Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το μέλλον της Ευρωπαϊκής Άμυνας και η θέση της Γερμανίας

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Νέδος

Πριν μόλις δύο 24ωρα τα δύο μεγάλα γερμανικά κόμματα, οι χριστιανοδημοκράτες του CDU με τους Βαυαρούς χριστιανοκοινωνιστές του CSU και το Σοσιαλιστικό SPD συμφώνησαν στη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας. Ένα από τα μεγάλα θέματα που απασχολούν την Ε.Ε. ως οργανισμό αλλά και την Γερμανία ως τη μεγαλύτερη και την οικονομικά ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης, είναι η Άμυνα. Το συγκεκριμένο θέμα έχει τεθεί επί τάπητος και στη διαπραγμάτευση Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλιστών. Η «Κ» απευθύνθηκε στον Χανς-Γκέοργκ Ερχαρτ, επικεφαλής του Κέντρου Ερευνών ZEUS και μέλος του Συμβουλίου του Ινστιτούτου Ερευνών Ειρήνης και Ασφάλειας του Πανεπιστημίου του Αμβούργου, προκειμένου να διερευνήσει αν όντως οι προσπάθειες της Ε.Ε. για περαιτέρω συνεργασία των ευρωπαίων στον τομέα της άμυνας και των εξοπλισμών είναι εφικτή.
Κρατικά συμφέροντα, διαφορετικές αντιλήψεις και κουλτούρα για το τι ακριβώς εστί επέκταση επιχειρησιακών δυνατοτήτων, είναι μερικοί από τους παράγοντες που επηρεάζουν την «ολοένα και στενότερη ένωση» στον τομέα της Άμυνας. Ο κ. Ερχαρτ εξηγεί με πολύ γλάφυρο τρόπο και την γερμανική διστακτικότητα στον τομέα αυτό, αφήνοντας, πάντως, να εννοηθεί ότι το Βερολίνο θα προσπαθήσει τουλάχιστον να αυξήσει τις δαπάνες του για την Άμυνα αργά, αλλά σταθερά.
Καταρχάς θα ήθελα να σας ρωτήσω για την γενικότερη, στρατηγική στάση της Ε.Ε. στο εγγύς μέλλον. Φαίνεται ότι οι χώρες της Ε.Ε. θα πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερους πόρους για την άμυνά τους, λόγω, αφενός της αμερικανικής αμφισημίας μετά την εκλογή Τραμπ, αλλά και για αντικειμενικούς λόγους. Θεωρείτε ότι θα προχωρήσει ένας τέτοιος σχεδιασμός;
Όπως γνωρίζετε υπάρχει καταρχάς στο τραπέζι το ζήτημα που έθεσε ο κ. Τραμπ, ότι δηλαδή οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να εκπληρώσουν το κριτήριο των δαπανών ύψους 2% στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Προσωπικά δεν πιστεύω σε αυτό το κριτήριο απλά διότι θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί σε τρία χρόνια. Έχοντας κατά νου το γερμανικό παράδειγμα, πρέπει να υπογραμμίσω ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι ήδη γραμμένη στον προϋπολογισμό των επόμενων ετών. Σύμφωνα με τις προβλέψεις που έγιναν στο σχέδιο προϋπολογισμού, ο αμυντικός προϋπολογισμός θα αυξηθεί αλλά με μικρότερο ρυθμό. Αν δείτε τα νούμερα οι γερμανικές δαπάνες αυξάνονται από 1,2% του ΑΕΠ σε 1,35% το 2021. Δεν είναι, βεβαίως, το απαιτούμενο 2%. Σε καθαρά χρήματα πρόκειται για μια αύξηση από 35,1 δις. ευρώ το 2016 σε 42,4 δις. ευρώ το 2021. Αυτά είναι καλά νέα. Αν επιθυμούσαμε να εκπληρώσουμε το κριτήριο του 2% επί του ΑΕΠ, ο προϋπολογισμός σχεδόν θα διπλασιαζόταν στα περίπου 70 δις. ευρώ. Κάτι τέτοιο είναι οικονομικά και πολιτικά αδύνατον. Τα άσχημα νέα είναι ότι η άμυνα είναι, επίσης, μέρος του δύσκολου πολιτικού παιχνιδιού στις διαπραγματεύσεις για την συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD) διαφωνεί ακόμη και με την ήδη προβλεπόμενη αύξηση που έχει ενταχθεί στον οικονομικό σχεδιασμό. Οπότε θα υπάρξει μια αντιπαράθεση στη Γερμανία, ακόμη και για το αν αυτή η αύξηση είναι επιτρεπτή. Και τα ερωτήματα θα είναι, μεταξύ άλλων: Γιατί; Για ποιο λόγο και για τι είδους επιχειρήσεις; Η Γαλλία και η Βρετανία θα επενδύσουν, πάντως, ακόμη περισσότερο, ό,τι και αν αποφασίσει να κάνει η Γερμανία.
Σε επίπεδο Ε.Ε. θεωρείτε ότι η ενεργοποίηση της Μόνιμης Διαρθρωμένης Συνεργασίας (PESCO) είναι επαρκής κίνηση ή πρόκειται για μια απλά συμβολική κίνηση που πρέπει να ακολουθηθεί από κάτι πιο ουσιώδες;
Αυτό που αποφασίστηκε στις Βρυξέλλες τον περασμένο Δεκέμβριο δεν έχει μεγάλη σχέση με την αρχική ιδέα της PESCO. Αρχικά επρόκειτο για τη συνεργασία ορισμένων χωρών ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερες δυνατότητες για επιχειρήσεις υψηλής έντασης. Τώρα, πρόκειται απλά για 25 χώρες που συνεργάζονται για 17 δράσεις. Δεν υπάρχουν δυνατότητες για επιχειρήσεις υψηλής έντασης. Είναι μικρό, αλλά σημαντικό βήμα. Τα μάλλον μικρά σχέδια είναι αρκετά διαφορετικά από την αρχική ιδέα. Οι κινήσεις στον τομέα της Άμυνας συνήθως προχωρούν αργά. Τα καλά νέα ότι είναι τουλάχιστον άρχισαν. Η αντίδραση της Γαλλίας ήταν θετική γι’ αυτή την «λάιτ» εκδοχή της PESCO, αλλά το Παρίσι πρότεινε, επιπλέον, μια Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία επιχειρήσεων-επεμβάσεων. Αυτή η πρωτοβουλία δεν είναι τίποτε άλλο από την επαναπροώθηση της αρχικής ιδέας της PESCO με άλλη ετικέτα. Οπότε, στην πραγματικότητα μιλάμε αρχικά για μια “PESCO-λάιτ» και, έπειτα, ας πούμε ότι ακολουθεί η «Γαλλία στην Ε.Ε.» πρωτοβουλία για επιχειρήσεις -επεμβάσεις. Η γενική ιδέα είναι να συνδεθούν άλλες χώρες με τις γαλλικές αντιλήψεις και τον γαλλικό τρόπο πραγματοποίησης επιχειρήσεων. Γνωρίζουμε όλοι ότι η συνεργασία σε αυτό τον τομέα είναι απαραίτητη, αλλά υπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες στην Άμυνα.
Μπορεί πραγματικά η ΕΕ να έχει μια κοινή Αμυντική Βιομηχανία ή τα εθνικά συμφέροντα ξεπερνούν μια τέτοια προοπτική; Υπάρχουν παραδείγματα σχεδιασμών που δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ανταγωνιστικά.
Είμαι ιδιαίτερα σκεπτικιστής όταν μιλάμε για Ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της Αμυντικής βιομηχανίας. Η αμυντική βιομηχανία είναι ένα χώρος όπου δημιουργούνται θέσεις εργασίας υψηλών προσόντων. Αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο για την ΕΕ να προχωρήσει πραγματικά σε μια ενοποιημένη αμυντική βιομηχανία. Οι βιομηχανικοί παίκτες έχουν τα δικά τους συμφέροντα. Οι χώρες, επίσης, έχουν τα δικά τους συμφέροντα. Υπάρχουν «νησίδες» συνεργασίας αλλά αυτά τα παραδείγματα δεν αποδείχθηκαν όλα επιτυχημένα στο τέλος. Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία μια Ευρωπαϊκή αγορά εξοπλισμών θα ήταν απαραίτητη – τουλάχιστον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση – αλλά προχωράει πολύ αργά, αν όχι καθόλου. Έχουμε κοινό νόμισμα, αλλά δεν έχουμε κοινή αμυντική αγορά. Αλλά αυτό θα ήταν απαραίτητο για να αναπτυχθεί μια κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Αλλά υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος για να διανυθεί.
Υπάρχουν, βέβαια και μικρότερα projects, υψηλής τεχνολογίας όπως τα drones. Τι γίνεται εκεί;
Υπάρχουν ήδη Γάλλο-Βρετανικά και Γάλλο-Γερμανό-Ιταλικά σχέδια για drones. Και είναι, μάλιστα, ανοιχτά για συνεργασία και με άλλους. Ας περιμένουμε να δούμε. Από τη μια πλευρά υπάρχουν σχέδια συνεργασίας που δεν ήταν αποτελεσματικά από την οικονομική άποψη. Από την άλλη πλευρά, δεν βγάζει κανένα νόημα το γεγονός ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες παράγουν, για παράδειγμα τόσους διαφορετικούς τύπους αρμάτων μάχης, ενώ θα μπορούσαν να υπάρχουν ένας ή δύο. Αλλά ποιος θα απαρνιόταν το άρμα μάχης παραγωγής του, με την σχετιζόμενη τεχνογνωσία και τις υψηλών προσόντων θέσεις εργασίας; Θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε αν η κοινοπραξία της Γερμανικής εταιρείας κατασκευής αρμάτων μάχης KMW και η Γαλλική αντίστοιχή της Nexter, θα επιτύχουν. Ως προς τον κυβερνοχώρο υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες διότι πρόκειται για ένα σχετικά νέο πεδίο. Οι βασικοί παίκτες έχουν κάθε συμφέρον να μάθουν από άλλους. Θα  μπορούσε να σημαίνει περισσότερες συνεργασίες. Μια από τις 17 σχεδιαζόμενες δράσεις της PESCO, είναι η δημιουργία κοινής πλατφόρμας για περιστατικά στον κυβερνοχώρο. Πρέπει να επαναλάβω ότι πρόκειται για ένα πολύ μικρό βήμα, αλλά τουλάχιστον είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.
Υπάρχει μια σημαντική γερμανική πλευρά σε όλη αυτή τη συζήτηση. Η εξελισσόμενη κατάσταση σημαίνει ότι η Γερμανία ίσως χρειαστεί να επεκτείνει τις στρατιωτικές δυνατότητες της. Υπάρχουν καθόλου προβλέψεις για το κοντινό μέλλον;
Νομίζω ότι το στάτους-κβο στη Γερμανία θα βελτιωθεί πολύ αργά. Ήδη έχουμε εμπλακεί σε μερικές συνεργασίες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά η Γερμανία θα δώσει κυρίως έμφαση σε όσα συμβαίνουν στην ανατολική πτέρυγά μας. Αυτή είναι η βασική προτεραιότητά μας. Να δυναμώσουμε το ΝΑΤΟ και τον ρόλο μας σε σχέση με τις προκλήσεις που έρχονται από τα ανατολικά, δηλαδή τη Ρωσία. Επίσης, σε σχέση με τις επενδύσεις σε εξοπλισμούς. Την ίδια στιγμή η Γερμανία θα συνεχίσει να συμμετάσχει σε μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτή στο Βόρειο Ιράκ, όπου εκπαιδεύει Κούρδους Πεσμεργκά μαζί με τους Αμερικανούς. Και θα συνεχίζει να υποστηρίζει την Επιχειρησιακή Ομάδας Δράσης 150 (Task Force 150) στο Κέρας της Αφρικής, στον θαλάσσιο τομέα. Η Γερμανία δεν θα κάνει λιγότερα. Αλλά αμφιβάλλω ότι θα εμπλακεί σημαντικά περισσότερο, πολλώ δε μάλλον να αναλάβει μεγαλύτερες ευθύνες σε διεθνές επίπεδο. Αλλά θα δηλώσω ελαφρώς επιφυλακτικός, διότι ποτέ δεν μπορεί να προεξοφληθεί πως θα εξελιχθεί η κατάσταση στο διεθνές πεδίο. Ίσως αύριο συμβεί κάτι που η Γερμανία θα πρέπει να απαντήσει και να προχωρήσουμε σε μια νέα κατάσταση. Η Γερμανία θα συνεχίσει να μην βρίσκεται στο μέτωπο και να μην είναι ο πλέον ισχυρός συμμέτοχος. Η στρατιωτική επέμβαση είναι ένα πολύ κρίσιμο ζήτημα εσωτερικής πολιτικής υφής και θα πρέπει να υπάρχει πολύ καλή αιτιολόγηση για κάτι τέτοιο. Επίσης, στο μέλλον η Γερμανία θα είναι μέρος των συλλογικών επεμβάσεων, και πάλι όμως όχι στο μέτωπο. Για παράδειγμα η εμπλοκή της Γερμανίας στο Μάλι γίνεται κυρίως για πολιτικούς λόγου. Επειδή η Γάλλο-γερμανική συνεργασία είναι κρίσιμης σημασία για την Ε.Ε. Αλλά γενικά, η Γερμανία πρέπει να αναβαθμίσει τις δυνατότητές της. Η κατάσταση των γερμανικών εξοπλισμών είναι αξιοθρήνητη. Πρέπει να εκσυγχρονίσει τους εξοπλισμούς και κάτι τέτοιο παίρνει χρόνο. Μερικά υλικά δεν πια αξιόπιστα, όπως τα ελικόπτερα και τα υποβρύχια. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ούτε ένα λειτουργικό υποβρύχιο. Πρόκειται για αντίφαση. Από την μια πλευρά, η γερμανική βιομηχανία έχει δυνατότητες υψηλής τεχνολογίας στην ναυπήγηση υποβρυχίων. Από την άλλη, η Γερμανία δεν έβαλε αρκετά χρήματα ώστε να κρατήσει τα ίδια της τα υποβρύχια αξιόπλοα. Αλλά πρόκειται για κάτι που θα αλλάξει. Ένα μέρος από την αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού θα τοποθετηθεί στα υποβρύχια και τα ελικόπτερα και σε κάποιους ακόμα εξοπλισμούς που πρέπει να αναβαθμιστούν ή να εκσυγχρονιστούν.
Καθημερινή

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός19 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO31 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή