Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Τουρκικός επεκτατισμός: Από την Αλεξανδρέττα στην Κερύνεια και μετά στη Θράκη;

Δημοσιεύτηκε στις

H είσοδος των Τούρκων στην Αντιόχεια, μετά την προσάρτησή της το 1939

Του Σάββα Καλεντερίδη
Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς, που για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορία την υπέγραψε ο Αρχιδιερμηνέας της Υψηλής Πύλης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, στις 26 Ιανουαρίου 1699, στην ομώνυμη σερβική πόλη, έχει τεράστια ψυχολογική σημασία για τους Τούρκους πολιτικούς διανοούμενους, αφού αποτελεί την απαρχή της απώλειας εδαφών για την μέχρι τότε ακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Έκτοτε, οι Οθωμανοί για έναν αιώνα χάνουν συνεχώς εδάφη, για να αρχίσει η φάση της διάλυσης της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας, διάλυση που ξεκίνησε το 1792, με τη Συμφωνία του Γιάς, και ολοκληρώθηκε το 1923, με την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάννης και την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Μετά την ίδρυση του νέου τουρκικού κράτους, οι “ιδεαλιστές” Τούρκοι πολιτικοί διανοούμενοι άρχισαν να επεξεργάζονται την ιδέα της παλινόρθωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους 20ού αιώνα. Βασικά εργαλεία που θα βοηθούσαν στην πραγματοποίηση αυτής της ιδέας οι τουρκικές και οι μουσουλμανικές μειονότητες που κατοικούν στις περιοχές-στόχο της επεκτατικής πολιτικής της Άγκυρας.
Ο πρώτος στόχος της Τουρκίας ήταν το σαντζάκιο της Αλεξανδρέττας, που είχε αποκτήσει ειδικό καθεστώς αυτονομίας από 1921, και τελούσε υπό την προστασία της Γαλλίας. Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη με άριστο τρόπο την εμφάνιση του Χίτλερ και της ναζιστικής απειλής στην Ευρώπη, κατάφερε να πετύχει τη συναίνεση της Γαλλίας για την προσάρτηση του σαντζακίου της Αλεξανδρέτας, χρησιμοποιώντας ως στρατηγικό εργαλείο την τουρκική κοινότητα του σαντζακίου, που, σημειωτέον, ήταν μειονότητα. Στις 30 Ιουνίου 1939, αφού είχε προηγηθεί ένα κίβδηλο δημοψήφισμα, το σαντζάκιο της Αλεξανδρέττας, που έγινε πλέον νομός Χατάυ, αποτελούσε το πρώτο έδαφος που επανακατακτούσαν οι Τούρκοι μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς, το 1699.
Νομάρχης στο Χατάυ τοποθετήθηκε ο βουλευτής Σιουκρού Σοκμένσουερ, ο οποίος είχε συντονίσει τον διωγμό των Εβραίων της ανατολικής Θράκης, το 1934. Αμέσως μετά, εντός του έτους 1940, 48.000 κάτοικοι του σανταζακίου της Αλεξανδρέττας εγκατέλειψαν τις οικίες τους και κατέφυγαν στο Λίβανο και τη Συρία, από τους οποίους οι 26.500 από τους οποίους ήταν Αρμένιοι, οι 11.500 Έλληνες, οι 6.000 Άραβες και οι 3.000 Νουσαϊρί (Άραβες αλεβίτες).
Ο επόμενος σταθμός της “μεγάλης επιστροφής” των Τούρκων έμελλε να είναι η Κύπρος. Και στην περίπτωση της Μεγαλονήσου, η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε τη γεωπολιτική συγκυρία και χρησιμοποιώντας ως στρατηγικό εργαλείο την τουρκοκυπριακή κοινότητα, που αποτελούσε το 18% του συνολικού πληθυσμού (στο σαντζάκιο της Αλεξανδρέττας αποτελούσε το 29% του συνολικού πληθυσμού), κατόρθωσε να καταλάβει το 38% του κυπριακού εδάφους, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα υπό τουρκική κατοχή.
Στην περίπτωση της Κύπρου η Άγκυρα, σε συνεργασία με τον αγγλικό και τον αμερικανικό παράγοντα, οργάνωσε κατάλληλα σε παραστρατιωτική και παρακρατική βάση και μετέτρεψε μια δίγλωσση μουσουλμανική μειονότητα, με έντονα στοιχεία της ελληνικής της καταγωγής, σε τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία σταδιακά μετατράπηκε σε μια από τις δυο ισότιμες κοινότητες του νησιού, με προστάτιδα δύναμη την Τουρκία. Χρησιμοποιώντας τους παρακρατικούς και παραστρατιωτικούς μηχανισμούς που συγκρότησε στους κόλπους της μειονότητας, κατάφερε να πετύχει τη δημιουργία θυλάκων, πάνω στους οποίους στηριζόταν το αρχικό σχέδιο της δικοινοτικής-διζωνικής ομοσπονδίας, που θα καθιστούσε ες αεί την Κύπρο υποχείριο του “διεθνούς παράγοντα”, δίνοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα στην Άγκυρα να διεκδικεί τον έλεγχο ολόκληρου του νησιού.
Εν τω μεταξύ, όσο διαρκούσε αυτή η διαδικασία, η Τουρκία ξεκαθάρισε με τον πιο βάρβαρο τρόπο τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, με πιο καίριους σταθμούς στο δρομολόγιο αυτής της νέας εθνοκάθαρσης τα γεγονότα της 5/6ης Σεπτεμβρίου του 1955 και τις απελάσεις δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων της Πόλης, το 1964.
Το έργο των “ιδεαλιστών” της Άγκυρας ολοκληρώθηκε με την εισβολή και κατοχή του 38% της Κύπρου, της οποίας την πόρτα άνοιξε διάπλατα το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Η Κύπρος παραμένει διαμελισμένη και η Τουρκία προχωρά κανονικά στην ενσωμάτωση και στην προσάρτηση των κατεχομένων στα εδάφη της, ενώ, μέσω σχεδίων τύπου Αννάν, διεκδικεί τον έλεγχο όλου του νησιού και δι αυτού  ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου.
Όσο διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις που καθόριζαν τις λεπτομέρειες για την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών, πριν την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάννης (1923), η ελληνική πλευρά ζήτησε την εξαίρεση της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, με το σκεπτικό της προστασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1924 ο ελληνικός πληθυσμός της ευρύτερης Κωνσταντινουπόλεως υπολογιζόταν σε 298.000 άτομα, ενώ το 1927, τρία χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινουπόλεως περιοριζόταν περίπου στα 100.000 άτομα, συν άλλες 26.000 Έλληνες πολίτες (εγκατεστημένοι-εταμπλί). Να σημειωθεί ότι της ανταλλαγής εξαιρέθηκαν και οι περίπου επτά χιλιάδες Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, ελληνικότατα νησιά που δόθηκαν στην Τουρκία για την …ασφάλεια των Στενών!!!
Αντιστοίχως, εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής των πληθυσμών 86.000 μουσουλμάνοι, των 40% των οποίων τουρκόφωνοι, το 40% σλαβόφωνοι (Πομάκοι) και οι υπόλοιποι Ρομά.
Το στρατηγικό λάθος των Ελλήνων διπλωματών και πολιτικών που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις ήταν το γεγονός ότι δέχτηκαν να παραμείνουν στην Ελλάδα μουσουλμανικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν κυρίως σε αγροτικές και ορεινές περιοχές, που είναι σκληροτράχηλοι και είναι δύσκολο να αποχωριστούν τον τόπο τους, σε αντίθεση με τους Έλληνες της Πόλης, που ήταν αστικοί πληθυσμοί και πολύ εύκολο να ξεριζωθούν, όπως και εκείνοι της Ίμβρου και της Τενέδου, λόγω του ότι κατοικούσαν στον απολύτως ελεγχόμενο και απομονωμένο χώρο των νησιών.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου να αριθμούν σήμερα λιγότερο από δυο χιλιάδες άτομα, ενώ οι 85.000 μουσουλμάνοι της Θράκης, τουρκόφωνοι, σλαβόφωνοι και Ρομά, έχουν γίνει 120.000 Τούρκοι.
Και όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία. Έγιναν με στρατηγική.
Πρώτα έπρεπε να ολοκληρωθεί η εθνοκάθαρση των Ελλήνων της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου, και μετά να ακολουθήσει ο εκτουρκισμός και η οργάνωση της μειονότητας σε παρακρατική και παραστρατιωτική βάση.
Ο εκτουρκισμός έγινε και συνεχίζει να γίνεται με τη συμμετοχή και με τα χρήματα του ίδιου του ελληνικού κράτους. Ενώ το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λοζάννης αναγνωρίζεται στα μέλη των κοινοτήτων το δικαίωμα να ιδρύουν τα δικά τους εκπαιδευτήρια και σχολεία, να κάνουν ελεύθερη χρήση της μητρικής τους γλώσσας μέσα σε αυτά, και ενώ με το άρθρο 41 η Ελλάδα θα έπρεπε να διδάσκει μόνο στα δημοτικά τα τουρκικά στους τουρκόφωνους, τα πομακικά στους Πομάκους και τη ρομανί.τα τουρκόφωνων στα τουρκικά, των Πομάκων στα πομακικά και των Ρομά στη Όμως η μόνη γλώσσα που τελικά χρησιμοποιήθηκε ήταν η τουρκική. Πώς έγινε αυτό; στη γλώσσα της θρησκείας τους. Δηλαδή, έχουμε υποχρέωση να διδάσκουμε στα μουσουλμανόπουλα τη γλώσσα του Κορανίου, την αραβική.
Όμως, επειδή η παρουσία των σλαβόφωνων Πομάκων στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο, με βάση τη νατοϊκή λογική, θεωρήθηκε απειλή, αφού, θεωρητικά, η γλώσσα βοηθούσε την επέκταση της επιρροής των Βουλγάρων και άρα της κομμουνιστικής απειλής σε νατοϊκό έδαφος, η Ελλάδα δέχτηκε τον εκτουρκισμό των Πομάκων, υπογράφοντας σχετικά εκπαιδευτικά πρωτόκολλα με την Τουρκία το 1951 και το 1968. Έκτοτε, με την τουρκική παιδεία να ρίχνει βαριά τη σκιά της πάνω από τη μουσουλμανική μειονότητα και το τουρκικό προξενείο να παίζει έναν επιτελικό ρόλο, αντί για την ενσωμάτωση, βήμα προς βήμα βαδίζουμε προς την τουρκοποίηση και γκετοποίηση της μειονότητας, η οποία ταυτόχρονα μετατρέπεται σε στρατηγικό όπλο στα χέρια των επιτελών της Άγκυρας, για την επόμενη φάση επέκτασης της Τουρκίας, μετά την Αλεξανδρέττα και την Κύπρο.
Άλλα πολύτιμα εργαλεία στα χέρια της Άγκυρας, εκτός από το σύστημα παιδείας, που υποστηρίζεται και από άτομα που διατηρούν στενούς δεσμούς με το τουρκικό Γενικό Επιτελείο και το βαθύ κράτος, είναι οι ιμάμηδες και οι ψευδομουφτήδες, που ελέγχονται απολύτως από το προξενείο και ασκούν επιρροή δια της θρησκείας στη μειονότητα, τα τουρκόφωνα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι που τα υπηρετούν και οι κάθε λογής σύλλογοι, που φυτρώνουν σαν μανιτάρια στους τρεις νομούς που κατοικεί μουσουλμανική μειονότητα.
Τέλος, το παζλ της παρακρατικής οργάνωσης της μειονότητας συμπληρώνουν οι σύλλογοι των Δυτικοθρακιωτών στην Τουρκία, όπου έχει αποδειχτεί με ντοκουμέντα η καθοδήγησή τους από υψηλόβαθμα στελέχη της ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης «Εργενεκόν»,  και οι σύλλογοι που δραστηριοποιούνται σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, οι οποίοι καθοδηγούνται από τα κατά τόπους τουρκικά προξενεία και έχουν αναλάβει εργολαβικά το έργο δυσφήμισης της χώρας μας.
Αφήσαμε τελευταίο το ζήτημα της οργάνωσης της μειονότητας σε παραστρατιωτική βάση. Ενώ ήταν από καιρό γνωστό ότι μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας στρατολογούνται από τις παραστρατιωτικές οργανώσεις του τουρκικού βαθέος κράτους, κάτι που επαληθεύθηκε με τη συμμετοχή ενός Έλληνα μουσουλμάνου της Θράκης στην ομάδα της Τουρκικής Ταξιαρχίας Εκδίκησης που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Ακίν Μπιρντάλ, πρόεδρο της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και με τη συμμετοχή του εκ των ηγετικών στελεχών της «Εργενεκόν», στρατηγού Βελή Κιουτσιούκ, στο Διοικητικό Συμβούλιο του περιοδικού «Trakya’nın Sesi», που εκδίδουν οι Δυτικοθρακιώτες στην Τουρκία, το ζήτημα της στρατολόγησης και της συγκρότησης ομάδων παραστρατιωτικών παίρνει άλλες διαστάσεις με την αλλαγή του επιχειρησιακού δόγματος των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, που φαίνεται ότι μετατοπίζεται προς τη Θράκη, χωρίς, φυσικά, να εγκαταλείπονται οι πάγιοι στόχοι της Άγκυρας στο Αιγαίο.
Συμπερασματικά, όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση Ερντογάν δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη Θράκη και φαίνεται αποφασισμένη να προχωρήσει στο τρίτο επεκτατικό της βήμα, μετά την Αλεξανδρέττα και την Κύπρο.
Το θέμα είναι κατά πόσον είναι διατεθειμένη η Ελλάδα να αντισταθεί και να ανατρέψει το ρου των γεγονότων, αρχίζοντας από το ξήλωμα των μηχανισμών του προξενείου, που, επαναλαμβάνουμε, δεν είναι διπλωματική αποστολή, αλλά παράρτημα του τουρκικού Γενικού Επιτελείου.
Θα βρουν οι πολιτικοί μας το θάρρος να δουν την αλήθεια κατάματα και να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους;
Οψόμεθα…
 Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Crash Δεκεμβρίου 2013

Αναλύσεις

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την αρχή της κοσμικότητας του κράτους.

Δημοσιεύτηκε

στις

Το Αζερμπαϊτζάν είναι ένα από τα πιο κοσμικά κράτη με μουσουλμανική πλειονότητα στον κόσμο, γεγονός που αποτελεί κληρονομιά του σοβιετικού παρελθόντος του.
Περίπου το 96% έως 98% του πληθυσμού του αυτοπροσδιορίζεται ως μουσουλμανικό, ωστόσο το Σύνταγμά του διατηρεί τη θρησκεία διαχωρισμένη από τους κρατικούς θεσμούς.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, το Υπουργικό Συμβούλιο αυστηροποίησε τους κανόνες σχετικά με τη σχολική στολή. Οι διατάξεις αυτές αφορούν επίσης το σύνολο του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών.
Η εφαρμογή των μέτρων άρχισε στις αρχές Οκτωβρίου του 2026. Μαθήτριες που φορούσαν χιτζάμπ εμποδίστηκαν να εισέλθουν στα σχολεία. Σε εκπαιδευτικούς ζητήθηκε να αφαιρέσουν τη μαντίλα τους ή να παραιτηθούν.
Έως τις 12 Οκτωβρίου, οι αρχές είχαν προχωρήσει σε δεκάδες συλλήψεις στο Μπακού, έπειτα από διαδηλώσεις που σημαδεύτηκαν από συγκρούσεις και απόπειρες αποκλεισμού της κυκλοφορίας.
Η αντιπαράθεση έχει πλέον προκαλέσει διπλωματικές εντάσεις με την Τουρκία, έναν από τους στενότερους συμμάχους του Αζερμπαϊτζάν.
Ο Οκτάι Σαράλ, σύμβουλος του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καταδίκασε τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις μαθήτριες που φορούν μαντίλα, υποστηρίζοντας ότι η χιτζάμπ αποτελεί θρησκευτική υποχρέωση και ζητώντας την κατάργηση των μέτρων.
Αρκετοί βουλευτές του κυβερνώντος τουρκικού κόμματος AKP επέκριναν επίσης τα συγκεκριμένα μέτρα.
Στις 13 Οκτωβρίου, το κυβερνών κόμμα του Αζερμπαϊτζάν, υπό την ηγεσία του προέδρου Ιλχάμ Αλίεφ, αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις αυτές «λαϊκιστικές και ανεύθυνες» και καταγγέλλοντας παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Το Μπακού υπενθύμισε ότι η φιλία μεταξύ των δύο εθνών δεν παρέχει σε καμία από τις δύο πλευρές το δικαίωμα να επιβάλλει στην άλλη τις θρησκευτικές ή πολιτικές της πεποιθήσεις.
Ωστόσο, στον δημόσιο χώρο, ο καθένας εξακολουθεί να είναι ελεύθερος να ντύνεται σύμφωνα με τις πεποιθήσεις και τις προσωπικές του επιλογές.
Έτσι, σε αυτή τη χώρα με τη συντριπτική μουσουλμανική πλειονότητα, η κοσμικότητα του κράτους επιβάλλεται χωρίς να υπαγορεύει στους πολίτες πώς θα ντύνονται στον δρόμο. Πρόκειται για μια διάκριση την οποία το Αζερμπαϊτζάν προτίθεται να διαφυλάξει.
Το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί ιδιαίτερα στενές στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους εταίρους του στον μουσουλμανικό κόσμο.
Οι δύο χώρες συνεργάζονται, μεταξύ άλλων, στους τομείς της άμυνας, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ενέργειας και της τεχνολογίας. Το Αζερμπαϊτζάν είναι σημαντικός προμηθευτής πετρελαίου του Ισραήλ, ενώ το εβραϊκό κράτος τού παρέχει προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό.
Το 2023, το Μπακού έκανε ένα σημαντικό διπλωματικό βήμα, ανοίγοντας την πρώτη του πρεσβεία στο Ισραήλ και επισφραγίζοντας έτσι περισσότερα από τριάντα χρόνια διμερών σχέσεων.
Ανάμεσα στην Άγκυρα, η οποία υπερασπίζεται τη χρήση της χιτζάμπ, και το Μπακού, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει την κοσμικότητα στα σχολεία του, η μαντίλα μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ δύο ιστορικών συμμάχων.
Μια σύγκρουση που αποκαλύπτει ότι ακόμη και στο εσωτερικό του μουσουλμανικού κόσμου, η θέση της θρησκείας στον δημόσιο χώρο απέχει πολύ από το να αποτελεί ζήτημα ομοφωνίας.
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει διαλύσει χωρίς ενδοιασμούς τη σταδιοδρομία του διπλωματικού σώματος υπέρ των επιλεγμένων από τον ίδιο πολιτικών διορισμών και απεσταλμένων. Πολλά από αυτά τα άτομα είναι μακροχρόνιοι φίλοι και επιχειρηματικοί συνεργάτες. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Ορισμένοι υπηρεσιακοί παράγοντες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ διαμαρτύρονται υπερβολικά όταν προσποιούνται τους σοκαρισμένους και μιλούν για το πώς η υπηρεσία τους ήταν πάντα πάνω από την πολιτική, ενώ πολλοί από τους ίδιους διοχέτευαν τακτικά διαρροές για να υπονομεύσουν πρωτοβουλίες με τις οποίες διαφωνούσαν προσωπικά.

Ο Τομ Μπάρακ, πρέσβης του Τραμπ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος του για τη Συρία, το Ιράκ και ορισμένες φορές το Λίβανο, είναι ανάμεσα στους πιο ισχυρούς συμβούλους του. Ακόμη και οι επικριτές του Μπάρακ αναγνωρίζουν ότι έχει, σχεδόν μόνος του, αναδιαμορφώσει την πολιτική των ΗΠΑ προς την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος της Τουρκίας.

Ο Μπάρακ υπήρξε πρωτεργάτης στη φωνή για την πώληση των μαχητικών αεροσκαφών F-35 Joint Strike Fighter στην Τουρκία και την άρση των κυρώσεων για την αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 από την Τουρκία. Έχει υποβαθμίσει τόσο την εθνοκάθαρση της Τουρκίας στη Συρία όσο και την παραβίαση της κυριαρχίας της Ελλάδας. Επικριτές τόσο στην Τουρκία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες ισχυρίζονται ότι έχει χρησιμοποιήσει τη θέση του για να πλουτίσει ο ίδιος.

Όπως και να έχει, η σύγχυση σχετικά με την προέλευση της πολιτικής αναπαράγει τις χειρότερες πτυχές της θητείας της Υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, όταν ξένοι αξιωματούχοι πίστευαν ότι η πρόσβαση απαιτούσε δωρεές τύπου «πληρώνω για να επηρεάσω» (pay-to-play) στο Ίδρυμα Κλίντον. Ενώ ο Τραμπ και ο Μπάρακ μπορούν να επικαλεστούν τα ηθικά ατοπήματα της Κλίντον ως προηγούμενο, τα ερωτήματα γύρω από την προέλευση της πολιτικής για την Τουρκία διαβρώνουν την αξιοπιστία των ΗΠΑ όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Ο Μπάρακ, φυσικά, μπορεί επίσης να πιστεύει ειλικρινά ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να βασιστεί στην Άγκυρα ως πληρεξούσιο (proxy) για την υπεράσπιση των συμφερόντων ασφαλείας των ΗΠΑ στην περιοχή. Το πρόβλημα με μια τέτοια θέση είναι ότι η Τουρκία σήμερα υποστηρίζει μερικές από τις χειρότερες σουνιτικές τρομοκρατικές οργανώσεις, από τη Γάζα μέχρι τη Λιβύη. Ο Μπάρακ φαίνεται να πιστεύει ότι μια περιφερειακή ισορροπία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ μπορεί να δημιουργήσει αρκετή σταθερότητα ώστε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να αποχωρήσουν από την περιοχή.

Σας θυμίζει κάτι; Είναι μια επανάληψη της θεωρίας του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή απαιτούσε μια ισορροπία μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Ολόκληρη η λογική του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA), της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, ήταν η ιδέα ότι η επανένταξη του Ιράν στο διεθνές προσκήνιο θα δημιουργούσε σταθερότητα αναπαράγοντας την αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή σε περιφερειακό επίπεδο.

Αυτό που απέτυχε να καταλάβει ο Ομπάμα ήταν ότι η ιδεολογία που τροφοδοτούσε το μίσος της Ισλαμικής Δημοκρατίας ήταν αυτή που καθιστούσε τη σταδιοδρομία της σταθερότητας αδύνατη. Η άρση των κυρώσεων και η ενθάρρυνση των επενδύσεων επέτρεψαν απλώς στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης να γεμίσει ξανά τα ταμεία του, να τροφοδοτήσει τον πόλεμο μέσω πληρεξουσίων και να επανεκκινήσει τα προγράμματα πυραύλων και drones. Μέσα σε μια δεκαετία, η περιοχή γνώρισε έναν μεγάλο πόλεμο.

Η επιθυμία του Μπάρακ να μετατρέψει την Τουρκία στη μόνη δύναμη ικανή να εξισορροπήσει την ισχύ του Ισραήλ είναι πιθανό να ακολουθήσει την ίδια τροχιά. Ο Μπάρακ μπορεί να βλέπει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως σύμμαχο, αλλά ο Τούρκος ηγέτης είναι ένας ιδεολόγος τόσο αφοσιωμένος στην οικοδόμηση της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας, την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας και την καταστροφή του Ισραήλ όσο ήταν και ο αείμνηστος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ.

Οι καμώματα του Μπάρακ, οι προσπάθειες να βοηθήσει την Τουρκία να παρακάμψει τις κυρώσεις και η μονομερής προώθηση των ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών της Τουρκίας έχουν την προφανή υποστήριξη του Τραμπ και θα φτάσουν στο σημείο να σκιάσουν την περιφερειακή κληρονομιά του Τραμπ. Όπως κάθε λογικός ιστορικός βλέπει τις ρίζες του σημερινού πολέμου στις αποφάσεις του Ομπάμα και των υπουργών Εξωτερικών του, έτσι και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε μια δεκαετία από τώρα θα καταλάβουν ότι οι ρίζες των μελλοντικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή βρίσκονται στις αφελέις και λανθασμένες πολιτικές που προώθησε ο Πρέσβης και Ειδικός Απεσταλμένος Τομ Μπάρακ στο όνομα του Τραμπ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα εξαιτίας της εμπλοκής των ΗΠΑ σε συγκρούσεις με το Ιράν υπό την προεδρία Τραμπ. Για να καλυφθούν τα κενά στην αεράμυνα, απαιτούνται νέες χρηματοδοτικές λύσεις. Μεταξύ αυτών είναι η παροχή κεφαλαίων για την ταχεία αποκατάσταση της χαμένης παραγωγικής ικανότητας, πιθανώς μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια παρέμβαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αυτή την εβδομάδα δημιούργησε και πάλι προβλήματα στην πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας. Η συμφωνία του με τη Μόσχα, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση εκατομμυρίων βαρελιών ρωσικού ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές, καταδικάστηκε από τους Δημοκρατικούς αλλά και από ορισμένους επιφανείς Ρεπουμπλικάνους στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ παρουσίασε ανοιχτά τη συμφωνία ως μια προσπάθεια να εξασφαλιστούν «χαμηλότερες τιμές για τους Αμερικανούς», καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Παραμένει αβέβαιο αν η συμφωνία θα βοηθήσει ουσιαστικά το κόμμα του προέδρου να ανακτήσει ψήφους. Ωστόσο, δημιούργησε μια ακόμη ανοιχτή διαμάχη μεταξύ του Τραμπ και του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ακριβώς τη στιγμή που η Ουκρανία χρειάζεται ανανεωμένη και στοχευμένη υποστήριξη από τους συμμάχους της.

Μια κλιμακούμενη ρωσική επίθεση

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται μια αισθητή αλλαγή στη στρατηγική της Ρωσίας στον πόλεμο. Πολλοί ανέμεναν ότι ο Πούτιν θα διέταζε νέο κύμα επιστράτευσης και μια ανανεωμένη επίθεση στο Ντονμπάς. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να εντείνει τις επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους και drones, με στόχο να διαλύσει την ουκρανική οικονομία.

Παρατηρείται σημαντική αύξηση των επιθέσεων σε λιμάνια, αποθήκες σιτηρών και πλοία μεταφοράς, προφανώς με σκοπό να εμποδιστούν οι ουκρανικές αγροτικές εξαγωγές. Σημαντικές γέφυρες πάνω από τον ποταμό Δνείπερο στο Κίεβο έχουν πληγεί, όπως επίσης και σιδηροδρομικά δίκτυα σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι επιθέσεις στο ενεργειακό δίκτυο της Ουκρανίας συνεχίζονται, παρά την υποτιθέμενη «ενεργειακή εκεχειρία» που, σύμφωνα με τον Τραμπ, αποτελούσε μέρος της συμφωνίας του με τη Μόσχα. Πλέον δεν στοχεύονται μόνο οι μονάδες παραγωγής ενέργειας αλλά και οι υποδομές μεταφοράς και διανομής.

Παράλληλα, επιθέσεις σε ουκρανικά χαλυβουργεία έθεσαν οριστικά εκτός λειτουργίας πέντε υψικαμίνους. Στο στόχαστρο έχουν επίσης βρεθεί μονάδες λιανικού εμπορίου, αποθηκευτικοί χώροι και κέντρα logistics.

Η πρόθεση της Ρωσίας είναι να οδηγήσει την ουκρανική οικονομία ξανά σε ύφεση, να προκαλέσει δυσχέρειες στον πληθυσμό και να υπονομεύσει το ηθικό των Ουκρανών. Ενδεχομένως μάλιστα να ελπίζει ότι θα προκαλέσει ένα νέο μεταναστευτικό κύμα εκτός της χώρας.

Τι ζητά η Ουκρανία από τους συμμάχους της

Η επιδείνωση του κρατικού προϋπολογισμού της Ουκρανίας, καθώς το ΑΕΠ παραμένει στάσιμο, τα δημόσια έσοδα δεν αυξάνονται και το δημοσιονομικό έλλειμμα διευρύνεται, θα αυξήσει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας και τις απαιτήσεις της προς τους Ευρωπαίους συμμάχους της.

Πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα. Η Ουκρανία είχε ήδη προειδοποιήσει ότι το 2026 αντιμετωπίζει χρηματοδοτικό κενό 27 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις αμυντικές δαπάνες, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2027 αναμένεται να φτάσει τα 32 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη ώστε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πιθανόν να καθυστερήσει περαιτέρω εκταμιεύσεις στο πλαίσιο του προγράμματος Extended Financing Facility (EFF), ύψους 7 δισ. δολαρίων, εάν δεν καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό ή δεν δοθούν νέες εγγυήσεις χρηματοδότησης.

Η εντατικοποίηση των ρωσικών επιθέσεων κατά της ουκρανικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την παράταση του πολέμου, θα αυξήσει ακόμη περισσότερο αυτές τις ανάγκες.

Η στρατηγική του Πούτιν είναι σαφής. Επιδιώκει να αυξήσει το κόστος υποστήριξης της Ουκρανίας τη στιγμή που τα δημόσια οικονομικά πολλών ευρωπαϊκών χωρών βρίσκονται υπό πίεση και η ακροδεξιά, η οποία γενικά αντιτίθεται στη χρηματοδότηση της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας, ενισχύεται σε αρκετά κράτη.

Με σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις να πλησιάζουν, ιδιαίτερα στη Γαλλία τον επόμενο Μάιο, ο Πούτιν ελπίζει να παρουσιάσει την ουκρανική υπόθεση ως χαμένη, υπερβολικά δαπανηρή και ως βάρος για τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Το ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσουν οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι συγκεντρώνονται στις Βρυξέλλες για διήμερη σύνοδο κορυφής.

Τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία

Η Ευρώπη χρειάζεται να επιδείξει φιλοδοξία και δημιουργικότητα στον τρόπο χρηματοδότησης της Ουκρανίας.

Το μήνυμα προς τον Πούτιν θα πρέπει να είναι ότι, ανεξάρτητα από τον πρόεδρο Τραμπ, η Ευρώπη παραμένει προσηλωμένη μακροπρόθεσμα και είναι έτοιμη να προσφέρει στην Ουκρανία το οικονομικό «βαρύ πυροβολικό» που απαιτείται για να κερδίσει τον πόλεμο.

Αρχικά, το δάνειο στήριξης της Ουκρανίας (Ukraine Support Loan – USL) ύψους 90 δισ. δολαρίων, το οποίο συμφωνήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, θα μπορούσε να αυξηθεί.

Ακόμη καλύτερη λύση θα ήταν η κατάσχεση των 210 δισ. ευρώ παγωμένων περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας στην ΕΕ, κυρίως στο Βέλγιο, καθώς και άλλων 25 δισ. ευρώ στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Για τους Ευρωπαίους ηγέτες, θα έπρεπε να είναι προφανές ότι η Ρωσία οφείλει να πληρώσει για αυτόν τον πόλεμο αντί των Ευρωπαίων φορολογουμένων.

Η βελγική κυβέρνηση, η οποία μέχρι σήμερα αντιστέκεται στην κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων, δεν θα πρέπει να διαθέτει δικαίωμα ουσιαστικού βέτο σε ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Παράλληλα όμως, οι ανησυχίες της σχετικά με τις πιθανές νομικές ευθύνες πρέπει να ληφθούν υπόψη, μέσω ευρωπαϊκών εγγυήσεων που θα καλύπτουν τους σχετικούς κινδύνους.

Πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων από τη βελγική δικαιοδοσία σε έναν κοινό ευρωπαϊκό φορέα ειδικού σκοπού (SPV). Τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν στη συνέχεια να επενδυθούν αποδοτικότερα, δημιουργώντας υψηλότερες αποδόσεις οι οποίες θα χρηματοδοτούσαν ακόμη μεγαλύτερα πακέτα στήριξης προς την Ουκρανία.

Τελικά, η αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα πρέπει να υπερισχύσει των νομικών και οικονομικών επιχειρημάτων κατά της κατάσχεσης των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.

Θωρακίζοντας την Ουκρανία

Απαιτούνται επίσης επείγοντα μέτρα για την προστασία της ουκρανικής οικονομίας από τις ρωσικές επιθέσεις.

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα εξαιτίας της εμπλοκής των ΗΠΑ σε συγκρούσεις με το Ιράν υπό την προεδρία Τραμπ.

Για να καλυφθούν τα κενά στην αεράμυνα, απαιτούνται νέες χρηματοδοτικές λύσεις. Μεταξύ αυτών είναι η παροχή κεφαλαίων για την ταχεία αποκατάσταση της χαμένης παραγωγικής ικανότητας, πιθανώς μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Δύο πρωτοβουλίες βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο:

1. Μηχανισμός αποζημίωσης πρώτων ζημιών (First-Loss Compensation Scheme)

Στόχος είναι η μείωση του κινδύνου που αντιμετωπίζουν οι ασφαλιστικές εταιρείες.

Υπάρχει ο φόβος ότι ακόμη και η περιορισμένη ασφαλιστική κάλυψη που είναι σήμερα διαθέσιμη στην Ουκρανία θα μειωθεί περαιτέρω εάν αυξηθούν οι απώλειες λόγω πολέμου.

Εάν όμως η ουκρανική κυβέρνηση και οι διεθνείς δωρητές αναλάβουν να καλύπτουν τις πρώτες ζημιές από επιθέσεις σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία, τότε οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες θα είναι πιο πρόθυμες να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη.

Έτσι θα εξασφαλιστούν πόροι για την ταχεία ανοικοδόμηση εργοστασίων, αγροτικών εκμεταλλεύσεων, ενεργειακών εγκαταστάσεων, καθώς και υποδομών μεταφορών και logistics.

2. Επέκταση του Ukrainian Recovery and Reconstruction Guarantee Facility (URGF)

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης προωθεί την επέκταση του υφιστάμενου μηχανισμού εγγυήσεων URGF.

Ο μηχανισμός αυτός χρησιμοποιείται ήδη για την ασφάλιση αγροτικών εξαγωγών της Ουκρανίας, αλλά διαθέτει σημαντικούς περιορισμούς:

  • Κάλυψη έως 2 εκατ. ευρώ ανά αποστολή.
  • Μέγιστο 5 εκατ. ευρώ ανά πελάτη.
  • Κάλυψη μόνο για 60 ημέρες μεταφοράς.
  • Δεν καλύπτει αποθήκευση.
  • Περιορίζεται στους όρους “Free on Board” (FOB).

Αυτό σημαίνει ότι οι αγρότες δεν προστατεύονται όταν τα σιτηρά βρίσκονται σε λιμάνια ή αποθηκευτικούς χώρους, δηλαδή ακριβώς στα σημεία όπου η Ρωσία εντείνει σήμερα τις επιθέσεις της.

Οι εξαγωγές σιτηρών αποφέρουν στην Ουκρανία ετήσια έσοδα ύψους 10-11 δισ. δολαρίων.

Οι διεθνείς δωρητές πρέπει να καταστήσουν ξανά οικονομικά βιώσιμη τη ναυτιλία από τα ουκρανικά λιμάνια. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βοηθήσουν την αγορά να βρει λύσεις.

Ως πρώτο βήμα, η ουκρανική κυβέρνηση και οι δωρητές θα μπορούσαν να αυξήσουν το μέγεθος και το εύρος του URGF, ώστε να καλύπτει και την αποθήκευση σε τερματικούς σταθμούς λιμένων.

Μια συμφωνία που θα υποχρέωνε τη Ρωσία να επιστρέψει στην προηγούμενη συμφωνία ναυσιπλοΐας της Μαύρης Θάλασσας θα αποτελούσε την ιδανική λύση για την προστασία αυτού του εμπορίου. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να εξεταστεί κάποια μορφή αεροπορικής ή αμυντικής προστασίας του ΝΑΤΟ για τα πλοία που εκτελούν αυτές τις μεταφορές.

Συμπέρασμα

Η συμφωνία του Τραμπ με τον Πούτιν αποδυναμώνει την Ουκρανία, αλλά δεν πρόκειται να αλλάξει θεμελιωδώς την πορεία του πολέμου.

Αυτό που θα αποδειχθεί καθοριστικό είναι αν η ουκρανική οικονομία καταφέρει να αντέξει έναν δύσκολο χειμώνα, ώστε η χώρα να επιβιώσει από τον πόλεμο και παράλληλα να συμβάλει στη διατήρηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες γίνονται ολοένα και πιο απρόβλεπτες, απαιτείται ευρωπαϊκή ηγεσία για να επιτευχθεί αυτό.

Το ερώτημα παραμένει: θα ανταποκριθεί η Ευρώπη;

chathamhouse.org

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή