Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Οι ενεργειακοί πόλεμοι της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε στις

 Παναγιώτης Τήλλυρος
1. Η επιθετικότητα της Τουρκίας κατά της Κύπρου και η αδυναμία αντίδρασης της διεθνούς κοινότητας και εμπλεκόμενων δρώντων 
 
Στις 5.2.2018, η Τουρκία εισέβαλε ξανά στην Κύπρο με την έκδοση της παράνομης και άκυρης Navtex 0153/18 και την παρεμπόδιση του γεωτρητικού πλοίου Saipem 12000 της Ιταλικής εταιρείας ENI να προχωρήσει με την προγραμματισμένη γεώτρηση στον στόχο Σουπιά (cuttlefish) στο θαλασσοτεμάχιο 3 της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 20.2.2018 η Τουρκία προχώρησε στην έκδοση νέας Navtex ανανεώνοντας τον ναυτικό αποκλεισμό του γεωτρύπανου μέχρι τις 10.3.2018 με το πρόσχημα δήθεν στρατιωτικών ασκήσεων. Ως προς την ανανέωση της Navtex δεν υπήρχε καμία αμφιβολία από την αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση δεν λήφθηκαν προορατικά (proactive) μέτρα παρόλο που η συμπεριφορά της Τουρκίας ειδικά απέναντι στην Ελληνισμό είναι προβλέψιμη. Υπήρξε ξανά εναπόθεση ελπίδων σε συναισθηματικές ψευδαπάτες, παρόλο που οι διεθνείς σχέσεις πρέπει να αντικρίζονται και να αναλύονται μέσα από το υπόδειγμα του απόλυτου ρεαλισμού.
Αν το γεωτρητικό πλοίο Saipem 12000 της Ιταλικής εταιρείας ENI τρυπήσει για φυσικό αέριο στο θαλασσοτεμάχιο 3 της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας (κάτι που δεν προβλέπεται να γίνει τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, αφού το Saipem θα αναχωρήσει σύντομα για το Μαρόκο) τότε η Τουρκία θα έχει πετύχει μόνο μία «τακτική νίκη» αλλά όχι μία «στρατηγική νίκη» που είναι και ο σκοπός της. Η «τακτική νίκη» θα έχει μόνο οικονομικό κόστος. Η «στρατηγική νίκη» θα προκαλέσει ακόμη ένα τετελεσμένο και θα προκαλέσει τεράστια ζημιά στο ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου με πολλές οδυνηρές προεκτάσεις. Υπάρχει μόνον ένας τρόπος να τρυπήσει το Saipem 12000: Να συνοδευτεί στον χώρο της γεώτρησης από ένα Ιταλικό ή/και ένα Γαλλικό πολεμικό πλοίο.
 
Αν η Άγκυρα έβλεπε αποφασιστικότητα να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της τότε θα αναθεωρούσε τη στάση της. Δυστυχώς η Κύπρος βρίσκεται ξανά μόνη. Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει εύλογα συμφέροντα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, τα οποία δεν περιορίζονται στα ενεργειακά, ούτε ισχυρά μέλη της όπως η Γαλλία και η Ιταλία, που έχουν και αποικιοκρατική παράδοση δεν φαίνονται διατεθειμένα να εξασκήσουν δυναμική εξωτερική πολιτική προφανώς γιατί τα συμφέροντα τους με την Τουρκία είναι μεγαλύτερα. Τουλάχιστον από τη Γαλλία θα αναμενόταν κάποιου είδους έμπρακτης εμπλοκής. Η Ιταλία αποδείχτηκε αδύναμη να στηρίξει την Ιταλική ENI, όπου το Υπουργείο Οικονομίας της χώρας κατέχει το 30,1% του μετοχικού κεφαλαίου και τον έλεγχο της εταιρείας. 
 
Από την Βρετανία που είναι και εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν θα αναμενόταν τίποτε περισσότερο από την υποκριτική τήρηση φαινομενικά ίσων αποστάσεων κατά παράβαση των εγγυητικών της υποχρεώσεων μπροστά στην επιθετικότητα της Τουρκίας και την παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου. Στην πραγματικότητα η Βρετανική πολιτική είναι απόλυτα φιλοτουρκική στο πλαίσιο του ανέκαθεν δόγματος «διαίρει και βασίλευε», έτσι ώστε η Κυπριακή Δημοκρατία να μην μπορεί ποτέ να έχει πραγματική ανεξαρτησία ή να μπορεί να υιοθετήσει πολιτικές ενάντιες στα συμφέροντα της Βρετανίας. Τα Ηνωμένα ΄Εθνη ακολούθησαν ξανά την Ποντιοπιλατική πεπατημένη νίπτοντας τας χείρας τους και αγνοώντας την ίδια τη Σύμβαση τους για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS 1982), επιβραβεύοντας έτσι την Τουρκία που την καταστρατηγεί. Με τη στάση τους αυτή αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του Οργανισμού και τον σπρώχνουν προς την αυτοαναίρεση όπως συνέβη και με την Κοινωνία των Εθνών τη δεκαετία του 1930 όταν αυτή αποδείχτηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα των δυνάμεων του άξονα. 
 
Σε αντίθεση με το Ισραήλ που έμπρακτα προασπίστηκε με στρατιωτικά μέσα τη γεώτρηση της Αμερικανικής εταιρείας ισραηλινών συμφερόντων Noble στο τεμάχιο 12 (Αφροδίτη) το 2012, οι εμπλεκόμενες Ευρωπαϊκές δυνάμεις της Ιταλίας και Γαλλίας απέτυχαν να σταθούν στο πλευρό του δικαίου και των δικών τους συμφερόντων, που δεν περιορίζονται βέβαια στην Κύπρο. Για την Τουρκία η εισβολή στην ΑΟΖ της Κύπρου παρέμεινε μια μικρή κρίση χαμηλής έντασης χωρίς να χρειαστεί κλιμάκωση της για να πετύχει τους σκοπούς της. Η Τουρκία δοκίμασε (tested) τις αντιδράσεις της Διεθνούς Κοινότητας και κυρίως της Ελλάδας, γνωρίζοντας ότι οι δυνατότητες  της Κύπρου είναι ελάχιστες ως μηδαμινές. Η απουσία έμπρακτης υποστήριξης της Λευκωσίας από τις εμπλεκόμενες χώρες δεν προοιωνίζει θετικές εξελίξεις για το μετέπειτα ενεργειακό πρόγραμμα της Κυπριακής Δημοκρατίας αν και δεν προβλέπεται ότι η Άγκυρα θα τολμήσει να παρενοχλήσει τη γεώτρηση της Exxon-Mobil στο θαλασσοτεμάχιο 10 κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2018. Για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται ότι η διπλωματία χωρίς ισχύ έχει μηδενική αξία ή προσδοκώμενο όφελος.
 
2. Στόχοι της Τουρκίας με την εισβολή της στην Κυπριακή ΑΟΖ 
 
Περνώντας από τις παρενοχλήσεις εξ’ αποστάσεως με το Barbaros στην πειρατική πράξη παρεμπόδισης της γεώτρησης  με τον πολεμικό της στόλο οι  στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας συνίστανται στους ακόλουθους: 
 
α. Να σταματήσει το ερευνητικό πρόγραμμα της Κυπριακής Δημοκρατίας για εξεύρεση υδρογονανθράκων και περαιτέρω να παρεμποδίσει την εκμετάλλευση τους.
β. Να διεκδικήσει σημαντικό μέρος της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση της Σύμβασης για το δίκαιο της θάλασσας.
 
γ. Να γίνει συνδικαιούχος, συνιδιοκτήτης και συγκυρίαρχος στον ενεργειακό πλούτο της Κύπρου, με το πρόσχημα των Τουρκοκυπρίων και να καταστεί μέρος της ενάσκησης της ενεργειακής πολιτικής της, έτσι ώστε να την κατευθύνει προς τον στόχο της Τουρκίας να καταστεί η ίδια ενεργειακός κόμβος. 
 
δ. Να υφαρπάξει τον ενεργειακό πλούτο που βρίσκεται στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και να τον διοχετεύσει μέσω αγωγού στην Τουρκία επιβάλλοντας τους όρους της για τις τιμές και καθιστώντας τη Κύπρο όμηρο της, παρόλο που η Κύπρος έχει στη διάθεση της πολύ καλύτερες εξαγωγικές επιλογές. 
 
ε. Να εξαναγκάσει τις πετρελαϊκές εταιρείες που εμπλέκονται στο πρόγραμμα διερεύνησης και παραγωγής υδρογονανθράκων να διαπραγματεύονται ουσιαστικά μαζί της μέσω μιας λεγόμενης Επιτροπής συνδιαχείρισης των υδρογονανθράκων, προβάλλοντας τους Τουρκοκυπρίους ως συνιδιοκτήτες, καταργώντας έτσι την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εκπροσωπεί όλους τους Κυπρίους.
 
στ. Να εξευτελίσει και να σύρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ένα εντελώς παροπλισμένο και αποδυναμωμένο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας για να του επιβάλει τους όρους της για επίλυση του Κυπριακού στη βάση της προτεινόμενης συγκυριαρχίας σε μια συνομοσπονδία. Το φυσικό αέριο θα τεθεί εκβιαστικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για να είναι μέρος της λύσης. Πολύ χειρότερα, η Άγκυρα είναι σήμερα προσανατολισμένη στην αρπαγή των υδρογονανθράκων της Κύπρου χωρίς λύση, το χαρτί των οποίων παρουσιαζόταν μέχρι πρόσφατα ως κίνητρο για λύση του Κυπριακού. Η Τουρκία δεν θα αποδεχτεί την αποχώρηση όλων των κατοχικών στρατευμάτων, ούτε και την κατάλυση του ρόλου της ως εγγυήτριας δύναμης. 
 
ζ. Να καταργήσει με την προτεινόμενη λύση την Κυπριακή Δημοκρατία και να την μετατρέψει όχι απλά σε δορυφόρο της δικής της σφαίρας επιρροής αλλά σε αποικία. Ήδη στο κατεχόμενο Βόρειο τμήμα της Κύπρου έχει εγκαταστήσει εκατοντάδες χιλιάδες έποικους στο πλαίσιο της σταδιακής τουρκοποίησης της με βάση την Έκθεση του Ismail Nihat Erim το 1956.
 
η. Χρησιμοποιώντας τραμπουκικές τακτικές εξαναγκασμού και κατατριβής να μετατρέψει τη θάλασσα της Λεβαντίνης σε τουρκική  λίμνη και να αποδείξει σε διεθνές επίπεδο ότι είναι ο ηγεμόνας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
 
θ. Να παρεμποδίσει άλλες μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις να έχουν πρόσβαση ή αποφασιστικό ρόλο στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της περιοχής και στον χρόνο και στον τρόπο αξιοποίησης τους εκτός κάτω από τους δικούς της όρους.
 
Προβάλλεται από ορισμένους το επιχείρημα ότι η αυξημένη επιθετικότητα οφείλεται στο γεγονός ότι δεν του βγαίνει του  Ερντογάν ο εύκολος περίπατος στην Κουρδική επαρχία Αφρίν της Βόρειας Συρίας, όπου επιδιώκει να αναβιώσει την Οθωμανική αυτοκρατορία και να παρεμποδίσει την εκκόλαψη Κουρδικού κράτους. Το κάνει αυτό με την ανοχή της Ρωσίας και του Ιράν, χωρών που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τα αμερικανικά και ισραηλινά συμφέροντα στην περιοχή. Επίσης λέγεται ότι η πρόκληση έντασης τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο γύρω από τα Ίμια, όπου το σκάφος UMUT της τουρκικής ακτοφυλακής εμβόλισε στις 12.2.2018 το σκάφος «Γαύδος» του Ελληνικού Λιμενικού Σώματος, απευθύνεται στην τουρκική   κοινή γνώμη και στους εθνικιστές για να κερδίσει ο Ερντογάν τις προεδρικές εκλογές του 2019. 
 
Παρόλο που τα πιο πάνω πιθανόν να ισχύουν είναι άσχετα με τις βασικές παραμέτρους που κατευθύνουν την τουρκική   εξωτερική πολιτική, η οποία βασίζεται σε μια μακροχρόνια άποψη της ιστορίας, κατά την κινέζικη παράδοση, την οποίαν η Άγκυρα έχει εφαρμόσει μεθοδικά και με επιτυχία κατά του Ελληνισμού και δυστυχώς με τραγικά αποτελέσματα για την Κύπρο όπου η Τουρκία εισέβαλε το 1974 με βάση συστηματικό σχεδιασμό. Οι βασικοί στόχοι της Τουρκίας είναι εθνικιστικοί και αποσκοπούν στην αρπαγή εδαφών όπως ανέκαθεν στην ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και του πλούτου που αποφέρουν τα εδάφη και οι θαλάσσιες τους ζώνες. Αυτή η πραγματικότητα ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις: Στη Κύπρο, στο Αιγαίο, στη Συρία και στο Ιράκ όπου η Άγκυρα εποφθαλμιά τα πετρέλαια της Μοσούλης και όπου συνεργάστηκε με το Ισλαμικό κράτος για την αγορά φθηνού πετρελαίου. Στη Συρία η Τουρκία διεκδικεί μερίδιο από τα οικονομικά οφέλη μαζί με τη Ρωσία, την Αμερική και το Ιράν. Συγκεκριμένα, η Άγκυρα ανέπτυξε τη θεωρία των γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Επιδιώκει ξεκάθαρα να καταστεί εταίρος στον ενεργειακό του πλούτο, αλλά και να αποδυναμώσει πλήρως την Ελλάδα. Δεν πρέπει να υπάρχει η αυταπάτη ότι ο Ερντογάν κάνει απλά εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση. Η Τουρκία διαθέτει θεσμούς που ανέκαθεν και πάντοτε προωθούν τους στόχους της με μακροχρόνιο σχεδιασμό. 
 
Για επίτευξη των επιδιώξεων της η Τουρκία από την εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ έχει συστηματικά κτίσει ένα στρατιωτικό κράτος, όπως και το Ισραήλ, με μια διαφορά: Το Ισραήλ επιδιώκει την επιβίωση του στο Αραβικό περιβάλλον όπου συστάθηκε το 1948, ενώ το Τουρκικό δόγμα είναι άκρως επιθετικό, κατακτητικό και αρπακτικό, σύμφωνα με τη παράδοση των Τουρκικών ορδών που εισέβαλαν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
 
Η Άγκυρα επιδιώκει συστηματικά να ενταχθεί στην ομάδα των μεγάλων δυνάμεων, όχι απλά της Γαλλίας και της Βρετανίας αλλά των υπερδυνάμεων της Αμερικής και της Ρωσίας. Διακηρύττει ότι έχει τόση ισχύ ώστε μπορεί να διεξάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα στην Ανατολή και στη Δύση, όπως η Γερμανία κατά τον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η Τουρκία διατύπωσε το δόγμα των 2,5 πολέμων, (iki buçuk savaş doktrini), για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1990, εκφράζοντας τη στρατηγική της να είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα εξωτερικές και εσωτερικές απειλές: Στη Δύση εναντίον της  Ελλάδας, στην Ανατολή κατά της Συρίας ή του Ιράκ και στο εσωτερικό μέτωπο κατά των Κούρδων. Ενάντια σε αυτόν τον διακηρυγμένο σχεδιασμό, στην αυξανόμενη τουρκική απειλή και στις προκλητικές διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Κύπρο,  η Ελλάδα αντέταξε τα φοβικά της σύνδρομα, τα συνηθισμένα ελληνικά κενά, την ανασφάλεια, τη γύμνια, την επιπολαιότητα και τις αυταπάτες της κάστας που κυβερνά το Αθηναϊκό κράτος.
 
3. Ανασκόπηση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων μέσα από τα διδάγματα του Ιστορικού Θουκυδίδη
 
Σύμφωνα με την αμερικανική ιστοσελίδα globalfirepower.com  που υπολογίζει τον Δείκτη Ισχύος  (Power Index) των χωρών η  Τουρκία διαθέτει περίπου διπλάσια,  στρατιωτική ισχύ από την Ελλάδα, αφού αυτή κατατάσσεται στη  8η θέση ενώ η Ελλάδα στην 28η. Είναι ενδιαφέρον ότι η Τουρκία βρίσκεται μπροστά από τη Γερμανία την Ιταλία και το Ισραήλ (9η, 11η και 15η θέση αντίστοιχα). Αυτό καταδεικνύει και τι μπορεί να κάνει ακόμη και μια ισχυρή χώρα όπως η Ιταλία αναφορικά με το Ιταλικό  γεωτρύπανο της ENI έστω και αν παραγνωρίζονταν τα ευρύτερα οικονομικά της συμφέροντα με την Τουρκία. Η εγκληματική διαχείριση του Ελληνικού κράτους για τόσες δεκαετίες οδήγησε την Ελλάδα στη σημερινή θλιβερή της κατάσταση. Δεν υπάρχει επαρκής αποτρεπτική ισχύς εξ’ ου και η αποθράσυνση της Τουρκίας στα υποσυστήματα γεωπολιτικής ισχύος που αφορούν άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο: Στην Θράκη και στο Αιγαίο, στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει αποτροπή η Τουρκία αποκομίζει τεράστια πολιτικά και οικονομικά οφέλη με την πολιτική των κανονιοφόρων με μηδενικό κόστος. 
 
Ο πόλεμος κατά τον Clausewitz αποτελεί συνέχεια της πολιτικής. Η Τουρκία εφαρμόζει συστηματικά αυτό τα δόγμα με την εισβολή στην Κύπρο το 1974, με τον ακήρυκτο πόλεμο στο Αιγαίο, με την εισβολή στο Αφρίν,  της Συρίας (από την οποίαν άρπαξε το 1939 την Αλεξανδρέττα που ίδρυσε ο Μέγας  Αλέξανδρος) και την θαλάσσια εισβολή στην ΑΟΖ της Κύπρου στις 5.2.2018 με την έκδοση της Navtex 0153/18. 
 
Κατά την πρόσφατη εισβολή της Τουρκίας στη θαλάσσια ζώνη της Κύπρου η Ελλάδα ήταν ξανά απούσα, αφού αναλώνεται στα συνήθη σκάνδαλα, μιζών, διαπλοκής, διαφθοράς και πελατειακών σχέσεων όπως το σκάνδαλο Novartis, τα οποία απέτρεψαν τη δημιουργία ενός κανονικού κράτους και βύθισαν τη χώρα στο έσχατο σημείο της παρακμιακής της διαδρομής. Πρόσθετα, η χώρα αναλώνεται σε διαδικασίες συναισθηματικής έξαρσης για το όνομα των Σκοπίων, που έπρεπε να είχε επιλυθεί από το 1991, και το οποίο δεν είναι για τον Ελληνισμό τόσο σημαντικό σε σχέση με τη γεωπολιτική και ενεργειακή αξία της Κύπρου και της Ανατολικής Μεσογείου.
 
Τα ίδια δεινά βέβαια διαπλοκής, διαφθοράς μαστίζουν και την Κύπρο όπου το τραπεζικό κατεστημένο μαζί με το πελατειακό κομματικό σύστημα επέβαλαν τόση αναξιοκρατία και επέδειξαν τόση ανικανότητα που οδήγησαν στην κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και το ανήκουστο στην ιστορία εγκληματικό κούρεμα του Μαρτίου 2013, όπου οι κόποι, οι μόχθοι και ο πλούτος του Κυπριακού λαού πέρασαν στα χέρια των κλεπτοκρατών, ενώ το τραπεζικό σύστημα πέρασε ουσιαστικά στα χέρια ξένων συμφερόντων. Αυτή η παράνομη ενέργεια αποδυνάμωσε και το κράτος αλλά και τις αντιστάσεις του κυπριακού λαού στην παρούσα κρίσιμη καμπή της ιστορίας του. Βέβαια το πολιτικο-οικονομικό κατεστημένο της Ελλάδας συνέδραμε στην οικονομική εισβολή της Κύπρου από το Euro group και την Τρόικα, εκμεταλλευόμενο την ανικανότητα των κυπριακών θεσμών ελέω αναξιοκρατίας να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των Κυπρίων πολιτών. Το κούρεμα του ελληνικού χρέους τον Οκτώβριο του 2011 κόστισε στην Κύπρο €4,5 δις ή 25% του κυπριακού ΑΕΠ, ενώ τα κυπριακά τραπεζικά καταστήματα στην Ελλάδα παραχωρήθηκαν με κέρδος €3,2 δις προς όφελος της τότε Τράπεζας Πειραιώς (σημερινής Astrobank) εις βάρος των Κύπριων κατόχων αξιογράφων, μετόχων και καταθετών. Το παράνομο κούρεμα έπληξε την αμυντική ικανότητα της Κύπρου αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση ενήργησε δυσμενώς σε βάρος της Κύπρου σε σύγκριση με την Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία και Πορτογαλία που επίσης χρειάστηκαν χρηματοοικονομική στήριξη. Όπως και τότε, και τώρα δεν υπήρξε κοινοτική αλληλεγγύη σε σχέση με την παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρόλο που στην κυπριακή ΑΟΖ διακυβεύονται ύψιστα κοινοτικά συμφέροντα που άπτονται της ενεργειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
Όταν η Ελλάδα εκδιώχθηκε το 1922 από την ιστορική της εστία και τον οικονομικό της πνεύμονα στην Μικρά Ασία, κυρίως από τα δικά της λάθη και λιγότερο από τις επιβουλές των ξένων, από νικήτρια στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκε βαριά ηττημένη, ενώ η Τουρκία από ηττημένη θριάμβευσε επιβάλλοντας τη Συνθήκη της Λωζάνης (24.7.1923), η οποία αντικατέστησε τη Συνθήκη των Σεβρών (10.8.1920). Και αντί να ακολουθήσει τη μοναδική συνταγή επιβίωσης δηλαδή να κτίσει ένα πανίσχυρο στρατιωτικά κράτος στο πρότυπο του Ισραήλ, βασισμένο σε μια ισχυρή οικονομία, αυτό το έκανε η Τουρκία. Το αποτέλεσμα είναι το σημερινό ανισοζύγιο δυνάμεων και ο φόβος του αντιπάλου. Η Ελλάδα είναι σήμερα χρεωκοπημένη, με μια οικονομία χωρίς βιομηχανική ραχοκοκαλιά και ένα λαό εξαθλιωμένο από τα μέτρα λιτότητας της Τρόϊκα, η οποία εκλιπαρεί να της χαρίσουν τα χρέη. Σύμφωνα με τον Δείκτη Δυστυχίας (Misery Index) του Bloomberg, που δημοσιεύτηκε στις 15.2.2018, η ελληνική οικονομία είναι η 5η πιο μίζερη στον πλανήτη με τις πιο άθλιες προοπτικές για το 2018, ενώ η κουρεμένη Κύπρος βρίσκεται στην 18η θέση.
 
Από την άλλη, η Τουρκία βρίσκεται στη 18η θέση στην Ομάδα των G20 πιο προηγμένων βιομηχανικών χωρών με στόχο να εισέλθει στις πρώτες 10. Έχει αναπτυγμένη στρατιωτική βιομηχανία, η οποία σε περίπτωση πολέμου αποτελεί παράμετρο ισχύος. H στρατιωτική βιομηχανική υποδομή μιας χώρας καθορίζει την ισχύ των ενόπλων δυνάμεων της και το επίπεδο της ασφάλειά της κάτι που είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο. Η Χιτλερική Γερμανία  άντεξε για σχεδόν ένα χρόνο, αντί για τρεις μήνες που υπολογιζόταν, από την απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία στις 6.6.1944 (D-Day) μέχρι την συνθηκολόγηση άνευ όρων στις 8.5.1945 γιατί ήταν σε θέση να αυξήσει την παραγωγή στρατιωτικού υλικού και εφοδίων πολέμου. Η Ελλάδα κατάφερε να αφανίσει σχεδόν εξολοκλήρου την όποια στρατιωτική βιομηχανία διέθετε σαν να μην έχει διδαχτεί τίποτε από τη μικρασιατική καταστροφή όπου δεν μπορούσε να συντηρήσει τις γραμμές ανεφοδιασμού του στρατού της. Αυτό προδιαγράφει μια αρνητική δυναμική και προοπτική στην περίπτωση σύγκρουσης με την Τουρκία. 
 
Η  εγχώρια πολιτική ελίτ της Ελλάδας ενδεχόμενα βολεύεται με την ανυπαρξία στρατιωτικής βιομηχανίας γιατί έτσι αυξάνονται τα κερδοφόρα συμβόλαια εισαγωγών και οι μίζες που προσφέρονται. Φαίνεται να ελπίζει πως θα τη σώσουν οι ‘‘σύμμαχοι”  ή η Ευρωπαϊκή Ένωση παραγνωρίζοντας τον Θουκυδίδη που τονίζει ότι η ελπίδα δεν είναι στρατηγική. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πόλεμου οι Μήλιοι γνώριζαν ότι δεν δύνανται να υπερισχύσουν των Αθηναίων εξαιτίας του δίκιου τους γιατί όπως δήλωσε και ο Βρετανός φιλόσοφος Bertrand Russell  ‘‘ο πόλεμος δεν καθορίζει ποιος έχει δίκιο αλλά ποιος παραμένει (νικά) και ουαί τοις ηττημένοις (Vae victis), όπως δήλωσαν οι Γαλάτες στους ηττημένους Ρωμαίους.  
 
Οι αβέβαιες ελπίδες φέρνουν την καταστροφή, όπως δήλωσαν οι Αθηναίοι στους Μηλίους αφού «κατά την ανθρώπινη λογική μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και τα δύο μέρη έχουν ίση ισχύ και ότι οι ισχυροί πράττουν ότι τους επιτρέπει η δύναμή τους ενώ οι αδύναμοι παραχωρούν ότι τους επιβάλλει η αδυναμία τους». Γι΄αυτό και θα ήταν σοφότερο και η Ελλάδα και η Κύπρος να μην στηρίζονται στους εταίρους τους είτε στο ΝΑΤΟ είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία επέβαλε το εγκληματικό κούρεμα τον Μάρτιο του 2013 για να αποδυναμώσει την Κυπριακή Δημοκρατία, αντί να την ενισχύσει ως το νοτιοανατολικό της σύνορο. Ούτε  οι οποιεσδήποτε τριμερείς ή τετραμερείς συμφωνίες ή συνεταιρισμοί με περιορισμένο περιεχόμενο ή έκταση (συνεργασία σε θέματα χαμηλής πολιτικής) μπορούν να φανούν χρήσιμες απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας, η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με επίδειξη σκληρής ισχύος.
 
Από τη σοφία του Θουκυδίδη προκύπτει ξεκάθαρα ότι στο άναρχο διεθνές σύστημα που περιλαμβάνει κράτη-μέλη άνισου μεγέθους, ανάπτυξης και κατ΄ επέκταση άνισης οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος αναπόφευκτα θα προκύψουν ηγεμονικές αξιώσεις όπως αυτές της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, που ανέκαθεν αντιμετώπιζαν φοβερά διλήμματα ασφαλείας, ειδικά η Κύπρος. Οι δύο χώρες βρίσκονται σήμερα εγκλωβισμένες στη «Θουκυδίδεια παγίδα» ενός ίσως αναπόφευκτου πολέμου ύστερα από σειρά λαθών δεκαετιών. Η ανερχόμενη ισχυρή αναθεωρητική δύναμη της Τουρκίας προκαλεί την υπάρχουσα τάξη στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Σήμερα, τα κράτη πολεμούν για τους ίδιους λόγους που ο Θουκυδίδης εντόπισε πριν από 2.500 χρόνια: «από φόβο, για την τιμή και για το συμφέρον». Αναφορικά με αυτά τα τρία κίνητρα η Τουρκία δεν φαίνεται να φοβάται τη Ρωσία, (κατέρριψε το ρωσικό βομβαρδιστικό τύπου Sukhoi Su-24M που επιχειρούσε δράση κατά Σύριων Τουρκμένων ανταρτών στη βόρεια Συρία και όμως κατάφερε να πείσει τον Πούτιν να της πωλήσει  το Αντιαεροπορικό Πυραυλικό Συγκρότημα S-400 «Triumph» που η ίδια η Ρωσία χρησιμοποιεί στη Συρία), ενώ απειλεί τους Αμερικανούς να φύγουν από το Manbij, έδαφος στη Συρία που ελέγχεται από τις κουρδικές δυνάμεις του YPG (Δυνάμεις Προστασίας του Λαού) για να μην δεχτούν οθωμανικό χαστούκι!
 
Η Τουρκία, πιστή στην παράδοση λεηλασίας, συμπεριφέρεται παντελώς ανέντιμα και ανήθικα  με τις παράνομες απαιτήσεις της σε βάρος της Κύπρου και της Ελλάδας (αφού στις διεθνείς σχέσεις δεν τίθεται κατά κανόνα ζήτημα ηθικής) και ενεργεί αποκλειστικά για το αρπακτικό της συμφέρον από τότε που τα οθωμανικά φύλα εισέβαλαν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αντίθετα, η Ελλάδα υποφέρει από το φοβικό σύνδρομο της ήττας που προσκολλήθηκε από το 1922, έχει χάσει την τιμή και την αξιοπρέπεια της, που έγιναν παρανάλωμα στα επί δεκαετίες γλέντια της κλεπτοκρατικής διαφθοράς και της κακοδιοίκησης, ενώ έπαψε να αναγνωρίζει ποιο είναι το πραγματικό συμφέρον της: Για παράδειγμα ότι η Κύπρος ήταν ανέκαθεν το προπύργιο της δικής της ασφάλειας και ότι από τότε που παραδόθηκε προδοτικά στους Τούρκους τον Ιούλιο του 1974 άρχισε ο εφιάλτης των Τουρκικών αξιώσεων στο Αιγαίο, που είναι  και ο μοναδικός πνεύμονας που της έχει μείνει, αφού απώλεσε τον άλλο της Μικράς Ασίας. Αν χαθεί το Αιγαίο που προσδίδει στην Ελλάδα το ελάχιστο στρατηγικό βάθος που της απέμεινε τότε τίθεται σε αμφιβολία η ίδια η ύπαρξη της.
 
4. Ο Αγωγός της Ανατολικής Μεσογείου
 
Η ανακάλυψη στις 8.2.2018 από τις Διεθνείς Εταιρείες Πετρελαίου ENI και Total του κοιτάσματος Καλυψώ στο Τεμάχιο 6 στην κυπριακή ΑΟΖ, η οποία προκάλεσε και την τουρκική πειρατική πρόκληση, θεωρείται σημαντικότατη σύμφωνα με το αναθεωρημένο μοντέλο εξερεύνησης ανθρακικών πετρωμάτων το οποίο βασίζεται στην ανακάλυψη του Αιγυπτιακού zohr. Σύμφωνα με την Αμερικανική Γεωλογική Επισκόπηση τα αποθέματα φυσικού αερίου στη λεκάνη της Λεβαντίνης και την Ανατολική Μεσόγειο (περιοχή μεταξύ Κύπρου, Λιβάνου και Αιγύπτου) ξεπερνούν τα 340 Τρισεκατομμύρια Κυβικά πόδια (ΤΚΠ) φυσικού αερίου (και 1,76 δις βαρέλια πετρελαίου), που είναι περισσότερα από τα αποδεδειγμένα αποθέματα των ΗΠΑ. Κατά συνέπεια η Ανατολική Μεσόγειος συνιστά ενεργειακό καταλύτη ‘‘αλλαγής παιχνιδιού’’ (game changer) για την Ευρώπη, στο βαθμό που οι ισχυρές τουλάχιστον χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίσουν ότι δεν θα επιτρέψουν στην Τουρκία να μονοπωλήσει την κατάσταση. 
 
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες άρχισε να προβάλλεται τα τελευταία δύο χρόνια όλο και πιο δυναμικά η ιδέα του αγωγού φυσικού αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ευρώπη γνωστού ως East Med. Εκτός από τις παραδοσιακές πηγές εφοδιασμού με φυσικό αέριο από τη Ρωσία, τη Νορβηγία και τη Βόρειο Αφρική, η Ευρώπη αναζητά νέες προμήθειες μέσω του «νότιου διαδρόμου» που περιλαμβάνει τον «τέταρτο διάδρομο» από την Κασπία (από το Αζερμπαϊτζάν και πιθανώς το Τουρκμενιστάν μέσω Τουρκικού εδάφους και των αγωγών TANAP-TAP) και τον «πέμπτο διάδρομο» από την Ανατολική Μεσόγειο.  Άρχισε δε να ψιθυρίζεται από τους προαγωγούς του έργου East Med, πίσω από τον οποίον κρύβονται τεράστια ιδιωτικά εμπορικά συμφέροντα, ακόμη και στο παρόν στάδιο της χρηματοδότησης μελετών από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως έργου κοινού συμφέροντος, ότι το κόστος κατασκευής του έχει μειωθεί δραστικά στα $5 δις από $10-15 δις που υπολογιζόταν προηγουμένως. Ποτέ όμως δεν εξηγήθηκε πως και γιατί μειώθηκε το κόστος τόσο δραστικά. Ούτε αναλύθηκε πως θα προσπελαστούν τα τεράστια τεχνικά προβλήματα σε ορισμένα σημεία της υποθαλάσσιας διέλευσης. 
 
Αλλά ακόμη και αν αγνοηθούν οι πιο πάνω παραδοχές δεν μπορούν να μην ληφθούν υπόψη οι γεωπολιτικές παράμετροι. Το κυριότερο σημείο είναι ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η αντίδραση της Τουρκίας, η οποία επιμένει όπως τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου διοχετευθούν με αγωγό μέσα από το έδαφος της στο πλαίσιο του στόχου της να καταστεί ενεργειακό κέντρο (energy hub). Αυτό θα σήμαινε πως οποιαδήποτε απεξάρτηση κερδίσει η ενεργειακή τροφοδοσία της Ευρώπης από τη Ρωσία θα μετατρεπόταν σε τουρκική   εξάρτηση. Κατ΄ αρχήν η Τουρκία δεν θα επιτρέψει την κατασκευή του East Med εκτός αν εξαναγκαστεί από συνασπισμένες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία και υπάρξει στήριξη από τις ΗΠΑ. Βέβαια θα μπορούσε να προβληθεί η θέση ότι η Γαλλία και η Ιταλία θερίζουν σήμερα ότι έσπειραν το 1922 σε σχέση με τα σύγχρονα συμφέροντα τους όταν παρέδωσαν οπλισμό στην Τουρκία και βοήθησαν τον Κεμάλ Ατατούρκ να εκδιώξει τους Έλληνες και τους άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς από την Μικρά Ασία.
 
Παραχώρησαν στους Τούρκους, εχθρούς τους κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσους συντελεστές δυνητικής ισχύος όπως αμαχητί την Ανατολική Θράκη και τα στενά του Βοσπόρου / Δαρδανελίων, (τα οποία αποτελούν ένα από τα επτά περάσματα της γης (choke points) όπου μπορεί να παρεμποδιστεί η θαλάσσια μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου), ώστε μετέτρεψαν την Τουρκία στη δύναμη που είναι σήμερα. Από τότε, αργά ή γρήγορα η άνοδος της Τουρκίας ως ισχυρής στρατιωτικής δύναμης ήταν αναπόφευκτη. Η Ελλάδα αντί να διατηρεί την ισορροπία δυνάμεων παρέμεινε ουραγός με αποτέλεσμα να μην τολμά να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, που αποτελεί δικαίωμα της το οποίο απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο, λόγω του τουρκικού casus belli. Ούτε και έχει προβεί  σε καθορισμό της ΑΟΖ της με συμφωνίες οριοθέτησης με την Κύπρο και την Αίγυπτο για τους ίδιους λόγους. Η ατολμία των Ελλήνων πολιτικών έχει καταποντίσει τη χώρα σε μια λιμνάζουσα κατάσταση. 
 
Έχω αναλύσει σε άλλη αρθρογραφία καθώς και σε πανεπιστημιακή διατριβή πως ο αγωγός φυσικού αερίου East Med δεν συνιστά τη βέλτιστη εξαγωγική επιλογή για τα κυπριακά κοιτάσματα φυσικού αερίου. Η άριστη οικονομική και γεωπολιτική επιλογή είναι το Τερματικό Υγροποίησης Φυσικού Αερίου, όπως αναλύεται πιο κάτω . 
 
5. Τα οφέλη του Κυπριακού Τερματικού Υγροποίησης Φυσικού Αερίου
 
Ένας Τερματικός Σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) στο Βασιλικό στην Κύπρο θα εξυπηρετούσε τόσο τα συμφέροντα της  Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια Μονάδα ΥΦΑ με έδρα την Κύπρο αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή εκμετάλλευσης και εξαγωγής του φυσικού της αερίου αφού διασφαλίζει το ενεργειακό μέλλον της χώρας και την τροχιά ανάπτυξης της οικονομίας. Ταυτόχρονα θα προσδώσει στην οικονομία μία σημαντική βιομηχανική βάση γύρω από την οποία θα συγκεντρωθεί μια πλειάδα από υποστηρικτικές παραγωγικές μονάδες και υπηρεσίες.  
 
Ένα Τερματικό ΥΦΑ δύο συστοιχιών είναι πλήρως δικαιολογημένο, εφόσον η πρόσφατη ανακάλυψη του κοιτάσματος της Καλυψώς στο θαλασσοτεμάχιο 6 έχει ανεβάσει τα αποθέματα φυσικού αερίου της Κύπρου στα 12 περίπου ΤΚΠ συμπεριλαμβανομένων των υφιστάμενων 4,5 ΤΚΠ αποθεμάτων της Αφροδίτης (τεμάχιο 12). 
 
Tα σχόλια αντιπροσωπεύουν την προσωπική γνώμη των συγγραφέων τους και όχι αυτή του Sigmalive.com

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO37 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή