ένα σενάριο, άλλωστε, που προωθείται παλαιόθεν από διάφορους επιδοτούμενους κύκλους, και προλείανε ιδεολογικά το έδαφος για την «αποκατάσταση της παρέκκλισης» που δημιούργησε η ίδρυση ενός κυρίαρχου ελληνικού κράτους. Στη δε Κύπρο ήταν η πλειοψηφία των ελληνοκυπρίων που σταμάτησε με το «Όχι» του στο «σχέδιο Ανάν», κυριολεκτικά στο παρά ένα, την πράξη απορρόφησής του νησιού από την ισλαμική Τουρκία.
Το τουρκικό μοντέλο, ωστόσο, του δυτικόφιλου Ισλάμ κάποια στιγμή άρχισε να κλυδωνίζεται μέχρι που, αναπάντεχα, εκτροχιάστηκε εντελώς. Σήμερα, η Τουρκία  διατηρεί χείριστες σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. – πάντα πλην Μ.Βρετανίας, έχει προσεγγίσει τη Μόσχα ενώ βρίσκονται υπό απηνή διωγμό κεμαλικοί και «δίκτυο Γκιουλέν», εντός και εκτός Τουρκίας.

Τι συνέβη και φθάσαμε σ’ αυτήν την, ιστορικών διαστάσεων, ανατροπή της τουρκικής πολιτικής; Τι πήγε λάθος στον κεντρικό σχεδιασμό των κέντρων που στήριξαν την επιλογή Ερντογάν; Τι δεν είχαν προβλέψει σωστά;
Είναι προφανές ότι εδώ συνέπεσε ένας συνδυασμός υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών.

Κατ’ αρχάς, ο Ερντογάν δεν υποκρινόταν για τα όσα διακήρυττε αλλά τα πίστευε ακράδαντα. Το νεο-οθωμανικό δόγμα, που διατύπωσε στις λεπτομέρειές του ο Νταβούτογλου, ο νεο-σουλτάνος το ενστερνίζεται από το α μέχρι το ωμέγα. Είναι πεπεισμένος ότι αυτός θα αποκαταστήσει το «μεγαλείο» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ίσως μάλιστα ως εκλεκτός του Αλλάχ, υποτάσσοντας, όπου χρειάζεται τις χώρες που στασίασαν και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Ο ρόλος, λοιπόν, μιας Τουρκίας ως περιφερειακής μόνον υπερδύναμης, που θα λειτουργούσε ως ατζέντης των συμφερόντων των ΗΠΑ και συμπληρωματικά με το Ισραήλ, του έπεφτε «στενός». Επεδίωξε, επομένως, την χειραφέτησή του από τις ξένες επιρροές για να επιβάλει τη δική του ατζέντα. Η μεγαλομανία, προφανώς, του συσκότισε τη δυνατότητα της αντικειμενικής αντίληψης των δεδομένων, αλλά σε κάθε περίπτωση δημιούργησε τετελεσμένα.

Επιπλέον, η πίστη του στο Ισλάμ, και η πρόθεσή του να αναδειχθεί σε χαλίφη, εκτός από σουλτάνο, τον ώθησε να επιδιώξει την ανάδειξή του σε ηγέτη όλου του ισλαμικού κόσμου. Για τον λόγο αυτό επέλεξε να κτυπήσει στο σημείο που «πονάει» περισσότερο τους απανταχού μουσουλμάνους, το Ισραήλ! Η αυτοαναγόρευσή του σε προστάτη των Παλαιστινίων ήταν μια δική του «θεόπνευστη» έμπνευση. Η επίθεση στον Σιμόν Πέρες στο Νταβός, το «Μαβί Μαρμαρά» στη Γάζα και η ακραία αντϊεβραϊκή ρητορεία του έσπασαν, στην ουσία, τον έναν από τους δύο άξονες, πάνω στους οποίους η Δύση είχε τροχοδρομήσει την Τουρκική Δημοκρατία. Γιατί χωρίς την Τουρκία, το Ισραήλ βρίσκεται εκτεθειμένο σε μια θάλασσα αραβικών και περσικών μαζών, που όσο και αν «σφάζονται» μεταξύ τους, κανείς δεν εγγυάται για το τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα. Παρεμπιπτόντως, και για να μην μένουν ψευδαισθήσεις, ας σημειωθεί ότι ο ανταγωνισμός Τουρκίας-Ισραήλ ήταν ο βασικός παράγων του φιάσκου των πρόσφατων διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, και όχι, δυστυχώς, η, ανύπαρκτη, αντίσταση της ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς, που έδινε αφειδώς «γη και ύδωρ» στους Τούρκους.

Ανάμεσα στις αντικειμενικές αιτίες, εξέχουσα θέση κατέχει η παταγώδης αποτυχία της «Αραβικής Άνοιξης». Η Άγκυρα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα σε Αίγυπτο και Συρία. Μπορεί η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ να πλήρωναν αδρά, και διάφορες «υπηρεσίες» να οργάνωναν, η Τουρκία, όμως, ήταν αυτή που εμφανιζόταν ως το κράτος-μοντέλο και κέντρο του νέου πολιτικού ισλαμικού τόξου από την Β. Αφρική μέχρι την Ευρώπη, μέσω της Μ. Ανατολής. Η ανατροπή, ωστόσο, του Μόρσι από την στρατιωτική ελίτ της Αιγύπτου, η αντοχή του Άσαντ και η πολεμική ικανότητα των Κούρδων γύρισαν ως μπούμερανγκ την νεο-οθωμανική επεκτατικότητα των Τούρκων. Γιατί, στο τέλος, αντί να επεκτείνονται, αναγκάζονται να αμυνθούν ώστε να μην φουντώσει η «φωτιά» στο εσωτερικό της χώρας. Η αγωνία του Ερντογάν έφθασε στα όρια της παραφροσύνης, καθώς η επιτυχής διαχείριση του κουρδικού συνιστά το βασικό κριτήριο για την παραμονή μια πολιτικής δύναμης στην τουρκική εξουσία. Το άγχος του δε επιτάθηκε από την διαπίστωση ότι οι ΗΠΑ, εξ ανάγκης, βρήκαν στο YPG, παρακλάδι του ΡΚΚ στη Συρία, την κύρια δύναμη πυρός για να κρατηθούν στο παιχνίδι, ιδιαίτερα μετά την αναπάντεχη είσοδο των Ρώσων, που θα άλλαζε καταλυτικά τις ισορροπίες δεκαετιών στον μεσανατολικό χάρτη. Αφού, πέρασε μια περίοδο που η Τουρκία έγινε, κυριολεκτικά, εχθρός με όλους ανεξαιρέτως, ο Ερντογάν άρχισε να ερωτοτροπεί με τη Μόσχα, παρά τις εντάσεις μεταξύ τους, αντιλαμβανόμενος ότι μόνον από τον Πούτιν θα μπορούσε να λάβει την άδεια για να κινηθεί εντός της Συρίας. Έτσι, όμως, διέβη τον Ρουβίκωνα, και εκδηλώθηκε το, αποτυχημένο, πραξικόπημα – που, όποια θεωρία συνωμοσίας και να κυκλοφορεί κάνει «μπαμ» ότι σχετίζεται με ξένες υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα θα είναι, τελικώς, ακριβώς το αντίστροφο από αυτό που, μάλλον είχαν υπ’ όψιν τους οι εμπνευστές του. Ο Ερντογάν, απελπισμένος και αγριεμένος, πέφτει ολοκληρωτικά στις αγκάλες του Πούτιν, εντείνοντας την εσωτερική καταστολή και κόβοντας κι άλλο τις γέφυρες με τη Δύση. Ως εκ τούτου, έσπασε και ο δεύτερος βασικός άξονας της λειτουργίας του τουρκικού κράτους. Αντί η Τουρκία να συνιστά την αιχμή του δόρατος στην υπονόμευση της ρωσικής απειλής, καθίσταται ο χώρος της απρόσκοπτης επικοινωνίας του ρωσικού στρατού με την Μ. Ανατολή και την Μεσόγειο. Αυτό, μάλλον, δεν θα υπήρχε ούτε στα χειρότερα σενάρια του ΝΑΤΟ.

Αυτή τη στιγμή, παρά το γεγονός ότι τουρκικός στρατός επιχειρεί εντός του συριακού εδάφυς, στο τρίγωνο Τζαραμπλούς- Αλ Μπαμπ- Αζάζ και νοτίως του κουρδικού καντονιού Αφρίν, στην επαρχία Ιντλίμπ, η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα μπορέσει να αποτρέψει τη δημιουργία μιας κουρδικής οντότητας στα νότιά της σύνορα. Ούτε οι Αμερικανοί, εννοείται και οι Ισραηλινοί, θα εγκαταλείψουν τους βασικούς τους συμμάχους στη Συρία, αλλά ούτε και οι Ρώσοι είναι διατεθειμένοι να χαρίσουν τους Κούρδους εξ ολοκλήρου στην αμερικανική επιρροή. Ο κίνδυνος για την εσωτερική ενότητα της Τουρκίας είναι θανάσιμος. Η αίσθηση της απειλής εκδηλώνεται, άλλωστε, στην όξυνση του εσωτερικού εθνικιστικού λόγου, όπου ισλαμιστές και κεμαλιστές πλειοδοτούν στη σωβινιστική ρητορεία.
Για τη Δύση, η Τουρκία παραμένει υπερπολύτιμη και επιδιώκει παντί τρόπω να την επαναφέρει στο δυτικό «μαντρί», θέτοντας ένα τέλος στην ρωσο-τουρκική συνεργασία, που διευρύνεται εντέχνως από τον Πούτιν ως ιστός αράχνης, όπως και στην όποια προσέγγιση Άγκυρας-Τεχεράνης. Ωστόσο, άμεσα αυτό φαντάζει αδύνατο. Η παράδοση των Κούρδων της Συρίας στις ορέξεις του τουρκικού στρατού συνεπάγεται την πανωλεθρία της αμερικανικής πολιτικής στην Μέση Ανατολή. Πέραν τούτου, ένας θριαμβευτής Ερντογάν θα γίνει ακόμη πιο αλαζονικός και απρόβλεπτος. Μια φορά έγινε το λάθος.

Για το λόγο αυτό οι «προσφορές» προς την Άγκυρα γίνονται στα δυτικά της Τουρκίας, ήγουν έναντι του «γονατισμένου» ελληνισμού. Τόσο η διαδικασία «επίλυσης» του κυπριακού, όσο και οι αναζωπυρωμένες ελληνο-τουρκικές επαφές, με κορυφαία την επίσκεψη φιάσκο του σουλτάνου  σε Αθήνα και Θράκη, έχουν εντός τους προσφερόμενα «δώρα» προς το τουρκικό σωβινισμό. «Δώρα», ωστόσο, τα οποία ούτε τα επινόησαν οι Δαναοί, ούτε είναι προς όφελός τους.
Παρ’ όλα αυτά για τον Ερντογάν οι προσφορές αυτές δεν επαρκούν.
·  
       Οι δωρεές στα δυτικά δεν επιθυμεί να γίνουν σε ζημία των συμφερόντων της Τουρκίας στον νότο, με πιθανές συνέπειες για την ακεραιότητά της στο βάθος του χρόνου.
·         Η επιδίωξη είναι κέρδη παντού, και μάλιστα, όχι στα ποσοστά που προσφέρονται, αλλά πολύ περισσότερο. Έτσι, στην Κύπρο, ο στόχος της Άγκυρας παραμένει να είναι ο ελέγχου ολόκληρου του νησιού, και όχι ενός τμήματος. Και για τούτο δεν συναινεί σε μια «λύση», όπου, μετά από την βέβαιη κατάρρευση της εφαρμογής ενός μοντέλου τύπου Κραν Μοντανά, να έχουν τρίτοι τη διαχείριση του χάους της επόμενης ημέρας.

·         Στο Αιγαίο και στην Θράκη, οι Τούρκοι θέλουν να επιβάλουν με την απειλή της βίας την αλλαγή των ισορροπιών. Ενώ από τους δυτικούς ουσιαστικά προωθείται μια ελληνο-τουρκική συνεκμετάλλευση των πόρων υπό την αμερικανική υψηλή επιστασία -που ίσως συνοδεύεται και από την ύψωση φραγμών στην κάθοδο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού μέσω του Αιγαίου- για την Τουρκία η απειλή πολέμου, που θα έβαζε φωτιά στον νοτιοανατολικό σκέλος του ΝΑΤΟ, χρησιμοποιείται για τον εκβιασμό στο μέτωπο της Συρίας και στον καταμερισμό των ενεργειακών πόρων στην νοτιο-ανατολικό Μεσόγειο.

·         Παράλληλα, η ανθελληνική υστερία, και μάλιστα από κεμαλιστές και ισλαμιστές, σκοπεύει στη συσπείρωση της τουρκικής κοινωνίας, στην οποία επικρατούν οι πιο ακραίες απόψεις. Το στοιχείο αυτό είναι καθοριστικό για την αποτροπή μιας σφοδρής σύγκρουσης μεταξύ των ισλαμιστών με τους κεμαλιστές, που πάντα καραδοκεί και αναβάλλεται λόγω κουρδικού.

Θα μπορούσε, επομένως ο Ερντογάν, εγκλωβισμένος στα αδιέξοδά του και πιεζόμενος από την αντιπολίτευση, να κάνει την παραπάνω κίνηση έναντι της Ελλάδος; Το πιθανότερο είναι να συνεχίσει να πιέζει εξαντλώντας κάθε μέσο, ίσως φοβούμενος ότι μια αναταραχή θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια εκ νέου απόπειρα ανατροπής του. Ωστόσο, πολλά θα κριθούν από τα τετελεσμένα στη Συρία, όπου οι πολεμικές συγκρούσεις οδηγούνται σ’ ένα σημείο αιχμής, όπου μοιραία απαιτείται κάποια συνολική διευθέτηση. Να μην λησμονείται σ’ αυτό το σημείο και το γεγονός ότι οι ελεγχόμενοι από το ΝΑΤΟ ανώτατοι αξιωματικοί έχουν εκδιωχθεί από τον τουρκικό στρατό, κι αυτό μειώνει τα περιθώρια συγκράτησης του παρορμητικού Ερντογάν.
Εν κατακλείδι, από πλευράς ελληνισμού αυτό που απαιτείται αυτήν τη στιγμή είναι να πάψει πλέον να ζει με τις ψευδαισθήσεις του και να αντιμετωπίσει με σθεναρή ματιά την πραγματικότητα, στοχεύοντας, κυρίως, στην εσωτερική του, οικονομική, στρατιωτική και ηθικο-ιδεολογική ανασυγκρότηση. Δυστυχώς, είμαστε ακόμη πολύ μακριά απ’ αυτό το σημείο, όπως καταδεικνύουν τα γεγονότα και στην Ελλάδα, με τα όσα συνέβησαν με την επίσκεψη Ερντογάν αλλά και με τα όσα ακολούθησαν, και στην Κύπρο, όπου οδεύουμε σε προεδρικές εκλογές στις οποίες οι πολίτες φαίνεται να είναι έτοιμοι να επικροτήσουν για μια ακόμη φορά τις πολιτικές της εθελοδουλίας.
[1] Εξαιρετικά κατατοπιστικό και διεισδυτικό για τις δημογραφικές τάσεις της τουρκικής κοινωνίας, το βιβλίο του Δημητρίου Πουλάκου «Η σύγχρονος Τουρκία -κοινωνικά και οικονομικά θέματα», εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών -ΙΜΧΑ, Αθήνα 1957.
[2] Στο κλασικό του, πλέον, βιβλίο «The Great Game – The Struggle forEmpire in Central Asia», ο Peter Hopkirk περιγράφει πολύ γλαφυρά τις επιχειρήσεις των ισλαμικών εξεγέρσεων εναντίον της Ρωσίας, που επαναλαμβάνονταν κάθε φορά όποτε και όπου υπήρχε ανάγκη. Η πρώτη μυστική επιχείρηση έλαβε χώρα στο Β. Καύκασο, και καθοδηγήθηκε από τον David Urquhart, ο οποίος από φιλέλληνας εθελοντής στον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας, έγινε θαυμαστής και στενός συνεργάτης των Τούρκων (στην εκδ. Kodansha, 1994, σελ. 153-164).
[3] Είναι χαρακτηριστικά τα όσα έγραφε ο Χ.Γιανναράς στις 10.6.2007 στην «Καθημερινή»: «Μια τέταρτη εκδοχή θα μπορούσε ίσως να αρχίσει να συζητείται: [ ] Η εκδοχή ή το ενδεχόμενο μιας πολιτικής προσέγγισης Ελλάδας και Τουρκίας σε επίπεδο μετα-εθνικιστικό» και «Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η ανεκτικότερη στη συνύπαρξη κοινωνικών ομάδων με τη δική της η καθεμιά κοινωνική-πολιτιστική συνοχή. Ομάδων [ ] που ωστόσο συζούσαν αρμονικά και κοινωνούσαν τη χρεία, όχι και την πίστη».
__________________________________________-

Ο Σωτήρης Δημόπουλος είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου & Πτυχιούχος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Κιέβου. Εργάζεται ως Πολιτικός Αναλυτής.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή