Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι ΗΠΑ «έριξαν» τη Ρωσία – είδηση ακατάλληλη για δημοσίευση

Δημοσιεύτηκε στις

https://slpress.gr/wp-content/uploads/2018/01/prodosia-1.png

του Στήβεν Κοέν 
Στα νέα στοιχεία ότι η Ουάσινγκτον αθέτησε την υπόσχεσή της να μην εξαπλωθεί το ΝΑΤΟ ούτε μία «ίντσα» ανατολικά – μια μοιραία απόφαση που έχει συνέπειες μέχρι και σήμερα – απέφυγαν να αναφερθούν οι New York Times αλλά και άλλα ΜΜΕ διαμόρφωσης πολιτικής. Ο Στήβεν Κοέν, ομότιμος καθηγητής Ρωσικών Σπουδών και Πολιτικής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και του Πρίνστον και ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τζων Μπάτσχελορ συνεχίζουν την συνηθισμένη συζήτησή τους για τον νέο ψυχρό πόλεμο ΗΠΑ-Ρωσίας (η συνέντευξη είναι διαθέσιμη παρακάτω σε δύο μέρη).

Ο Κοέν επιστρέφει σε ένα θέμα με το οποίο έχει ασχοληθεί επανειλημμένα από την δεκαετία του 1990, τον αντιεπαγγελματισμό των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης όταν καλύπτουν γεγονότα που αφορούν στην Ρωσία. Αυτή τη φορά όμως έχει ένα νέο και εξαιρετικά ενδεικτικό παράδειγμα, το οποίο είναι ταυτόχρονα ιστορικό αλλά και βαθιά σύγχρονο. Υπήρξαν τρεις σημαντικές περιπτώσεις ενός τέτοιου αντιεπαγγελματισμού στο παρελθόν. 

Η πρώτη ήταν όταν οι αμερικανικές εφημερίδες και ειδικά η New York Times, παραπλάνησαν τους αναγνώστες ότι οι κομμουνιστές δεν μπορούσαν να κερδίσουν τον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο του 1918-20, σύμφωνα και με μια μελέτη των Γουόλτερ Λίπμαν και Τσαρλς Μερζ, η οποία εκδόθηκε ως ένθετο του περιοδικού New Republic, στις 4 Αυγούστου 1920. Κάποτε η μελέτη αυτή θεωρείτο υποδειγματική, αποτελώντας αντικείμενο εργασίας στις σχολές δημοσιογραφίας, αλλά μάλλον κάτι τέτοιο δεν ισχύει πλέον. 

Η δεύτερη περίπτωση ήταν κατά την δεκαετία του 1990, όταν ουσιαστικά όλα τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης της Αμερικής, έντυπα και ηλεκτρονικά, κάλυπταν τις «μεταρρυθμίσεις» του Ρώσου προέδρου Μπορίς Γιέλτσιν, τις οποίες υποστήριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Γιέλτσιν λεηλάτησε και φτώχυνε τον λαό του αλλά οι μεταρρυθμίσεις του προβλήθηκαν από τα αμερικανικά μέσα ως μια ευεργετική «μετάβαση στην δημοκρατία και τον καπιταλισμό» και στο «είδος της Ρωσίας που θέλουμε».

Η τρίτη και τρέχουσα περίπτωση γεννήθηκε μέσα από την δεύτερη, αλλά εξαπλώθηκε γρήγορα από τα ΜΜΕ στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με την δαιμονοποίηση του Βλάντιμιρ Πούτιν, διαδόχου του Γιέλτσιν. Τώρα, μέσα από την κάλυψη από τα κυρίαρχα μέσα του νέου ψυχρού πολέμου, προβάλλεται ο ισχυρισμός στον οποίο βασίζεται το Russiagate, ότι «η Ρωσία επιτέθηκε στην αμερικανική δημοκρατία το 2016» και πολλά άλλα σχετικά. Αυτή η ερμηνεία ίσως είναι η χειρότερη και σίγουρα η πιο επικίνδυνη.
Ο αντιεπαγγελματισμός στα ΜΜΕ περιλαμβάνει πολλά στοιχεία. Επιλεκτική χρήση γεγονότων – κάποια από τα οποία ανεπιβεβαίωτα. Εξαιρετικά αμφισβητούμενες περιγραφές ή ρεπορτάζ βασισμένα σε «γεγονότα» και αναμεμειγμένα με σχόλια του συντάκτη, τα οποία παρουσιάζονται ως «αναλύσεις», στηριγμένες σε προσεκτικά επιλεγμένες «ειδικές πηγές» – συχνά ανώνυμες. Ενίσχυση των ρεπορτάζ αυτών από επίσης προσεκτικά επιλεγμένους διαμορφωτές γνώμης.
Παράλληλα, ακολουθείται συστηματικά η πρακτική να αποκλείονται όσες εξελίξεις και γνώμες δεν συμφωνούν με το αξιοσέβαστο ρητό των Times «Όλες οι ειδήσεις που είναι κατάλληλες να τυπωθούν». Όταν όμως το θέμα αφορά στην Ρωσία, οι Times αποφασίζουν με πολιτικό κριτήριο τι είναι κατάλληλο να ειπωθεί και τι όχι. Και έτσι έχουμε το πιο πρόσφατο αλλά εξαιρετικά σημαντικό παράδειγμα.

Η αθετημένη υπόσχεση στον Γκορμπατσόφ

Το 1990, ο ηγέτης της σοβιετικής Ρωσίας Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, συναίνεσε όχι μόνο στην επανένωση της Γερμανίας – η διαίρεση της οποίας ήταν το επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου – αλλά και στην έντονη επιθυμία των δυτικών δυνάμεων, και ειδικά της Αμερικής, να ενταχθεί η νέα Γερμανία στο ΝΑΤΟ. Αντιμετωπίζοντας ήδη σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό, ο Γκορμπατσόφ αποδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο από αυτή του την απόφαση, η οποία πιθανώς συνέβαλε στην απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του, τον Αύγουστο του 1991.
Ο Γκορμπατσόφ πήρε αυτή την απόφαση βασισμένος στις διαβεβαιώσεις από τους τότε δυτικούς «συνεταίρους» του ότι σε αντάλλαγμα το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτεινόταν «ούτε μία ίντσα ανατολικά» προς την Ρωσία. Σήμερα, έχοντας σχεδόν διπλασιάσει τα κράτη-μέλη της, η πιο ισχυρή στρατιωτική συμμαχία του κόσμου κάθεται πάνω στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας. Τότε, ήταν γνωστό ότι ο Τζωρτζ Μπους ο πρεσβύτερος ειδικά, είχε πείσει τον Γκορμπατσόφ με το «ούτε μία ίντσα» του υπουργού Εξωτερικών Τζέιμς Μπέϊκερ και άλλες εξίσου εμφατικές εγγυήσεις.
Από τότε που ο διάδοχος του Μπους, ο πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, ξεκίνησε την διαδικασία επέκτασης του ΝΑΤΟ, η οποία συνεχίζεται ακόμα, οι υποστηρικτές και οι απολογητές της επιμένουν συνεχώς ότι δεν υπήρχε τέτοια υπόσχεση, ότι όλα ήταν ένας «μύθος» ή μια «παρεξήγηση» και επιπλέον ότι η τεράστια εξάπλωση του ΝΑΤΟ ήταν αναγκαία και υπήρξε απόλυτα επιτυχημένη – μύθοι με τους οποίους επίσης ασχολείται ο Κοέν.
Τώρα όμως, το ανεκτίμητο αρχείο εθνικής ασφάλειας στο πανεπιστήμιο Τζωρτζ Ουάσινγκτον, αποκατέστησε την ιστορική αλήθεια εκδίδοντας, στις 12 Δεκεμβρίου της τελευταίας χρονιάς, όχι μόνο μια λεπτομερή καταγραφή των υποσχέσεων που πήρε ο Γκορμπατσόφ το 1990-91 αλλά και τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα. Η αλήθεια και οι υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν έχουν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που γνωρίζαμε προηγουμένως.
Όλες οι δυτικές δυνάμεις – οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία – έδωσαν την ίδια υπόσχεση στον Γκορμπατσόφ, σε πολλές περιπτώσεις και με πολλούς κατηγορηματικούς τρόπους. Η εξήγηση ξεκινάει με το αν αναρωτηθούμε πότε η Δύση, και συγκεκριμένα η Ουάσινγκτον, έχασε την Μόσχα από πιθανό στρατηγικό συνέταιρο, μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης.

Η σιωπή των κυρίαρχων ΜΜΕ

Και παρόλα αυτά, σχεδόν έναν μήνα μετά την έκδοση των εγγράφων από τα αρχεία εθνικής ασφάλειας, ούτε οι Times ούτε η Washington Post – οι οποίες διατείνονται ότι είναι οι πιο σημαντικές, αξιόπιστες και αναγκαίες πολιτικές εφημερίδες της χώρας – έχουν εκδόσει έστω μία λέξη από αυτές τις αποκαλύψεις. Σίγουρα οι δύο εφημερίδες διαχέουν τις πληροφορίες τους σε ένα ευρύ πεδίο, όχι μόνο λόγω της καθημερινής έκδοσής τους σε όλη τη χώρα, αλλά και επειδή τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα, ειδικά τα CNN, MSNBC, NPR, και PBS, αντλούν τις περισσότερες πληροφορίες τους σχετικά με την Ρωσία από τους Times και την Washington Post.
Πώς να εξηγήσει κανείς την παράλειψη των Times και της Washington Post να αναφέρουν ή έστω να σχολιάσουν την έκδοση των αρχείων εθνικής ασφάλειας; Δεν μπορεί να είναι η έλλειψη χώρου ή η απουσία ενδιαφέροντος για την Ρωσία, το οποίο έδειχναν συχνά με το ένα ή το άλλο δυσφημιστικό θέμα και με την σχεδόν καθημερινή τους ενασχόληση με το Russiagate. Δεδομένης της τεράστιας ικανότητάς τους να συγκεντρώνουν ειδήσεις καθημερινά, πώς θα μπορούσαν οι δύο αυτές εφημερίδες να χάσουν ένα τέτοιο θέμα; Είναι αδύνατο.
Ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι τρεις μικρότερες εκδόσεις – οι National Interest, στις 12 Δεκεμβρίου, Bloomberg στις 12 Δεκεμβρίου και American Conservative, στις 22 Δεκεμβρίου – ανέφεραν και σχολίασαν εκτενώς την σημασία του θέματος. Ή ίσως οι Times και Washington Post θεωρούν ότι η ιστορία και η διαδικασία επέκτασης του ΝΑΤΟ δεν είναι κάτι που αξίζει να δημοσιευτεί, ακόμα κι αν υπήρξε ο κινητήριος παράγοντας κλιμάκωσης του νέου Ψυχρού Πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.
Ακόμα κι αν η επέκταση αυτή προκάλεσε ήδη δύο θερμούς πολέμους δι’ αντιπροσώπου μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας (στην Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία από το 2014) και οδήγησε το ΝΑΤΟ να αναπτύξει τις δυνάμεις του στην Βαλτική, στα σύνορα με την Ρωσία – αυξάνοντας τον κίνδυνο πολέμου μεταξύ των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων. Ακόμα κι αν η επέκταση αυτή ώθησε την Ρωσία σε αντιδράσεις που χαρακτηριστήκαν «σοβαρές απειλές» και εξανέμισαν πολιτικά το άλλοτε ισχυρό φιλοαμερικανικό λόμπι στην πολιτική σκηνή της Μόσχας και τα άλλοτε διαδεδομένα φιλοαμερικανικά συναισθήματα των Ρώσων πολιτών.
Ακόμα κι αν η επέκταση αυτή εμφύτευσε τουλάχιστον σε μία γενιά της Ρωσικής πολιτικής ελίτ την πεποίθηση ότι η αθέτηση των υποσχέσεων στον Γκορμπατσόφ ήταν ένα χαρακτηριστικό δείγμα αμερικανικής «προδοσίας και εξαπάτησης». Από το 2000, και οι δύο Ρώσοι πρόεδροι, ο Πούτιν και ο Μεντβέντεφ, έχουν πει το ίδιο πράγμα πολλές φορές. Ο Πούτιν τον έθεσε ευθέως: «Μας εξαπάτησαν, με όλη την σημασία της λέξης».

Προπατορικό αμάρτημα των ΗΠΑ

Οι Ρώσοι μπορούν να απαριθμήσουν κι άλλες περιπτώσεις «εξαπάτησης», όπως η μονομερής ακύρωση της συνθήκης για την κατάργηση βαλλιστικών πυραύλων από τον Τζώρτζ Μπους τον νεώτερο, το 2002, και την αθετημένη υπόσχεση του Ομπάμα ότι δεν θα χρησιμοποιούσε απόφαση του συμβουλίου ασφαλείας του ΟΗΕ, το 2011, για να ανατρέψει τον Λίβυο ηγέτη Καντάφι.
Είναι όμως αυτή η αθετημένη υπόσχεση προς τον Γκορμπατσόφ που παραμένει το προπατορικό αμάρτημα της Αμερικής. Όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη από μια σειρά ενεργειών που θεωρήθηκαν δόλιες αλλά κυρίως επειδή είχε ως αποτέλεσμα να κυκλωθεί ένα μέρος της Ρωσίας από δυτικές στρατιωτικές δυνάμεις, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ – μια κίνηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Δεδομένων όλων αυτών, πρέπει να αναρωτηθούμε ξανά γιατί ούτε οι Times ούτε η Washington Post δεν ανέφεραν τις αποκαλύψεις των αρχείων; Πιθανότατα επειδή τα στοιχεία αυτά υπονόμευαν τα θεμέλια του βασικού τους αφηγήματος ότι η Ρωσία του Πούτιν είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την νέα ψυχροπολεμική εποχή και για όλες τις συνακόλουθες συγκρούσεις και κινδύνους. Και ότι συνεπώς, δεν είναι συνετή ούτε επιτρεπτή οποιαδήποτε αναθεώρηση της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην μετασοβιετική Ρωσία από το 1991 – σίγουρα όχι από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Εκεί λοιπόν βρίσκεται ο κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια από τους κινδύνους του δημοσιογραφικού αντιεπαγγελματισμού και αυτό το παράδειγμα, παρά την μεγάλη σημασία του, δεν είναι το μόνο τα τελευταία χρόνια. Εν προκειμένω, οι Times και η Washington Post φαίνονται να περιφρονούν όχι μόνο τα υψηλά δημοσιογραφικά πρότυπα που διατείνονται πως διαθέτουν αλλά και την υποτιθέμενη πεποίθησή τους ότι η δημοκρατία απαιτεί πλήρως ενημερωμένους πολίτες.
Αν οι Αμερικανοί δεν μπορούν να βασίζονται στους Times, την Washington Post, τουλάχιστον για θέματα σχετικά με τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας, πού μπορούν να αναζητήσουν τις πληροφορίες και την ενημέρωση που χρειάζονται; Υπάρχουν πολλά αξιόλογα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης αλλά λίγοι σκληρά εργαζόμενοι πολίτες έχουν χρόνο να τα εντοπίσουν και να τα συμβουλευτούν.
Ο Κοέν προτείνει να απευθυνθούν σε δύο ιστοσελίδες οι οποίες συγκεντρώνουν σχεδόν καθημερινά ρεπορτάζ, αναλύσεις και γνώμες που δεν θα βρεθούν στους Times, την Washington Post ή τα περισσότερα κυρίαρχα μέσα. Η μία είναι η Russia’s List, του Τζόνσον. Η άλλη είναι η ιστοσελίδα της Αμερικανικής Επιτροπής για την Συμφωνία Ανατολής – Δύσης (American Committee for East-West Accord), της οποίας ο Κοέν είναι μέλος. Και οι δύο έρχονται στον υπολογιστή σας ύστερα από αίτηση.
Η πρώτη ζητά μια συμβολική δωρεά, αλλά δεν επιμένει σε αυτό. Η δεύτερη είναι δωρεάν. Για αναγνώστες που ανησυχούν για τα διεθνή θέματα, τον νέο ψυχρό πόλεμο ΗΠΑ – Ρωσίας και την ίδια την Αμερική, οι πληροφορίες και οι απόψεις που θα αποκομίσουν από αυτές τις ιστοσελίδες είναι ανεκτίμητες.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή