Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το φάρμακο του Ερντογάν και ο ψεύτικος πόλεμος

Δημοσιεύτηκε στις

Η ηρεμία στη γραμμή αντιπαράταξης είναι παραπλανητική. Διότι, κρύβει την πραγματικότητα. Αποκρύβει δηλαδή τη συνεχή τουρκική απειλή, η οποία θέλει το φάρμακό της. Την αποτροπή. Για να υπάρχει ασφάλεια. Αυτά διδάσκουν οι κανόνες του ρεαλισμού. Αλλιώς, κινδυνεύεις να τιμωρηθείς, όπως συμβαίνει σήμερα στην Κυπριακή ΑΟΖ. Η Τουρκία προκαλεί κλίμα έντασης από την Κύπρο ώς το Αιγαίο και τη Θράκη. Φτάνει ώς τα Σκόπια και στις γειτονικές της χώρες όπως η Συρία. Βεβαίως, ουδόλως θα πρέπει να παίξουμε το παιχνίδι της Άγκυρας, που στόχο έχει το ξέσπασμα κρίσης για να πληγεί η οικονομία της Κύπρου και να φοβηθούν οι ξένες εταιρείες να συνεχίσουν το ερευνητικό έργο τους και την εν συνεχεία εκμετάλλευση του φυσικού αερίου που βρίσκεται εντός της κυπριακής ΑΟΖ. 
 
Οι πόλεμοι των αγωγών και το τεστ των ΗΠΑ 
 
Το είπαμε πολλάκις, αλλά πρέπει να το τονίσουμε για να εμπεδωθεί: Πρώτο: Η Τουρκία θέλει την περιοχή από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα ως τουρκική λίμνη. Τώρα τη θέλει περισσότερο, επειδή γνωρίζει ότι, με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, από το Αιγαίο ώς την Κύπρο δημιουργείται μια ελληνική ενεργειακή λίμνη!Η οποία, εάν συνδυαστεί με ορθές στρατηγικές κινήσεις, δηλαδή τη δημιουργία ενός άξονα Ισραήλ, Κύπρου, Ελλάδας επί τη βάσει του αγωγού EastMed, το γεωπολιτικό παιχνίδι αλλάζει ριζικά, ειδικά όταν στον αγωγό εμπλέκεται η Ε.Ε., η οποία έχει ήδη αποδεσμεύσει από τις 15 Ιανουαρίου κονδύλι για τη  δημιουργία μελέτης και όταν αναζητά εναλλακτικές πηγές και ενεργειακούς διαδρόμους για την μερική έστω απεξάρτησή της από τη Μόσχα.
 
Μάλιστα, στην Ε.Ε. υπάρχει πρόταση της Επιτροπής, την οποία θεωρεί ως νομικά αβάσιμη η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου, για την τροποποίηση των υφιστάμενων οδηγιών περί της κατασκευής αγωγού χερσαίου ή υποθαλάσσιου στην περίπτωση εμπλοκής τρίτου κράτους.
 
Το θέμα βρίσκεται σε αρχικό στάδιο και είναι πρόδηλο ότι στην ουσία επιδιώκει την πρόκληση προβλημάτων από Πολωνούς, τις Βαλτικές χώρες και άλλους στην κατασκευή του αγωγού Nord Stream από τη Ρωσία στη Γερμανία, με σαφή τον κίνδυνο η περιοχή από την Πολωνία ώς τις Βαλτικές χώρες να γίνει ένα γεωπολιτικό σάντουιτς μεταξύ δυο υπερδυνάμεων της Ευρασίας. Επειδή στον EastMed και στον Turkish Stream εμπλέκονται τρίτες χώρες, εκ των πραγμάτων το θέμα μάς αφορά. Με τη μόνη διαφορά ότι, ενδεχομένως, στο τέλος της ημέρας να μας βολέψει, διότι πολύ περισσότερα προβλήματα θα προκληθούν για τον Nord Stream και τον Turkish Stream, αφού στόχος είναι να χαλιναγωγηθεί η Ρωσία.
 
Οπότε, ο περιορισμός της εξάρτησης από τη Ρωσία δημιουργεί πολύ ευνοϊκότερη κατάσταση για τη δική μας περίπτωση, στην οποία υπάρχει παροχή φυσικού αερίου από κράτος μέλος.  Άλλωστε, τα κοιτάσματα της «Καλυψούς», όπως και αυτά που θα προκύψουν από άλλα κυπριακά οικόπεδα, επιτρέπουν μια διακλαδική στρατηγική εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου, που δεν περιορίζεται μόνο στον EastMed, αλλά και στη δημιουργία τερματικού, ώστε η Κύπρος να καταστεί ενεργειακό κέντρο με αγωγούς ή άλλως πώς, που θα προέρχονται και από άλλες γειτονικές χώρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να πει όχι και στη μεταφορά του φυσικού αερίου από το οικόπεδο 12 στην Αίγυπτο, της οποίας η συμμαχία είναι αναγκαία, αφού η ΑΟΖ της με την ΑΟΖ μας τέμνονται σε σημείο επί του οποίου ενώνεται η κυπριακή με την ελληνική ΑΟΖ. 
 
Δεύτερο: Στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου εμπλέκονται και οι ΗΠΑ όχι μόνο λόγω της Noble Energy, αλλά και της Exxon Mobil. Οι προγραμματισμένες έρευνες στο οικόπεδο 10 είναι ένα τεστ για τις προθέσεις των ΗΠΑ σε σχέση με τις τουρκικές απειλές. Οι Ιταλοί, πάντως, μέσω ΕΝΙ, δεν ήταν διατεθειμένοι να έρθουν σε σύγκρουση με την Άγκυρα για τη «Σουπιά» ένεκα πολλαπλών συμφερόντων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάθηκε ο πόλεμος ή ότι θα υπαναχωρήσουν. Δεν δόθηκε καν μάχη. Θέλει υπομονή και μυαλό η αντιμετώπιση της Τουρκίας και του θράσους της. Βεβαίως εκείνο που θα πρέπει κι εμείς να κατανοήσουμε είναι ότι επιβάλλεται να ενισχυθούμε στρατιωτικά. Και επιμένουμε ακόμη στην εξής αρχή: Όποιος θέλει πόλεμο είναι ανόητος, αλλά και η αντίληψη που είναι  αντίθετη με τη στρατιωτική ενίσχυση, στη λογική της αποτροπής, είναι επικίνδυνη. Διότι, εάν περνούμε σήμερα κρίση, αυτό είναι αποτέλεσμα της απουσίας αξιόπιστης αποτροπής. Και τι σημαίνει αποτροπή; Ο εχθρός γνωρίζει ότι εάν προβεί σε οποιαδήποτε επιθετική δράση, το κόστος θα είναι μεγαλύτερο του οφέλους.
 
Το οπλοστάσιο του Αττίλα 
 
Το ότι δεν έχουμε άμεση οπτική επαφή με την τουρκική πολεμική μηχανή του Αττίλα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Ότι δεν μας απειλεί. Το αντίθετο. Εκτός των 77 αυτοκινούμενων πυροβόλων που έφερε στην Κύπρο η Τουρκία από τον Μάρτιο ώς τον Ιούνιο, υπάρχουν και άλλα οπλικά συστήματα σε πλήρη επιθετική διάταξη. Ειδικότερα η Τουρκία στην  Κύπρο διαθέτει: 
2 Μηχανοκίνητες Μεραρχίες Πεζικού (28η και 39η)
1 Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία (14η)
1 Μηχανοκίνητο Σύνταγμα (ΤΟΥΡΔΥΚ) 
1 Σύνταγμα Καταδρομών
1 Σύνταγμα Πυροβολικού
1 Ναυτική Διοίκηση και επιπρόσθετα οι λεγόμενες Δυνάμεις Ασφαλείας του ψευδοκράτους
 
Είναι σημαντικό επίσης το γεγονός ότι διαθέτει 287 άρματα μάχης Μ48Α5-Τ2 και 640 ερπυστριοφόρα τεθωρακισμένα μεταφοράς προσωπικού και μάχης (Μ113 και NUROL). Τα  77 αυτοκινούμενα πυροβόλα των 155 χιλιοστών, δικής της κατασκευής, που έφερε μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου, μαρτυρούν ότι δεν επιδιώκει μόνο μεγάλο βάθος πυρός, αφού έχουν βεληνεκές περί τα 40 χιλιόμετρα, αλλά και ταχύτητα στις κινήσεις της σε περίπτωση επιχειρήσεων, αφού τα έχει τοποθετημένα σε μονάδες πλησίον της γραμμής αντιπαράταξης και όχι στα μετόπισθεν όπως λέμε. Και αυτό συμβαίνει για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι βρίσκεται σε πλήρη επιθετική διάταξη και επιδιώκει να κινηθεί με τις αυτοκινούμενες μονάδες ταχύτητας και ο δεύτερος, που είναι μειονέκτημα για τις τουρκικές μονάδες, λόγω Πενταδακτύλου, είναι η έλλειψη  στρατηγικού βάθους. 
 
 
Το Σύμφωνο του Μονάχου και η ταχύτητα 
 
Η ταχύτητα ήταν ένα από τα στοιχεία που άλλαξαν τη στρατηγική του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε χρησιμοποιηθεί από τον Χίτλερ με τις μηχανοκίνητες μονάδες του παρακάμπτοντας τη Γραμμή Μαζινό, που ήταν φτιαγμένη με βάση τα δόγματα των χαρακωμάτων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το γεγονός ότι οι Ναζιστικές δυνάμεις έκαναν περίπατο στη Γαλλία, είχαμε στην ουσία έναν «ψεύτικό πόλεμο». Δηλαδή έναν πόλεμο, που δεν έγινε ποτέ… Εδώ, όμως, δηλαδή από την Κύπρο ώς τη Θράκη, όπως και η απειλή του Χίτλερ πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν και είναι πραγματική. Και στην ξηρά και στον αέρα και στη θάλασσα. Μάλιστα, διδάσκεται σε όλα τα σοβαρά πανεπιστήμια ως γκάφα ολκής η εξευμενιστική πολιτική των Πρωθυπουργών της Βρετανίας και Γαλλίας Άρθουρ Ντεβίλ Τσάμπερλεν και Εντουάρ Νταλαντιέ, οι οποίοι είχαν την ψευδαίσθηση ότι, με την υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου και την παράδοση της Τσεχοσλοβακίας στον Χίτλερ, θα γλίτωναν από το γενικευμένο πόλεμο. Και είναι τότε, μάλιστα, που τους είπε ο Τσόρτσιλ ότι έχασαν τον πόλεμο χωρίς να δώσουν τη μάχη. Διότι, προφανώς, ο Τσόρτσιλ, ως Βρετανός, ανήκε στη ρεαλιστική σχολή σκέψης και είχε διαβάσει Σου Τζου. Γι’ αυτό και είπε το ιστορικό προς Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ, ότι έχασαν τον πόλεμο χωρίς να δώσουν τη μάχη.  
 
Η σοφία του Σου Τζου 
 
Με άλλα λόγια, η Βρετανία για πρώτη φορά είχε εγκαταλείψει τη ρεαλιστική σχολή σκέψης και δη της αποτροπής μέσω ισχύος και είχε υιοθετήσει τον εξευμενισμό. Δηλαδή εφήρμοζε το καλόπιασμα και την υποχωρητικότητα, η οποία όμως εκλαμβανόταν από τον Χίτλερ ως αδυναμία. Αυτή άλλωστε ήταν και μια από τις κύριες αιτίες που δεν απετράπη ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ταυτοχρόνως, δε, τι είπε ο Σοφός Κινέζος Στρατηγός Σου Τζου; Τόνιζε ότι πρέπει να επιλέγεις τον χρόνο και τον τόπο για να δώσεις τη μάχη εκείνη, που θα σου προσφέρει τη νίκη του πολέμου. Κατ’ αναλογίαν, λοιπόν, δεν θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα της Τουρκίας, η οποία επιλέγει εκείνη τον χρόνο και τον τόπο για να δώσει μάχη και να κερδίσει τον δικό της πόλεμο σε βάρος μας. Δεν πρέπει να παίζει η Άγκυρα τον δικό της πολεμικό αμανέ και εμείς να χορεύουμε. Καλώς ή κακώς, κακώς λέμε εμείς, στην παρούσα φάση, δεν έχουμε αποτροπή. Αυτό το πάθημα θα πρέπει να μας γίνει μάθημα. Διότι ορθώς κρατάμε χαμηλούς τόνους, αλλά είναι επικίνδυνο κάποιοι να μη θέλουν να βλέπουν την τουρκική απειλή, που είναι μέσα στο σπίτι μας. Οι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις αποτρέπουν τον πόλεμο, ενώ οι ανίσχυρες τον διευκολύνουν ή για να τον αποφύγεις γίνεσαι θύμα στον εκβιασμό υποκύπτοντας στις αξιώσεις του ισχυρότερου. Και μάλιστα αμαχητί. 
 
Ο Ταγίπ Ερντογάν, με τις απειλές και τις ιαχές πολέμου, θέλει να μας παρασύρει σε μια διαδικασία, που θα είμαστε χαμένοι από κάθε άποψη, οικονομικά ενεργειακά και στρατιωτικά. Γι’ αυτό κι εμείς θα πρέπει να επιλέξουμε τον ευφυή δρόμο της διπλωματίας, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη, τα σφάλματα του παρελθόντος και δη την απουσία αποτροπής και αξιόπιστων συμμαχιών, των οποίων, όμως, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόκτηση δικών σου αξιόπιστων ενόπλων δυνάμεων στο μέτρο του δυνατού. Και, δόξα  τω Θεώ, η τέχνη της στρατηγικής στους βασικούς της κανόνες από την εποχή του Σου Τζου και του Θουκυδίδη δεν άλλαξε. Προχωρεί, όμως, η τεχνολογία και είναι γι’ αυτό που υπάρχουν κράτη μικρά σε μέγεθος, αλλά μεγάλα σε ισχύ. Όπως για παράδειγμα το Ισραήλ
 
Πεδίο δράσης στην Ε.Ε.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες, όλα όσα  θεωρεί ο Ερντογάν ως πλεονεκτήματα στρατιωτικά, και όντως είναι, θα πρέπει να του τα μετατρέψουμε σε διπλωματικά μειονεκτήματα και δικά μας «όπλα». Το βασικό πεδίο δράσης είναι η διεθνής κοινότητα και δη η Ε.Ε. Εκεί υπερτερούμε του ΟΗΕ σε θεσμικό επίπεδο και άλλως πως. Όταν, δε, έχουμε στρατηγική και ξέρουμε να οικοδομούμε συμμαχίες με υπομονή και όταν κατανοήσουμε ότι κανείς δεν πρόκειται να μας υπερασπιστεί εάν δεν αποδείξουμε ότι μπορούμε και θέλουμε να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας, θα έχουμε καλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Συνεπώς επιμένουμε ότι θα πρέπει να κατατεθεί εντός της Ε.Ε. φάκελος, εντός του οποίου θα εξηγούνται με σαφήνεια: 
1. Τα ειδικά κυριαρχικά μας δικαιώματα εντός της ΑΟΖ μας. 
2. Η διαρκής τουρκική απειλή και το γεγονός ότι βρισκόμαστε υπό καθεστώς επίθεσης. Αυτό  προκύπτει από την κατοχή εδάφους, θάλασσας και αέρα της Κυπριακής Δημοκρατίας και από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας 541και 550 για τη μη αναγνώριση του ψευδοκράτους ως προϊόντος χρήσης βίας, δηλαδή επίθεσης, και παραβίασης του άρθρου 1 παρ. 4 του Χάρτη του ΟΗΕ. 3. Ενεργοποίηση και εφαρμογή της αντιδήλωσης της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, που αναφέρει ως προϋπόθεση για την πορεία των ενταξιακών διαδικασιών της Τουρκίας την ομαλοποίηση των σχέσεών της με την Κυπριακή Δημοκρατία και την αναγνώρισή της. Αυτή είναι η βάση των συνομιλιών για λύση. 
 
Οργάνωση της κρίσης και  βασικές θέσεις αποτροπής 
 
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής, όχι για να ακούμε εμείς, αλλά οι εταίροι μας: Η ενίσχυση του τουρκικού στρατού με 77 αυτοκινούμενα πυροβόλα 177 χιλιοστών, δηλαδή έξι νέες μονάδες πυροβολικού μεταξύ Μαρτίου – Ιουνίου, καταδεικνύει ότι: Α. Η Τουρκία δεν είχε πρόθεση για λύση. Αν είχε τέτοια πρόθεση στο Κραν Μοντανά, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο, γιατί να ενίσχυε τις δυνάμεις της από το Μάρτιο ώς τον Ιούνιο. Β. Είχε προγραμματισμένο το ναυάγιο των συνομιλιών για να περάσει στο σχέδιο Β. Δηλαδή, κατοχύρωσε στο Κραν Μοντανά τον διχοτομικό χαρακτήρα της ομοσπονδιακής λύσης, την οποία θα χρησιμοποιήσει για την πλήρη τουρκοποίηση. Πώς; Με την επανέναρξη των συνομιλιών από εκεί όπου έμειναν θέτοντας ως όρο τον έλεγχο του φυσικού αερίου, την κατοχύρωση των Τούρκων πολιτών στην Κύπρο ως Ευρωπαίων, καθώς και των τουρκικών εταιρειών ως ευρωπαϊκών. 
Προς αυτή, δε, την κατεύθυνση μπορεί να βρει στήριξη σε δυο ενδεχόμενες αποφάσεις της Ε.Ε.,  επί των οποίων όμως έχουμε και λόγο και βέτο: 1. Για την κατάργηση της βίζας στους Τούρκους πολίτες, οπότε για τρεις μήνες ούτως ή άλλως θα βρίσκονται στην Κύπρο και μετά όταν μεταβούν σε περίπτωση λύσης στο τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος, τρέχα ψάξε να τους βρεις. 2. Για  την εμβάθυνση της τελωνειακής ένωσης, που στηρίζεται στη δυνατότητα ευρωπαϊκών εταιρειών να δρουν στην Τουρκία και τουρκικών στην Ευρώπη. Οι εταίροι μας μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό. Εμείς, όχι. Συνεπώς, από τώρα πρέπει να γίνει σαφές ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να δεχθεί ούτε την κατάργηση της βίζας ούτε την εμβάθυνση της τελωνειακής ένωσης, αλλά ούτε και το άνοιγμα οποιουδήποτε άλλου ενταξιακού κεφαλαίου εφόσον η Τουρκία  κατέχει εδάφη μας και απειλεί εντός της ΑΟΖ μας. Είναι τρεις λοιπόν οι απειλές. Η μια είναι η στρατιωτική και οι άλλες δυο είναι η πληθυσμιακή και η οικονομική.  
   
Οι συνομιλίες  
 
Με βάση τα ανωτέρω, σπάει ο μύθος ότι στο Κραν Μοντανά θα ήταν δυνατό να λυθεί το Κυπριακό. Το μαρτυρούν τα γεγονότα. Οι πρακτικές της Τουρκίας. Και σπάει ο μύθος ότι η ασφάλειά μας είναι η επιστροφή στις συνομιλίες υπό τις υφιστάμενες συνθήκες. Διότι, τι μας λέει η Τουρκία;  Ή θα πάτε σε συνομιλίες για να τα δώσετε όλα ή δια της ισχύος μου και μέσα από τη δική σας αδυναμία και απουσία αποτροπής δεν θα εκμεταλλευτείτε το φυσικό αέριο. Εάν δε αποτύχουν οι συνομιλίες, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα απ’ ό,τι είναι σήμερα, που είναι ελεγχόμενα και με σωστούς χειρισμούς στην Ε.Ε., μπορούν να γίνουν κινήσεις χαλιναγώγησης της Άγκυρας σε επίπεδο διπλωματικής αποτροπής. Διότι, δεν έχει συμφέροντα μόνο η Ε.Ε. στην Τουρκία, αλλά και η Τουρκία στην Ε.Ε. Ας μην ξεχνούμε, μάλιστα, ότι ισχυροί εταίροι μας κατανοούν πλέον πόσο επικίνδυνη είναι η Τουρκία του Ερντογάν για του ίδιους. Εδώ το αντιλαμβάνονται οι ΗΠΑ. Πέραν λοιπόν του δικαίου θα πρέπει να εξισορροπήσουμε τα συμφέροντα, μεταξύ Τουρκίας – Ε.Ε., με εκείνα μεταξύ Ε.Ε. – Κύπρου – Ελλάδας και άλλων συμμάχων όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, μέσω του φυσικού αερίου. Το οποίο είναι και πρέπει να εμφανιστεί ως ευρωπαϊκή πηγή ενέργειας, που δεν πρέπει να πέσει σε τουρκικά χέρια!
Σημερινή

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO36 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή