Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το ξεπούλημα των Κούρδων από την Ουάσινγκτον έχει μεγάλο ιστορικό: Ρωσία και ΝΑΤΟ – το ίδιο συνδικάτο

Δημοσιεύτηκε στις

Kurds with placards demonstrate against the Turkish invasion to the North Syrian province of Afrin and the attack on the SDF forces of the Kurds and Arab militia, in Athens, Greece, 23 January 2018. Reports state on 20 January 2018 that the Turkish army is on an operation named ‘Operation Olive Branch’ in Syria’s northern regions against the Kurdish Popular Protection Units (YPG) forces which control the city of Afrin. Turkey classifies the YPG as a terrorist organization. EPA/ALEXANDROS BELTES
Toυ Μάριου Ευρυβιάδη
Το γνωστό ΝΑΤΟ- North Atlantic Treaty Organization, Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου- ιδρύθηκε το 1949 στην αμερικανική πρωτεύουσα, την Ουάσινγκτον. Στο προοίμιο διαβάζουμε: “Τα μέλη αυτού του Συμφώνου επαναβεβαιώνουν την πίστη τους στους σκοπούς και στις αρχές της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών και την θέλησή τους να ζήσουν ειρηνικά με όλους τους λαούς και όλες τις κυβερνήσεις. 
Είναι αποφασισμένα να διαφυλάξουν την ελευθερία, την κοινή κληρονομιά και πολιτισμό των λαών τους, που οικοδομήθηκαν πάνω στις αρχές της δημοκρατίας, των ατομικών ελευθεριών και στην κυριαρχία (σεβασμό) του νόμου. Επιδιώκουν να προωθήσουν τη σταθερότητα και ευημερία στην περιοχή του Βορείου Ατλαντικού. Είναι αποφασισμένα  να ενοποιήσουν τις προσπάθειές τους για συλλογική άμυνα και τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ασφάλειας. Και για το λόγο αυτό δημιουργούν το Σύμφωνο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Για να μην κουράζω, θα περιοριστώ μόνο στο Πρώτο Άρθρο του καταστατικού του ΝΑΤΟ, όπου  επίσης διαβάζουμε: «Τα Μέρη αναλαμβάνουν, όπως λέει η Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, να διευθετούν την οποιαδήποτε διεθνή διένεξη στην οποία εμπλέκονται με ειρηνικά μέσα και με τέτοιο τρόπο ώστε η διεθνής ειρήνη, η  ασφάλεια και η δικαιοσύνη να μην διακινδυνεύονται, και να αποφεύγουν στις διεθνείς τους σχέσεις να απειλούν ή να χρησιμοποιούν βία κατά  οποιαδήποτε τρόπο που να μήν  είναι συμβατός με τους στόχους των Ηνωμένων Εθνών».
Στην πραγματικότητα,  αν διαβαστεί όλο το καταστατικό του ΝΑΤΟ θα δούμε πως είναι  πιο προχωρημένο από τη Χάρτα του  ΟΗΕ! Επιπλέον όποιος διαβάσει ολόκληρο το καταστατικό δεν θα απαντήσει πουθενά τη λέξη “συμμαχία”. Η λέξη αποφεύγεται όπως αποφεύγει ο διάβολος το λιβάνι. “Οργανισμό” επέμεναν να χαρακτηρίζουν το ΝΑΤΟ οι ιδρυτές του, οι αμερικάνοι, ένα οργανισμό που αποκτούσε διεθνή νομιμότητα και  υπόσταση ως “περιφερειακός  οργανισμός”, μόνο στα πλαίσια της Χάρτας του ΟΗΕ (Κεφάλαιο VIII). Η απαραίτητη αυτή νομιμότητα προκύπτει μόνο επειδή  οι όποιες δραστηριότητες του όποιου περιφερειακού Οργανισμού έπρεπε και πρέπει να έχουν τη έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Και ακριβώς αυτό λέει το Άρθρο 1 του καταστατικού του ΝΑΤΟ.
Οι Αμερικάνοι είχαν ένα πολύ σημαντικό  λόγο  να αποφύγουν τη λέξη “συμμαχία”. Γνώριζαν πως το Κογκρέσο δεν θα εκταμίευε ένα δολάριο για τη χρηματοδότηση του ΝΑΤΟ (οι Αμερικάνοι καλύπτουν περισσότερα από 70% των εξόδων του) αν αυτό παρουσιάζονταν ως στρατιωτική συμμαχία η οποία στο μυαλό όλων θα παράπεμπε σε πολέμους και συγκρούσεις, όπως πριν το 1945. Επιπλέον το Κογκρέσο επέμενε και  εξασφάλισε πως οι ΗΠΑ δεν δεσμεύονται να βοηθήσουν στρατιωτικά και αυτόματα κανένα μέλος  του ΝΑΤΟ που θα ζητήσει βοήθεια, εκτός εάν η αμερικανική κυβέρνηση συνδράμει το όποιο μέλος που ζητήσει βοήθεια διότι η ίδια αποφάσισε πως έτσι εξυπηρετείται το δικό της εθνικό συμφέρον. Όλα όσα γράφονται περί “συμμαχικής αλληλεγγύης” και “συλλογικής ασφάλειας” είναι επιεικώς αφελή.  Αναγνωρίζει και ταυτίζει  κανείς σήμερα τις παραπάνω “αυτοπροσδιοριζόμενες” προδιαγραφές του Οργανισμού του Βορειοατλανικού Συμφώνου, με τις συμπεριφορές του ΝΑΤΟ; “Νατοϊκή συμμαχία” την ανεβοκατεβάζουν και την περιγράφουν. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αναφέρω μόνο – διότι το ζήσαμε με τραγικές συνέπειες- την τραγελαφική χούντα των Αθηνών. Η χούντα κατέλαβε την εξουσία το 1967, ακύρωσε τις ελευθερίες των Ελλήνων- και μας έφερε το προδοτικό πραξικόπημα στην Κύπρο- χρησιμοποιώντας υφιστάμενα νατοϊκά σχέδια. Υπήρξε τόσο το “μεγαλείο” της ελληνικής χούντας, ώστε αξιωματούχος του αμερικανικού Πενταγώνου την χαρακτήρισε ως “the best damn government since Pericles”!
Μεταψυχροπολεμικά,  από που να αρχίσει και να τελειώσει κανείς; Από τη νατοϊκή διάλυση της Γιουγκοσλαβίας; Το Κόσσοβο; – το “κράτος” που διοικείται από εμπόρους ναρκωτικών και εμπόρους ανθρωπίνων οργάνων-  και το οποίο θέλουν να εντάξουν στην Συμμαχία τους, ακόμη και στην ΕΕ; Να πάμε μήπως στην Λιβύη; Γράφω το παρόν κείμενο με αφορμή το πράσινο φως που δόθηκε από Δύση και Ανατολή  στον ισλαμιστή ηγέτη της Νατοϊκης Τουρκίας- χώρας υποστηρικτή των αποκεφαλιστών τρομοκρατών του Ισλαμικού κράτους- να εισβάλει, για τέταρτη φορά από το 2011, στη Συρία και να σφάζει κατά το δοκούν Κούρδους μαχητές και  άμαχους πολίτες, χρησιμοποιώντας νατοϊκά όπλα και  έχοντας την ανοχή του ΝΑΤΟ.
Νατοϊκοί προπαγανδιστές της Τουρκίας
Διαβάστε στο διαδίκτυο την ομιλία της  Αναπληρώτριας Γραμματέας του ΝΑΤΟ (Deputy Secretary General) Rose Gottemoeller που έκανε στην Πόλη  στις 22 του μηνός,  δυο μέρες μετά την έναρξη της τουρκικής εισβολής στη Συρία, που φέρει τον οργουελιανό τίτλο, “Επιχείρηση Κλάδος Ελαίας”. (Μεταψυχροπολεμικά όλες οι νατοϊκες επιχειρήσεις φέρουν τέτοιους πομπώδεις τίτλους, επειδή  όλες είναι “ανθρωπιστικές” και σκοπεύουν στην “ειρήνη”, όπως ακριβώς επιβάλει το νατοϊκό καταστατικό). Ο τίτλος και μόνο της ομιλίας της, αφήνει πίσω όχι μόνο τον Όργουελ αλλά και τον Γκέπελς του Χίτλερ. “Defending the Treasure of Peace and Security” είναι ο τίτλος που επέλεξαν οι Νατοϊκοί προπαγανδιστές για την κυρία, τη στιγμή που παραδίπλα  στη Συρία ο νατοικός στρατός της Τουρκίας έχει πάθει αμόκ. Γίνεται αντιληπτό πως τα εγκώμια της κυρίας για τον “αναντικατάστατο” νατοϊκό της σύμμαχο και “παραγωγό” της ειρήνης στη Συρία, είναι απερίγραπτα. Και ναι, η νατοϊκή Τουρκία “δικαιωματικά” εισβάλει στη Συρία, μας λέει η κυρία Αναπληρώτρια. Και  έχει δίκιο. Πως αλλιώς θα οικοδομηθεί η “νατοϊκο-τουρκική ειρήνη” και θα ηττηθεί η “διεθνής τρομοκρατία” η οποία, κατά την κυρία,  απειλεί πρωτίστως  την Τουρκία – που υποφέρει όσο καμια άλλη χώρα- και μετά την Τουρκία  υποφέρουν και όλες οι υπόλοιπες χώρες; Πράγματι, πώς;
Η σιωπή του Πούτιν για την εισβολή στην Αφρίν
Πάντως τη νατοϊκή υποκρισία στο ζήτημα της ανοχής και ενθάρρυνσης των πολεμοχαρών συμπεριφορών της Τουρκίας (μόνο η Γαλλία προσπάθησε να διαφοροποιηθεί αλλά πολύ γρήγορα ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν ευθυγραμμίστηκε) έρχεται τώρα συναγωνιστεί  και η Ρωσία του Πούτιν. Μια εκκωφαντική σιωπή “ακούγεται” από  τη Μόσχα από τις 20 Ιανουαρίου, όταν άρχισε η  τουρκική εισβολή στις κουρδικές περιοχές του Αφρίν, στη Συρία. Και όχι χωρίς λόγο. Ο Πούτιν κέρδισε το ηθικό πεδίο της μάχης έναντι των Δυτικών,  με τη στρατηγική παρέμβαση του στη Συρία. Ο Ρώσος ηγέτης το έπραξε για  διάφορους λόγους με στόχο, πάντοτε, την εξυπηρέτηση των στρατηγικών  συμφερόντων της Μόσχας. Όμως επειδή η ρωσική επέμβαση έγινε κατόπιν πρόσκλησης της νόμιμης κυβέρνησης της Συρίας για την καταπολέμηση των τρομοκρατών- και αντίθετα με τις αυθαίρετες και  παράνομες επεμβάσεις της Τουρκίας και των ΗΠΑ  υπέρ των τρομοκρατικών οργανώσεων- η ρωσική επέμβαση είχε θέτικη απήχηση διεθνώς. Επιπλέον η επέμβαση,  δίνοντας θανατηφόρο πλήγμα κατά των τρομοκρατών του ισλαμικού κράτους, περιόρισε τους θανάτους αμάχων και την προσφυγιά.
Στην κατίσχυση του ισλαμικού κράτους και των αποκεφαλιστών,  η συνδρομή των Κούρδων της Συρίας υπήρξε καθοριστική. Πλήρωσαν ένα μεγάλο τίμημα και το αντάλλαγμα που ζητούν είναι να έχουν αυτονομία στις περιοχές της Συρίας που ιστορικά κατέχουν. Τώρα όμως  που ηττήθηκε το ισλαμικό κράτος,  οι προτεραιότητες των κυρίως παικτών έχουν αλλάξει. Οι ΗΠΑ, σε αγαστή συνεργασία με το Ισραήλ, επανήλθαν στη αρχική τους στρατηγική και ξαναστήνουν σκηνικό στη Συρία με στόχο την ανατροπή των Μουλάδων του Ιράν, μια στρατηγική που προϋποθέτει την ανατροπή του φιλοϊρανικού καθεστώτος του Άσαντ της Συρίας. Γι’ αυτό οπλίζουν τους αντικαθεστωτικούς,  ενώ εγκαταλείπουν τους Κούρδους της Συρίας – την μέχρι τώρα αιχμή του δόρατος στο έδαφος για την κατίσχυση του Ισλαμικού κράτους. Το ξεπούλημα των Κούρδων από την Ουάσινγκτον έχει μεγάλο ιστορικό που πάει πίσω στην εποχή Κίσσινγκερ. Ο τελευταίος, όταν οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν τους Κούρδους του Ιράκ στο έλεος των δικτατόρων του Ιράν και του Ιράκ, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, είπε και το περιβόητο “η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να μπερδεύεται με την ιεραποστολική”!.
Όσο για τη Ρωσία του Πούτιν,  οικοδομεί εδώ και  μήνες αγαστή συνεργασία με την Τουρκία του δικτάτορα και ισλαμιστή Ερντογάν,  σε πολλαπλά επίπεδα.  Διατηρεί μεν  την υποστήριξη της προς το καθεστώς της Συρίας,  αλλά έχει  προφανώς αποφασίσει, και αυτή, πως οι πάλαι ποτέ Κούρδοι σύμμαχοί της, είναι αναλώσιμοι. Και τους πρόδωσε στον Ερντογάν. Έδωσε στον τελευταίο το ήμισυ των επιθυμιών του. Όχι  τον Άσαντ, βέβαια,  αλλά τους Κούρδους τις  Συρίας. Επέτρεψε στον Ερντογάν να έχει  ελεύθερη χρήση του εναέριου χώρου της Συρίας δυτικά του Ευφράτη που αυτή ελέγχει και απέσυρε τις  όποιες δυνάμεις  είχε στην περιοχή του Αφρίν. Από την αρχή αυτό ακριβώς επεδίωκε ο Τούρκος δικτάτορας. Και το πράσινο φως το πήρε τελικά από τον Πούτιν.
Δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας αναδεικνύοντας- για νιοστή φορά-  τον κυνισμό και την υποκρισία των πολιτικών των μεγάλων δυνάμεων στο “παιγνίδι των εθνών” στο διακρατικό σύστημα. Όμως τα αδύναμα κράτη και οι λαοί  εύκολα ξεχνούν και παρασύρονται από  εφήμερες υποσχέσεις των ισχυρών προσδοκώντας οφέλη, με κυρίαρχο αυτό της ασφάλειας και της διαφύλαξης της ελευθερίας τους. Στην περίπτωση των Κούρδων αυτό συμβαίνει διότι λόγω ιστορικών συγκυριών δεν απέκτησαν ποτέ κράτος ή κράτη. Τα κράτη και δη τα δημοκρατικά κράτη,  αποτελούν τον φορέα συλλογικής ασφάλειας αλλά και ευημερίας των πολιτών τους. Ταυτόχρονα οι δημοκρατικοί πολίτες λειτουργούν ως ασπίδα του κράτους και το διαφυλάττουν σαν τα μάτια τους. Δεν το πολεμούν, δεν το υποσκάπτουν και δεν το ξεπουλούν σε κανένα.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή